Οι πικρές μέρες του Ιούλη: Οι μνήμες πρέπει να καθοδηγούν τα βήματά μας στην οργάνωση μιας δημοκρατικής, κοσμικής Πολιτείας με σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών

Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, Ιούλιος 1974. Φωτογραφία, αρχείο τουρκικού στρατού

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Κάθε Ιούλη οι πικρές μνήμες επανέρχονται. Για κάποιους είναι μια «επετειακή» ανάγκη. Για  πολλούς είναι η πικρή ανάμνηση όσων έζησαν πριν 40 χρόνια. Για τους νεότερους είναι η μνήμη πως μεγάλωσαν σε συνθήκες ημικατοχής. Είναι κι αυτοί που προσπαθούν να αναθεωρήσουν την ιστoρία, να δικαιολογήσουν άμεσα ή έμμεσα την εισβολή, φορτώνοντας την ευθύνη στο θύμα. Διότι ασφαλώς τα όποια λάθη της ελληνικής πλευράς δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την εισβολή και προπάντων τη συνεχιζόμενη κατοχή.

Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν και παραμένει μια ανεξάρτητη Πολιτεία και κανένας διεθνής νόμος δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατοχή των εδαφών της από τον εισβολέα. Γνωρίζουν οι νεοφιλελεύθεροι αναθεωρητές πως με τις πικρές εμπειρίες του παρελθόντος, με όλη την πείρα που συσσωρεύτηκε, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μπορούν να συμβιώσουν χωρίς κανένα πρόβλημα, στο πλαίσιο μάλιστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι δε τραγικό να ακούονται  κάποτε γενναίες φωνές από Τουρκοκυπρίους που μιλούν για κατοχή και να υπάρχουν Ελληνοκύπριοι που άμεσα ή έμμεσα να τη δικαιολογούν.

Η εφετινή επέτειος βρίσκει δυστυχώς την Κύπρο σε μια δύσκολη οικονομική κατάσταση λόγω της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία αλλά και της αδυναμίας του πολιτικού συστήματος  να διαχειριστεί την οικονομία του τόπου. Ένα καταρρακωμένο πολιτικό σύστημα που επιτρέπει στον Αναστασιάδη να «κάνει» παιχνίδι για τη διαδοχή του

Οι επέτειοι είναι για να θυμόμαστε βέβαια, είναι ημέρες μνήμης, αλλά είναι και ημέρες στοχασμού, μελέτης και σχεδιασμού για το μέλλον. Οι καλοθελητές επαναλαμβάνουν το ίδιο τροπάρι για τις «χαμένες ευκαιρίες». Επαναλαμβάνουν, όπως το κάνουν συνεχώς εδώ και μισό αιώνα, κάθε φορά που γίνεται μια προσπάθεια επίλυσης του Κυπριακού, πως τάχατες είναι η «τελευταία ευκαιρία». Και φορτώνουν με ενοχές τους πολίτες γιατί δεν βρέθηκε λύση. Μόνον πολιτικά αστοιχείωτοι όμως μπορούν να μιλούν συνεχώς για «τελευταία ευκαιρία» και πάντα να διαψεύδονται από τα γεγονότα. Όσο ένα πρόβλημα παραμένει άλυτο πάντα θα αναζητείται η λύση του. Στην ουσία η θεωρία της τελευταίας ευκαιρίας χρησιμοποιείται ως πολιτικός εκβιασμός για να υποχρεωθεί ο λαός να αποδεχθεί τα τετελεσμένα της εισβολής και της κατοχής. Δεν έχει κανείς παρά να θυμηθεί τον εκβιασμό που ασκήθηκε με το σχέδιο Ανάν και που κατά κόρον επαναλαμβανόταν ότι επρόκειτο για την τελευταία ευκαιρία επίλυσης του Κυπριακού. Και ώ του θαύματος μας παρουσιάστηκαν ξανά και άλλες ευκαιρίες και  πάλι η κάθε μια από αυτές θεωρήθηκε ως η τελευταία! Δεν σημαίνει φυσικά πως δεν πρέπει να αδράξουμε την όποια ευκαιρία παρουσιαστεί και να καταβάλουμε την αναγκαία προσπάθεια για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης.

Ποτέ όμως η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο σήμερα, παρά τα χάλια μιας διεφθαρμένης διακυβέρνησης, για να επιδιώξει τη λύση εκείνη που θα διασώζει την ίδια και τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Οι Αγγλοαμερικανοί φίλοι της Άγκυρας γνωρίζουν ότι η Κύπρος με την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με τις νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή λόγω των ενεργειακών πόρων, ανέτρεψε εν μέρει τις ισορροπίες που δημιούργησε η εισβολή και η κατοχή. Γνωρίζουν, όπως το γνωρίζουν και στην Άγκυρα, πως η  προοπτική συνεργασίας της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση περνά και από τη Λευκωσία. Το έχουν εκφράσει κατ’επανάληψη όλοι οι σοβαροί πολιτικοί αναλυτές, Τούρκοι, Αμερικανοί και Άγγλοι. Οποιεσδήποτε και να είναι οι εσωτερικές εξελίξεις στην Τουρκία, ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της με μια ειδική σχέση με την ΕΕ, δεν πρόκειται να ανακοπεί ποτέ. Αυτός ο προσανατολισμός άρχισε με τους τελευταίους σουλτάνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οριοθετήθηκε αργότερα από τους Νεοτούρκους και τον Μουσταφά Κεμάλ. Σε αυτό τον προσανατολισμό προσεχώρησαν και οι ισλαμιστές για τους δικούς τους λόγους. Τα δε συμφέροντα της Δύσης είναι τέτοια, γεωστρατηγικά, γεωπολιτικά και οικονομικά, που παρά τα μουρμουρητά που ακούονται στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δεν πρόκειται να αφεθεί εύκολα η Τουρκία να κατρακυλήσει στην όποια διεθνή του ισλαμισμού ή κάτω από την μόνιμη εξάρτηση της  Μόσχας. Άλλωστε ούτε και η ίδια το θέλει ή το επιδιώκει.

Σε μας εναπόκειται να οριοθετήσουμε τη δική μας πολιτική στη βάση αυτών των δεδομένων και των νέων γεωπολιτικών  ισορροπιών και όχι στην ανιστόρητη πολιτική της «τελευταίας ευκαιρίας» ή την άλλη που βλέπει την Τουρκία να καταρρέει κάθε πρωί! Οι μνήμες του Ιούλη πρέπει να καθοδηγούν τα βήματα μας στην οργάνωση μιας δημοκρατικής, κοσμικής Πολιτείας, ενός επιτέλους σοβαρού κράτους, με σεβασμό των δικαιωμάτων όλων των πολιτών, όποια και να είναι η καταγωγή τους, η θρησκεία ή η γλώσσα τους. Με μια κοινή πολιτική ρεπουμπλικανική ευρωπαική ταυτότητα που δεν θα θέτει όμως υπό διαπραγμάτευση την  όποια εθνική ταυτότητα των πολιτών.

Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο και σε συνεργασία με την Αθήνα. Χωρίς το κοινό μέτωπο Αθήνας-Λευκωσίας το παιχνίδι είναι χαμένο και για τις δύο χώρες. Το έλλειμμα εθνικής στρατηγικής βοά κυριολεκτικά τόσο στο Κυπριακό όσο και γενικότερα στα Ελληνοτουρκικά.

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα,  ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.