Οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για Λευκωσία και Αθήνα να διαμορφώσουν μια πολιτική που θα εξυπηρετεί τα εθνικά τους συμφέροντα

The White House at dusk in Washington, DC, USA. EPA, JIM LO SCALZO

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Πολλοί είναι οι πολιτικοί αναλυτές που πιστεύουν και γράφουν ότι ζούμε κοσμογονικές αλλαγές στο παγκόσμιο σκηνικό. Ενδεχομένως να υπάρχει κάποια υπερβολή σε όλα αυτά καθώς οι άνθρωποι πάντα αρέσκονται να θεωρούν κοσμογονική την εποχή τους.

  • Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι ζούμε μια εποχή με ανακατατάξεις και ανατροπές στο παγκόσμιο σύστημα το οποίο έχασε μια σχετική σταθερότητα που διέθετε στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Επιπλέον η οικονομική κρίση από το 2008 και μετέπειτα επέτεινε την αστάθεια αυτή. Τελευταίο επεισόδιο που πρόσθεσε σε αυτή την  αστάθεια υπήρξε η εκλογή στην προεδρία των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ.

Μολονότι είναι κοινή διαπίστωση ότι το κέντρο βάρους του κόσμου, οικονομικό και γεωπολιτικό, μεταφέρεται σταθερά προς την Ασία με επίκεντρο την Κίνα, εντούτοις περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Ευρώπη παραμένουν ακόμη νευραλγικές για τις ισορροπίες του διεθνούς συστήματος.

  • Για όσους γνωρίζουν την ιστορία της Μέσης Ανατολής, στην περιοχή διαδραματιζόταν πάντα ένα μεγάλο παιχνίδι ισχύος. Καθώς πρόκειται για μια νευραλγική περιοχή, σταυροδρόμι πολιτισμών, θρησκειών και εμπορικών δρόμων, με τεράστιο ενεργειακό πλούτο, έχει μια ξεχωριστή γεωπολιτική και γεωστρατηγική αξία και είναι πεδίο τεράστιων ανταγωνισμών. Το παιχνίδι ισχύος αφορά τοπικούς και διεθνείς παίκτες, αφορά μεγάλα συμφέροντα που διακυβεύονται σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, συμμαχίες που αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα, υπόγειους ανταγωνισμούς με θρησκευτικo-ιδεολογικό πρόσημο αλλά και με γεωπολιτικό πρόσημο που πολλές φορές εκτοπίζει το πρώτο.

Η Ευρώπη, η γηραιά ήπειρος, παρά την κρίση που περνά, δεν παύει να είναι ο τρίτος μεγάλος πόλος του διεθνούς συστήματος μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα, λόγω της τεχνολογικής και οικονομικής της ισχύος, αλλά και μιας, έστω και περιορισμένης, στρατιωτικής της ισχύος.

Γενικότερα όμως ο δυτικός πόλος ισχύος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα συνοχής μετά την εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ και την πολιτική απομονωτισμού που ακολούθησε. Αυτό σπρώχνει την Ευρώπη πιο κοντά στη Ρωσία, ειδικά τη Γερμανία η οποία έχει μια ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα. Από πλευράς ΗΠΑ η μόνη σταθερά που μένει στη Μέση Ανατολή είναι το Ισραήλ και δευτερευόντως η Σαουδική Αραβία.

Ο Τραμπ ανέτρεψε την προσπάθεια Ομπάμα για μια πιο ισορροπημένη πολιτική στην περιοχή αυτή με την προσέγγιση που επιχείρησε με το Ιράν σε συνεργασία με την Ευρώπη. Το Brexit εξάλλου στερεί την Ουάσινγκτον από έναν σταθερό σύμμαχο στην Ευρώπη καθώς η Βρετανία παραμένει απασχολημένη με τα δικά της προβλήματα και χάνει την επιρροή που διατηρούσε στις Βρυξέλλες.

Η πολιτική όμως Τραμπ είναι αδιέξοδη και αργά ή γρήγορα οι ΗΠΑ θα υποχρεωθούν  σε αλλαγή πολιτικής τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και απέναντι στην Ευρώπη. Είναι ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η ρωσική επιρροή τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην Ευρώπη. Μακροπρόθεσμα, άλλωστε, δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι για την αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας θα χρειαστεί μια συμμαχία της Δύσης με τη Ρωσία. Διότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι στρατηγικές επιλογές της Κίνας θα συνδιαμορφώσουν το παγκόσμιο οικονομικό και γεωπολιτικό σκηνικό στον 21ο αιώνα.

  • Θα μπορούσε επομένως να θεωρήσει κάποιος ότι η περίοδος που διερχόμαστε είναι μεταβατική και ότι θα χρειαστεί χρόνος για τη διαμόρφωση ενός κάπως πιο σταθεροποιημένου παγκόσμιου σκηνικού. Και ότι σε αυτή τη μεταβατική περίοδο οι ανατροπές θα είναι συχνές.

Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που Ελλάδα και Κύπρος καλούνται να διαμορφώσουν τη δική τους πολιτική. Οι συνθήκες αυτή τη στιγμή είναι ευνοϊκές και για τη Λευκωσία και για την Αθήνα να διαμορφώσουν μια  πολιτική που θα εξυπηρετεί τα εθνικά τους συμφέροντα. Χρειάζεται όμως προσοχή. Υπάρχει μια τάση και στην Αθήνα αλλά και στη Λευκωσία, θα έλεγα σχεδόν ενθουσιασμός, λόγω των δυσκολιών που περνούν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, να προσδεθούμε στο αμερικανικό άρμα. Δεν είναι αυτή η σωστή πολιτική.

  • Ναι, η συνεργασία με τις ΗΠΑ είναι αναγκαία στο μέτρο που αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντά μας. Να μη βάλουμε όμως όλα μας τα αβγά στο ίδιο καλάθι. Να θυμούμαστε ότι οι κωδωνοκρουσίες στην Κύπρο υπέρ των Αμερικανών  στο παρελθόν διαψεύστηκαν από την πραγματικότητα. Και ότι και σήμερα η αμερικανική πολιτική αυτό που επιδιώκει δεν είναι την αποξένωση της Τουρκίας από τη Δύση αλλά να την αναγκάσει σε στενότερη συνεργασία μαζί της στο πλαίσιο των αμερικανικών στρατηγικών επιλογών και συμφερόντων.

Κανένα συμφέρον δεν έχει ειδικά η Κύπρος να μη διατηρήσει καλές σχέσεις με τη Μόσχα, με την Κίνα και άλλες χώρες. Θυμίζω ότι η Εθνική Φρουρά είναι πάντα εξοπλισμένη με ρωσικά όπλα που μας αρνήθηκαν οι ΗΠΑ και ότι χωρίς τη ρωσική στήριξη στο Συμβούλιο Ασφαλείας θα διακινδύνευε η ίδια η υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και όσοι φωνάζουν ότι η Μόσχα πουλά σήμερα στην Τουρκία τους S-400, λησμονούν ότι πριν χρόνια μας προμήθευσε τους S-300 που αρνηθήκαμε τελικά οι ίδιοι  να παραλάβουμε γιατί αυτό μας επέβαλαν οι Αμερικανοί.

Να εκμεταλλευτούμε λοιπόν τις ευνοϊκές συνθήκες που παρουσιάζονται σήμερα, αλλά να θυμούμαστε ότι οι παλιές μεθοδεύσεις επιβολής λύσης αμερικανο-τουρκικών και ΝΑΤΟϊκών προδιαγραφών, προεξάρχοντος και του βρετανικού παράγοντα, μπορεί να επανέλθουν εκ νέου αν οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις γνωρίσουν μελλοντικά καλύτερες μέρες.

*Πανεπιστημιακός, διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ και μέχρι πρόσφατα επιστημονικός συνεργάτης του ΕΔΙΑΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *