Οικουμένη και εθνικό κράτος

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ*

Η πανδημία, αλλά και η κλιματική αλλαγή, ήρθαν να μας υπενθυμίσουν ότι ζούμε σε μια Οικουμένη αλληλεξάρτησης όπου έχουμε ανάγκη αλληλεγγύης, αμοιβαίας στήριξης και κοινής αντιμετώπισης των προκλήσεων και των προβλημάτων. Οι άνθρωποι από την εποχή που οργανώθηκαν σε κοινωνίες δεν έπαυσαν να ζουν παράλληλα με την τοπική οργανωτική δομή τους και την Οικουμένη της εποχής τους. Ήταν βέβαια μια οικουμένη περιορισμένη γεωγραφικά στα σύνορα του τότε γνωστού κόσμου. Ήδη στον Όμηρο υπάρχει η αναφορά σε αυτήν την οικουμένη με το «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω», μια αναφορά στον Οδυσσέα και τις περιπλανήσεις του, επιστρέφοντας από την Τροία στην Ιθάκη. Είναι ο κόσμος της Μεσογείου με τους πρώτους πολιτισμούς που θα γίνει αργότερα η οικουμένη του Αλεξάνδρου, η ρωμαϊκή, η βυζαντινή και ύστερα η νεότερη που θα πάρει πλανητικό χαρακτήρα. Αυτή βέβαια είναι η δυτική αντίληψη της οικουμένης όπως επιβλήθηκε από την αρχαιοελληνική αντίληψη του κόσμου και στην συνέχεια από αυτήν του χριστιανισμού. Διότι υπήρχαν την ίδια εποχή και συστάδες πολιτισμών που αναπτύχθηκαν εκτός αυτής της οικουμένης, όπως οι πολιτισμοί των Αζτέκων και των Μάγια στην Λατινική Αμερική ή ο τεράστιος πολιτισμός της Κίνας. Οι νεοτερικοί χρόνοι, με την αποικιοκρατία κυρίως, έδωσαν στην οικουμένη την σημερινή μορφή της. Είναι λοιπόν η οικουμένη ο κόσμος και η διασύνδεση των πολιτισμών των διαφόρων περιοχών της γης. Η οικονομία ήρθε να επιβάλει αυτό που ονομάστηκε σήμερα παγκοσμιοποίηση.

Απέναντι στην οικουμένη ορθώνονταν πάντα οι τοπικές κρατικές δομές, οι τοπικοί πολιτισμοί και οι τοπικές οικονομίες. Σπάνια όμως οι κοινωνίες αυτές είχαν την αναγκαία αυτάρκεια για να ζουν απομονωμένες. Στους νεοτερικούς χρόνους γεννήθηκε το εθνικό κράτος που διατηρεί τις δικές του αρμοδιότητες υπεράσπισης των συμφερόντων της κοινωνίας που το συνθέτει.  Πέρα βέβαια από το εθνικό κράτος υπάρχουν και κράτη πολυεθνικά με τις δικές τους ιδιαιτερότητες. Όπως πολυεθνικές ήταν στο παρελθόν και οι αυτοκρατορίες.  Σε κάθε περίπτωση το κράτος παραμένει ο αντίποδας της οικουμένης, και ιδιαίτερα σήμερα της παγκοσμιοποίησης, για να υπερασπιστεί τα επιμέρους εθνικά συμφέροντα και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

Η οικουμένη δεν ήταν κατά κανόνα πολιτισμικός οδοστρωτήρας σε αντίθεση με τη σημερινή παγκοσμιοποίηση που λόγω και της τεράστιας προόδου της τεχνολογίας απειλεί τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες των λαών. Την ίδια ώρα απειλητικός για τις εθνικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες είναι και ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός.

Είναι γι’αυτό το λόγο που το κράτος παραμένει η ασπίδα υπεράσπισης της εθνικής και πολιτισμικής υπόστασης και ταυτότηταςτων λαών. Από την άλλη όμως κανένας λαός δεν μπορεί να απομονωθεί με ξύλινα τείχη στις μέρες μας. Ζούμε όλοι την αλληλεξάρτηση στο πλαίσιο μιας οικουμένης και χρειάζεται να υπάρξει η αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στο τοπικό, το εθνικό και το οικουμενικό. Χωρίς αυτή την ισορροπία ο πολιτισμικός και οικονομικός οδοστρωτήρας θα επιβάλει μια επικίνδυνη ομοιομορφία που δεν θα είναι μόνο πολιτισμική αλλά θα αυξάνει και τις κοινωνικές ανισότητες σε γεωγραφικό -γεωπολιτικό επίπεδο.

Η πανδημία έδειξε ότι από μόνη της καμιά χώρα, καμιά γεωγραφική περιφέρεια δεν μπορεί να την αντιμετωπίσει. Είναι πολύ πιθανόν ότι αν ακόμη διαρκεί είναι γιατί δεν αντιμετωπίστηκε οικουμενικά. Οι πλούσιες χώρες άφησαν χωρίς εμβόλια και υγειονομική υποστήριξη τις φτωχότερες περιοχές του πλανήτη με αποτέλεσμα ο ιός που δεν γνωρίζει σύνορα να μη αντιμετωπίζεται με τα ξύλινα τείχη που ορθώνουν απερίσκεπτα τα πλούσια κράτη.

Συμπερασματικά υπάρχει μία διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο τοπικό και το οικουμενικό. Αυτή η σχέση πάντα υπήρχε και το τοπικό τροφοδοτούσε το οικουμενικό και αντίστροφα εμπλουτιζόταν από την οικουμενικότητα όποια μορφή και να λάμβανε αυτή. Το πιο λαμπρό παράδειγμα αυτής της διαλεκτικής σχέσης είναι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός που στάθηκε ικανός να αφομοιώνει δημιουργικά οτιδήποτε προερχόταν από το οικουμενικό του περιβάλλον. Ταυτόχρονα όμως έδωσε και ο ίδιος μια πολύ πιο ανθρώπινη μορφή στην οικουμενικότητα όπως αυτό φάνηκε με τη ρωμαϊκή οικουμένη που υιοθέτησε ουσιαστικά στοιχεία του σε σημείο που να μιλάμε σήμερα για ελληνορωμαϊκό πολιτισμό.

Αν κάτι έχουμε να διδαχτούμε σήμερα ως Ελλάδα και Κύπρος είναι να παραμείνουμε ανοιχτοί στην οικουμενικότητα αλλά ταυτόχρονα να προασπίσουμε και την εθνική και πολιτισμική μας ιδιαιτερότητα. Να προασπίσουμε την ταυτότητα μας. Δεν είναι εύκολο το εγχείρημα αλλά είναι ο μόνος δρόμος που δεν οδηγεί ούτε στην εξαφάνισή μας αλλά ούτε και σε ένα στείρο και αδιέξοδο απομονωτισμό. Ο απομονωτισμός βέβαια όσο και να τον θέλουν ή να τον επιδιώκουν κάποιοι, είναι αδύνατος με τις σημερινές συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Εκείνο επομένως που μας μένει, και που προέχει, είναι η υπεράσπιση της εθνικής και πολιτισμικής μας ιδιαιτερότητας, της ταυτότητας μας, στο πλαίσιο της καλώς νοούμενης οικουμενικότητας, της αλληλεγγύης ανθρώπων και λαών.

Υ.Γ. Μετά τα 200 χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, εφέτος τα 100 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής. Να αναστοχαστούμε ξανά την ιστορία μας, το τέλος της ελληνικής παρουσίας στα χώματα που άκμασε κάποτε ο ελληνικός πολιτισμός και τις απαρχές του τουρκικού εθνικού κράτους. Το τελευταίο εθνικό κράτος που γεννήθηκε από τα ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά που δεν απέβαλε ποτέ τον οθωμανισμό που μεταλλάχτηκε σε νέο-οθωμανισμό και απειλεί την ίδια την εθνική μας ύπαρξη. Ειδικά την ύπαρξη του ελληνισμού της Κύπρου.

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα,  ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.