Ομοσπονδία με το σωστό περιεχόμενο: Να μην οδεύσουμε προς μια Banana Republic of Kypristan

Η γραμμή της κατοχής παραμένει για 44 χρόνια στην Κύπρο. Φωτογραφία Philenews

Του ΝΙΚΟΥ Π. ΙΑΚΩΒΙΔΗ*

Στην Κύπρο τα πληθυσμιακά, τα εδαφικά, τα οικονομικά και τα ιστορικά δεδομένα δεν συνηγορούν υπέρ της αποκέντρωσης της πολιτειακής εξουσίας στη βάση δύο αυτόνομων/ αυτοκυβέρνητων περιφερειών, εστερημένων κυριαρχίας και διεθνούς νομικής προσωπικότητας. Όσοι όμως ειλικρινά εκτιμούν ότι κάτι τέτοιο, υπό τις περιστάσεις, είναι αναπόδραστο (και ο γράφων φρονεί ότι πράγματι αυτό είναι αναπόδραστο), θα πρέπει τουλάχιστον να θέτουν τις ακόλουθες απαράβατες προϋποθέσεις, εάν πρόκειται να μην υφίσταται συνταγματικό και πρακτικό έλλειμμα σε ό,τι αφορά τον οικουμενικό και ευρωπαϊκό κώδικα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

  1. Να μην διαλαμβάνεται πρόνοια περί συνταγματικά εγγυημένων κοινοτικών πλειοψηφιών πληθυσμού και ιδιοκτησίας γης στις δύο αυτόνομες/αυτοκυβέρνητες περιφέρειες.
  2. Οι δύο περιφέρειες να διοικούνται επί τη βάσει του ανθρώπινου δικαιώματος «ένας άνθρωπος, μία ψήφος» (άρθρο 21 (3) της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948 του ΟΗΕ-ΟΔΔΑ) και με δικαίωμα πρόσβασης στην περιφερειακή Δημόσια Διοίκηση κατ’ αξίαν και όχι με φυλετικά κριτήρια (άρθρο 21 (2) της ΟΔΔΑ).
  3. Να εφαρμοστεί η διάταξη του ψηφίσματος 3212 (ΧΧΙΧ) της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, το οποίο υιοθετήθηκε και με το Ψήφισμα 365 (1974) του Σ.Α. του ΟΗΕ, η οποία διαλαμβάνει το δικαίωμα των προσφύγων να επιστρέψουν στις εστίες τους υπό συνθήκες ασφάλειας.

Στην πράξη αυτό συνεπάγεται να δοθεί ο πρώτος λόγος στους νόμιμους ιδιοκτήτες να επιλέξουν είτε τη φυσική ανάκτηση της περιουσίας τους, είτε τη λήψη ικανοποιητικών χρηματικών αποζημιώσεων για την αξία της. Εκεί βεβαίως όπου επήλθαν εν τω μεταξύ τέτοιες μεταβολές, που καθιστούν αδύνατη τη φυσική επιστροφή της περιουσίας, η χρηματική αποζημίωση είναι μονόδρομος.

  1. Επίσημες γλώσσες των δύο περιφερειών να είναι αυτές ως και της κεντρικής κρατικής εξουσίας, δηλαδή, η ελληνική και η τουρκική.
  2. Η δομή της κεντρικής κρατικής εξουσίας, για να υφίσταται κατά βάση –και όχι απόλυτη– προσαρμογή της με το ανθρώπινο δικαίωμα «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», και επίσης με την αρχή της «αποτελεσματικής πολιτικής δημοκρατίας» που διαλαμβάνεται στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1950, να είναι η αυτή ως και στο ισχύον Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, με τις ακόλουθες τροποποιήσεις όσον αφορά τη λειτουργία της, για να καθίσταται δυνατή η ομαλή λειτουργία του κράτους.

α)   Όταν προκύπτει αδιέξοδο στην ομαλή λειτουργία του κράτους, εξαιτίας των χωριστών πλειοψηφιών στη Βουλή για εκείνα τα τρία θέματα που το Σύνταγμα του 1960 διαλαμβάνει χωριστές πλειοψηφίες, να επιλύεται με τον τρόπο που επιλύονται τα αδιέξοδα στα δημοκρατικά πολιτεύματα. Να το επιλύει η λαϊκή ετυμηγορία με ΕΝΑ παγκύπριο δημοψήφισμα, κατ’ εφαρμογήν της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας.

Διαζευκτικώς, εάν θα υφίσταται το σύστημα των δύο Βουλών –το οποίο, εν πάση περιπτώσει, είναι αχρείαστο στην ιδιότυπη κυπριακή περίπτωση– η μία με αναλογία 70% Ε/κ και 30% Τ/κ (Κάτω Βουλή) και η άλλη με αναλογία 50%-50% (Άνω Βουλή), τότε οι δύο Βουλές στη μεγάλη πλειοψηφία των θεμάτων του ομοσπονδιακού καταλόγου να αποφασίζουν ως εάν να ήταν ένα σώμα, δηλαδή σε κοινή και ενιαία συνεδρία. Κατ’ εξαίρεση να απαιτείται για τη λήψη απόφασης πλειοψηφία στην Κάτω Βουλή και πλειοψηφία στην Άνω Βουλή επίσης, ούτως ώστε η τ/κ μειοψηφούσα κοινότητα να έχει, μέσα από την ισάριθμη σύνθεση της Άνω Βουλής, ουσιαστικό βέτο επί ορισμένων εξαιρετικών και σημαντικών γι’ αυτήν θεμάτων π.χ. επί του 30% των θεμάτων που θα εμπίπτουν στην ομοσπονδιακή αρμοδιότητα. Όταν, και πάλιν, προκαλείται αδιέξοδο στην ομαλή λειτουργία του κράτους εξαιτίας αυτών των ουσιαστικών βέτο, μηχανισμός επίλυσης του αδιεξόδου να είναι ΕΝΑ παγκύπριο δημοψήφισμα.

β)   Να τεθεί συνταγματική διάταξη που να απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του προεδρικού και αντιπροεδρικού δικαιώματος οριστικής αρνησικυρίας. Το κατά πόσο ασκείται καταχρηστικά να ελέγχεται από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο με αίτηση της ομοσπονδιακής νομοθετικής εξουσίας, με βάση κριτήρια και αρχές που θα διαλαμβάνονται ρητώς στο ομοσπονδιακό Σύνταγμα, όπως π.χ. η ανάγκη ομαλής λειτουργίας του κράτους ως μέλος της Ε.Ε. και άλλων παρεμφερών διακρατικών συσσωματώσεων, η αναγκαιότητα επιβίωσης του κράτους («δίκαιο της ανάγκης»), η γενική νομική θεωρία περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, όπως είναι γνωστή στο ηπειρωτικό ευρωπαϊκό ιδιωτικό δίκαιο, προσαρμοζόμενη, mutatis mutandis, στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου κτλ.

γ)   Ο ουδέτερος Πρόεδρος του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου να επιλέγεται μέσα από τους θεσμούς της Ε.Ε.

δ)   Η αναθεώρηση των μη θεμελιωδών διατάξεων του ομοσπονδιακού Συντάγματος να γίνεται με ενιαία απόλυτη πλειοψηφία –είτε θα υφίσταται το σύστημα των δύο Βουλών είτε της μίας– η οποία απαραιτήτως να περιλαμβάνει έναν ελάχιστο αλλά σημαντικό αριθμό τ/κ ψήφων.

Εν ολίγοις, μία διμελής (δικοινοτική) Ομοσπονδία για να συγκεντρώνει εχέγγυα βιωσιμότητας, θα πρέπει η δημοκρατική και η φιλελεύθερη αρχή να υπερέχουν της ομοσπονδιακής αρχής. Διαφορετικά, οδεύουμε προς Banana Republic of Kypristan, το οποίο πιθανότατα δεν θα περάσει στο δημοψήφισμα.

*Νομικός του Α.Π.Θ. και Διπλωματούχος στην Αγγλική Γλώσσα, στο Insurance Management και στο Journalis mand Professional.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *