Ονοματολογία και περιεχόμενο λύσης ή πως το όνομα καθορίζει αναπότρεπτα το περιεχόμενο

FILE PHOTO. Οι Πρόεδροι των κομμάτων ΔΗΚΟ, ΕΔΕΚ και Κινήματος Αλληλεγγύης . ΚΥΠΕ/Θωμάς Κεττένης

Του Χρήστου Αλεξάνδρου
Είναι προφανές ότι οι λέξεις και οι όροι στα πολιτικά κείμενα και στις διεθνείς συμφωνίες έχουν καθοριστική σημασία. Αυτό συμβαίνει  σε απλά νομικά κείμενα κοινών καθημερινών υποθέσεων, πόσο μάλλον για συμφωνίες  που αφορούν μεγάλες κρατικές υποθέσεις. Aκόμα περισσότερο, όταν οι συμφωνίες αυτές αφορούν το ίδιο το μέλλον λαών και κρατών. Συχνά διπλωμάτες και πολιτικοί εργάζονται ατελείωτες ώρες για να βρεθεί κοινή συνισταμένη γύρω από κάποιες μικρές φράσεις και λέξεις κλειδιά.

Η Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία με Πολιτική Ισότητα αποτελεί την ονομασία μιας λύσης της oποίας το περιεχόμενο στρέφεται αυστηρά προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση, ξεκάθαρα επιζήμιο για την ελληνική πλευρά. Ένα μονόδρομο από τον οποίο δεν θα μπορεί να υπάρξει ούτε επιστροφή ούτε έξοδος διαφυγής. Οι εν λόγω όροι εμπεριέχουν εκ πρώτης μη ορατές αξιώσεις οι οποίες όμως στην εξέλιξη συνεπάγονται ως «συνάδουσες» με τη φιλοσοφία της συγκεκριμένης λύσης. Πρόκειται για λεπτές νομικές και πολιτικές συνέπειες οι οποίες δεν είναι εύκολα κατανοητές από μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, για αυτό και ένα μέρος του κόσμου έχει παρασυρθεί από την προπαγάνδα του ΔΗΣΑΚΕΛ.

Δεν είναι τυχαίο που μια τέτοια λύση έχει χαρακτηριστεί από σημαίνουσες προσωπικότητες της Νομικής και Πολιτικής Επιστήμης ως «υβρίδιο» και «έκτρωμα». Η δε ανανική της «έκδοση» το 2004 χαρακτηρίστηκε από τον κορυφαίο συνταγματολόγο Καθηγητή Δημήτρη Τσάτσο ως «έργο παράφρονος».

Η εκδοχή της κυπριακής Ομοσπονδίας δεν ομοιάζει με τις ανά τον κόσμο υπάρχουσες ομοσπονδίες, όπως η Γερμανική, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Αυστραλίας κ.ά., παρά μόνο με την πλέον προβληματική και θνησιγενή, αυτήν της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Αν επρόκειτο για μια «φυσιολογική» ομοσπονδία, οι νόμιμοι Κύπριοι, Έλληνες και Τούρκοι, θα επέστρεφαν ελεύθερα στα χωριά και τις περιουσίες τους. Στις περιοχές εκείνες που ο τουρκικός πληθυσμός ήταν σχετικά πυκνός θα σχηματιζόταν μια αντίστοιχη «ομόσπονδη πολιτεία» και πάρα δίπλα μια αντίστοιχη για τον ελληνικό πληθυσμό.

Θα μπορούσαν να υπάρξουν διάφορες ρυθμίσεις υπέρ των Τουρκοκυπρίων ώστε οι «πολιτείες» τους να διευρυνθούν και να έχουν μια αυτοτέλεια. Ασφαλώς χωρίς τις υπερεξουσίες που θα έχουν τα κρατίδια βάση των υπό εξέλιξη συνομιλιών αν αυτές καταλήξουν, και οι οποίες δεν συναντώνται πουθενά στα ομοσπονδιακά κράτη. Στην περίπτωση αυτή η Κύπρος θα μπορούσε να αποτελείτο από τέσσερεις ή έξι ή και οκτώ πολιτείες, ενώ κάποιες περιοχές θα μπορούσαν να προσδιοριστούν ως «ομοσπονδιακές». Θα μπορούσαν να προταχθούν διάφορες αντιρρήσεις ως προς κάτι τέτοιο, αλλά μόνο έτσι μπορώ να φανταστώ ότι θα είχαμε να κάνουμε με μια «κανονική» Ομοσπονδία.

Οι κρίσιμοι προσδιορισμοί που την διαφοροποιούν από όλες τις υπόλοιπες είναι οι όροι «Διζωνική» και «Πολιτική Ισότητα». Το πρώτο στο οποίο παραπέμπει η «διζωνικότητα» είναι εμφανές: το διαχωρισμό της Κύπρου σε δύο ζώνες – κρατίδια, ένα τουρκικό στο βορρά και ένα ελληνικό στο νότο. Παράλληλα, οι Τούρκοι έχουν εδώ και χρόνια διασφαλίσει ότι σε περίπτωση τέτοιας λύσης η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταργηθεί και θα συν-ιδρυθεί  ένα νέο κράτος από τις δύο κοινότητες με άλλη ονομασία, άλλα σύμβολα κ.ά. Αυτό σημαίνει ότι το υφιστάμενο ψευδοκράτος από την μια και η εκπεσούσα  σε κοινότητα Κυπριακή Δημοκρατία από την άλλη θα έρθουν και από κοινού θα ιδρύσουν το νέο κράτος.

Η εξουσία του θα πηγάσει από τις δύο κοινότητες (οντότητες)  και όχι από τον ένα ενιαίο λαό, μια θεμελιώδη σταθερά του φιλελεύθερου νεωτερικού κράτους. Τέτοιας σημασίας όπου, ακόμα και στις δικτατορίες,  οι δικτάτορες επικαλούνται τον λαό ως την νομιμοποιητική βάση της εξουσίας τους και όχι την άλφα ή την βήτα κοινότητα. Στην Κύπρο δεν θα συμβαίνει αυτό. Η εξουσία θα πηγάσει ισότιμα και θα διαμοιραστεί ισότιμα από τις κοινότητες και τα δικαιώματα του ατόμου θα καθορίζονται πρώτιστα από το σε ποια κοινότητα ανήκει. Ο Έλληνας της Κύπρου δεν θα μπορεί για παράδειγμα να εκλεγεί η να διοριστεί σε θεσμό εξουσίας στο τουρκικό κρατίδιο απλά και μόνο επειδή θα είναι Έλληνας.

Αυτό οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάργηση της επίσης θεμελιώδους αρχής της πλειοψηφίας και μειοψηφίας, αρχή που διέπει την λειτουργία κάθε δημοκρατικού κράτους και κατ’ επέκταση την πάγια πρακτική «ένας άνθρωπος μια ψήφος». Ερώτηση: Η κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι απαραίτητη, επιβάλλεται από την «λογική» της ΔΔΟ; Aσφαλώς όχι! Τότε γιατί τη δεχόμαστε;

Η διζωνικότητα, για να διατηρηθεί, αναπόφευκτα συνεπάγεται τη μαζική, κατά συρροή, και εις το διηνεκές παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων των Ελλήνων της Κύπρου. Αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει. Έτσι λοιπόν η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών του κρατιδίου πρέπει πάντα να είναι τουρκικής καταγωγής, ώστε  η διακυβέρνηση του να ασκείται πάντα από Τούρκους.

Είναι επόμενο λοιπόν ότι δεν θα μπορούν να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στα χωριά και στις πόλεις τους, ούτε καν η πλειοψηφία τους, όπως βέβαια και  οι Ελληνοκύπριοι μη πρόσφυγες να εγκατασταθούν στο τουρκοκυπριακό συνιστών κρατίδιο, ενώ και τα πολιτικά  δικαιώματα των λίγων εκείνων που θα επιστρέψουν θα  είναι περιορισμένα ή εκμηδενισμένα ώστε να εξασφαλίζεται εσαεί  η τουρκική διοίκηση του κρατιδίου, η  «τουρκικότητα» του εν γένει. Ερώτηση: Η παραμονή του συνόλου των εποίκων ή ενός τεράστιου αριθμού τους  έχει   σχέση ή επιβάλλεται από την διζωνικότητα. Ασφαλώς όχι! Τότε γιατί το δεχόμαστε;

Είναι λοιπόν επόμενο η τουρκική πλευρά να αξιώνει για τα δύο ίσα κρατίδια και πολιτική ισότητα στον διαμοιρασμό της εξουσίας, η οποία μεταφράζεται και σε πλήρη σχεδόν αριθμητική ισότητα στα όργανα του κράτους. Το ότι σε κάποιες περιπτώσεις, π.χ. στον αριθμό των υπουργών θα έχει ας πούμε τρεις Τούρκους από τους δέκα είναι φύλλο συκής. Εξάλλου θα υπάρχουν σε κάθε περίπτωση τα veto, άμεσα και έμμεσα. Άρα και η εκ περιτροπής προεδρία στην τουρκική λογική – και σε όσους την αποδέχονται από την ελληνική πλευρά –   επιβάλλεται εκ της ισότητας.

Δεν γίνεται ο Πρόεδρος να προέρχεται πάντα από την μια κοινότητα, δεν είναι ίσο. Το ότι ο Τούρκος πρόεδρος (που αναπόφευκτα θα είναι και έποικος) θα κάνει ένα ή δύο χρόνια λιγότερα από τον Έλληνα ελάχιστη σημασία έχει. Καθίσταται έτσι σαφές ότι  οι τουρκικές αυτές αξιώσεις εμπεριέχονται στην φιλοσοφία, στον «πυρήνα» της λύσης. Σε τελική ανάλυση  η ίδια η λύση είναι «τουρκική», με θύματα  τη δημοκρατία και την ελευθερία.

Μια τέτοια λύση δεν έχει κανένα νόημα για τους Έλληνες Κυπρίους, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν θα λειτουργήσει. Παρεμπιπτόντως, γιατί άραγε η τουρκική πλευρά δεν νοιάστηκε ποτέ για τη λειτουργικότητα και τη βιωσιμότητα της λύσης παρά μόνο πως να κλειδώνει τις απαιτήσεις της;

Kαι ένα τελευταίο ερώτημα. Γιατί οι πρόεδροι που «ήθελαν» λύση – Κληρίδης, Βασιλείου, Χριστόφιας, Αναστασιάδης – και διακυβέρνησαν τον τόπο για 25 ολόκληρα χρόνια, σχεδόν  συνεχόμενα, δεν προχώρησαν σε συμφωνία; Τι είναι εκείνο που τους κράτησε; Kαι όταν μάλιστα είχαν τη πλήρη συναίνεση της «αξιωματικής» αντιπολίτευσης, δηλαδή  του ΑΚΕΛ ή του ΔΗΣΥ. Μια ειλικρινής τους απάντηση μπορεί να φανερώσει πολλά στους οπαδούς της όποιας λύσης.

*Κοινοβουλευτικός Συνεργάτης Κ.Σ. ΕΔΕΚ

One thought on “Ονοματολογία και περιεχόμενο λύσης ή πως το όνομα καθορίζει αναπότρεπτα το περιεχόμενο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *