«Οπλισμένος και επικίνδυνος» ο Ταγίπ Ερντογάν: Δείχνει να μην φοβάται τίποτα και κανένα

Muslim tourists pose in front of the poster of Turkish President Recep Tayyip Erdogan which reads, 'Thank you Istanbul' at Taksim Square in Istanbul, Turkey, 26 June 2018. EPA, SEDAT SUNA

Του Γιώργου Σκαφίδα

Ενισχυμένος πολιτικά και… επικίνδυνος (εκ του «οπλισμένος και επικίνδυνος»), ο 64χρονος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν εισέρχεται πλέον σε μια νέα φάση, εκείνη της υλοποίησης των μεγαλοϊδεατικών του οραμάτων.

Το έδαφος προετοιμάζεται εδώ και χρόνια, ήδη πριν από εκείνο το πρώτο τουρκικό δημοψήφισμα του 2007 που είχε τότε δώσει το πράσινο φως για την άμεση εκλογή προέδρου από το λαό. Στόχος: να απαλλαχθεί η Τουρκία από όλες εκείνες τις «ολιγαρχικά γραφειοκρατικές», όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Ερντογάν, αγκυλώσεις που την περιορίζουν και να «ξεχυθεί» μπροστά ως μέλλουσα περιφερειακή υπερδύναμη, με επόμενους πανηγυρικούς σταθμούς στην πορεία της τα έτη 2023 (100 χρόνια από την ίδρυση της σύγχρονης Τουρκίας), 2053 (600 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης) και 2071 (1.000 χρόνια από τη μάχη του Ματζικέρτ). 

«Είναι πλέον ώρα να εστιάσουμε στο μέλλον… Από αύριο πιάνουμε δουλειά για να εκπληρώσουμε τις υποσχέσεις που δώσαμε… Η Τουρκία δεν έχει χρόνο για χάσιμο», διακήρυξε ο ίδιος ο Τούρκος ηγέτης, πρωθυπουργός της Τουρκίας την περίοδο 2003-2014 και πρόεδρος της χώρας έκτοτε, στις πρώτες δηλώσεις του μετά την ανεπίσημη ανακοίνωση των αποτελεσμάτων το βράδυ της Κυριακής.

Ο Ερντογάν επανεξελέγη στην προεδρία με πάνω από 26 εκατ. ψήφους και ποσοστό 52,6% (υψηλότερο δηλαδή ακόμη και από εκείνο το 51,8% που είχε εξασφαλίσει το 2014), στη σκιά όμως σοβαρότατων καταγγελιών για νοθεία, ενώ παράλληλα εξασφάλισε και την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, με το ισλαμοεθνικιστικό μπλοκ των παρατάξεων AKP-MHP να αποκτά συνολικά 344 έδρες σε σύνολο 600 και ποσοστό 53,7%.

Τη νέα του αυτή διπλή επιτυχία την οφείλει σε μεγάλο βαθμό στο Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP) του Ντεβλέτ Μπαχτσελί που, διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις (οι οποίες του έδιναν κάτω από 8%), εξασφάλισε τελικώς πάνω από 11% και 49 έδρες στο κοινοβούλιο. Πανηγυρίζοντας το αποτέλεσμα, ο 70χρονος Μπαχτσελί διακήρυξε ότι το MHP εισέρχεται πλέον δυναμικά σε τροχιά ισχυροποίησης. Μόλις λίγες αργότερα, σε μια κίνηση ενδεικτική των εμφυλιοπολεμικών του διαθέσεων, έδωσε στη δημοσιότητα και βίντεο στο οποίο απειλεί να εκδικηθεί όσους προεκλογικά δυσφήμισαν το κόμμα του, στοχοποιώντας μάλιστα ονομαστικά ως τέτοιους περίπου 80 δημοσιογράφους, αναλυτές και ακαδημαϊκούς.

Εάν δεν ήταν οι Γκρίζοι Λύκοι του Μπαχτσελί, ο Ερντογάν (AKP) θα έχανε την πλειοψηφία στη νέα εθνοσυνέλευση. Είναι, δε, η πρώτη φορά στα χρονικά που το ισλαμοσυντηρητικό Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν αναγκάζεται να συνασπιστεί με μια άλλη πολιτική δύναμη (ακραία εθνικιστική εν προκειμένω) ώστε να διατηρήσει την πλειοψηφία στη βουλή.

Το τουρκικό κοινοβούλιο μπορεί βέβαια να έχει πια αποδυναμωθεί στο πλαίσιο του νέου συστήματος προεδρικής «δημοκρατίας» που εισήγαγε ο νεοσουλτάνος, πλην όμως συνεχίζει να διατηρεί εξουσίες.

Με τη σύμφωνη γνώμη 400 βουλευτών (σε σύνολο 600), μπορεί να κινηθεί ακόμη και διαδικασία αποπομπής του προέδρου, ενώ απαιτούνται τουλάχιστον 360 βουλευτικά «ναι» για να εγκριθούν οι όποιες νέες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι εθνικιστές πρόκειται να έχουν στο εξής μεγαλύτερη επιρροή πάνω στις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις στη γείτονα, με ό,τι… γκρίζο και απειλητικό μπορεί να συνεπάγεται αυτό για τα μελλούμενα σε Αιγαίο, Μεσόγειο (Καστελόριζο) και Κύπρο.

Υπό την ενισχυμένη παρουσία τους, η πλάστιγγα γέρνει εκ των πραγμάτων προς πιο εθνικιστικές κατευθύνσεις, ενώ υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο εκείνοι να αρχίσουν να λειτουργούν ως ο «κακός μπάτσος» και το «μακρύ χέρι» ή το «άλλοθι» του προέδρου, όποτε και όπου εκείνος χρειάζεται ένα τέτοιο «μακρύ χέρι» ή «άλλοθι».

Μετεκλογικά, το καθεστώς Ερντογάν εμφανίζεται για παράδειγμα να συζητάει δημοσίως το ενδεχόμενο άρσης της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης (που εάν δεν ανανεωθεί ξανά στις 18 Ιουλίου, αυτομάτως αίρεται). Κορυφαία στελέχη του MHP υποστηρίζουν ωστόσο τώρα ότι είναι ακόμη νωρίς για μια τέτοια κίνηση…

Οι «Γκρίζοι Λύκοι» δείχνουν μεν να έχουν υπαχθεί στην «ενός ανδρός αρχή» του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παραμερίζοντας όμως σε ένα βαθμό την ίδια την παράταξη του προέδρου, το AKP, σε μια πρόγευση ενδεχομένως των κομματικών ωσμώσεων που αναμένονται στην αποκομματικοποιημένη νέα Τουρκία της εκτελεστικής υπερπροεδρίας.

Αναμένουμε με ενδιαφέρον να δούμε πόσα και ποια υπουργεία εκείνοι θα λάβουν στη νέα κυβέρνηση, με απευθείας ανάθεση πλέον από τον ίδιο τον πρόεδρο, όπως επιτάσσει άλλωστε το νέο σύστημα.

Ο Ερντογάν δεν είναι όμως όμηρος των εθνικιστών, όπως γράφεται. Ο ίδιος προσωπικά και το στενό περιβάλλον του (αλλά λιγότερο το «έρμαιο» κόμμα του) έχουν «προσεταιριστεί» τους εθνικιστές και τη ρητορική τους, στο δρόμο προς την υλοποίησης του στρατηγικού οράματος μετεξέλιξης της Τουρκίας σε ισλαμική περιφερειακή υπερδύναμη.

Οι εθνικιστές, όπως είναι σήμερα τα πράγματα, μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τις εξελίξεις κυρίως σε δύο μέτωπα: στο Κουρδικό, αποτρέποντας το ενδεχόμενο να επιστρέψει η Άγκυρα σε τροχιά ειρηνευτικών συνομιλιών με τους Κούρδους (αν και το υψηλό ποσοστό που εξασφάλισε το HDP την περασμένη Κυριακή πιέζει προς μια κατεύθυνση επαναπροσέγγισης) και στην κυπριακή ΑΟΖ. Στο ίδιο πλαίσιο, οιαδήποτε αναβαθμισμένη πρόκληση κατά της Αθήνας θα έπρεπε μάλλον να ιδωθεί υπό το πρίσμα όσων «παίζονται» αυτήν την περίοδο στις ευρύτερες θαλάσσιες ζώνες πέριξ της Κύπρου.

Ειδικά στην Κύπρο, υπενθυμίζεται ότι αναμένονται μέσα στο δεύτερο μισό του 2018 προγραμματισμένες έρευνες/γεωτρήσεις από τις ΗΠΑ (ExxonMobil), ενώ πλέον και η Γαλλία (Total) εμφανίζεται να θέλει να επεκτείνει την εμπλοκή της στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Η Τουρκία του Ερντογάν έδειξε τις επεκτατικές της διαθέσεις τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν παρεμπόδισε «με τα όπλα» προγραμματισμένη γεώτρηση της ιταλικής ΕΝΙ στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ. Το ίδιο ή ανάλογο σκηνικό θα μπορούσε να επαναληφθεί και τους επόμενους μήνες, με τους Τούρκους να παίρνουν θέση ενάντια σε Γάλλους ή Αμερικανούς, με φόντο πάντα τη μεγαλόνησο.

Εν τω μεταξύ βέβαια, η Τουρκία έχει πια αποκτήσει και το δικό της πλωτό γεωτρύπανο το οποίο βάφτισε «Fatih» («Πορθητή») και πλέον απειλεί να στείλει για έρευνες στη Μεσόγειο δοκιμάζοντας τις αν(τ)οχές Λευκωσίας και Αθήνας, είτε προς τα ανοιχτά των Κατεχομένων απέναντι από τα δικά της τουρκικά παράλια, είτε… νοτίως του Καστελόριζου αμφισβητώντας έτσι ανοιχτά την ύπαρξη θαλασσίων συνόρων ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο. Ο Ερντογάν είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να κάνει πίσω σε καμία από τις γκρίζες διεκδικήσεις του έναντι Ελλάδας και Κύπρου. Το προσωπικό του, «σουλτανικό», όραμα δεν χωράει τέτοιου τύπου υποχωρήσεις, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία ο εθνικισμός στη γείτονα ενισχύεται.

Εάν προσθέσει κανείς στο ποσοστό που έλαβε το MHP (11,1%) στις βουλευτικές εκλογές της περασμένης Κυριακής και εκείνο (το 10%) του αντιπολιτευόμενου μεν αλλά επίσης εθνικιστικού Καλού Κόμματος (İYİ Parti) της Μεράλ Ακσενέρ, τότε το συνολικό ποσοστό Γκρίζων και Λύκων και λοιπών «φίλα προσκείμενων» ξεπερνάει πια το 21% και μεταφράζεται σε 92 έδρες στο κοινοβούλιο.

Αλλά και πέρα από τις έδρες των εθνικιστών, για τον Ερντογάν ο στόχος είναι πια σαφής και σαφώς διακηρυγμένος: Θέλει να μετατρέψει την Τουρκία σε περιφερειακή υπερδύναμη με γείτονες υποτελείς-δορυφόρους. Οι κινήσεις του ειδικά τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη τουρκική γειτονιά, από τα Δυτικά Βαλκάνια έως και το Ιράκ, συνηγορούν προς ακριβώς αυτήν την κατεύθυνση. Εξού και η θέση του, η αέναα επαναλαμβανόμενη, ότι κανείς δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο… χωρίς τη συγκατάθεση της Άγκυρας. Εξού και οι τουρκικές στρατιωτικές εισβολές σε Συρία και βόρειο Ιράκ… οι συνεχιζόμενες απειλές κατά της ΕΕ με «όπλο» το προσφυγικό… η επιχειρούμενη επέκταση της τουρκικής επιρροής στα Βαλκάνια… οι εσχάτως αναβαθμισμένες αμφισβητήσεις της ελληνικής κυριαρχίας κ.α.

Ο Ερντογάν, ωστόσο, μπαίνει στη νέα εποχή της εκτελεστικής υπερπροεδρίας κουβαλώντας μαζί του και σειρά από ανοιχτά μέτωπα, εσωτερικά (με κρισιμότερο εκείνο της υπερθερμασμένης τουρκικής οικονομίας) αλλά και εξωτερικά, κληρονομιά των τελευταίων επεισοδιακών ετών.

Τα ρήγματα στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ παραμένουν (Γκιουλέν, Μπράνσον, S-400, F-35 κ.α.), όπως άλλωστε και οι πληγές στις σχέσεις του με την Ευρώπη, ενώ η Άγκυρα παραμένει στρατιωτικά «εκτεθειμένη» στα εδάφη της Συρίας και του Ιράκ. Μέχρι και αργά το βράδυ της Δευτέρας, 24 ώρες μετά τις εκλογές, σχεδόν κανένας από τους «μεγάλους» της Δύσης δεν είχε καλέσει τον Ερντογάν προκειμένου να τον συγχαρεί για τη νίκη του.

Αντιθέτως, από τους πρώτους που έσπευσαν να στείλουν συγχαρητήρια μηνύματα ήταν ο Ρώσος πρόεδρος Βλάντιμιρ Πούτιν, ο Βίκτορ Όρμπαν της Ουγγαρίας, ο Έντι Ράμα από την Αλβανία, ο Μπακίρ Ιζετμπέκοβιτς από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, υψηλόβαθμα στελέχη της Χαμάς, καθώς και οι ηγεσίες από Πακιστάν, Κατάρ, Σουδάν, Ουζμπεκιστάν, Αζερμπαϊτζάν κ.α.

Πηγή: Αποσπάσματα του παραπάνω κειμένου δημοσιεύτηκαν στο ΕΘΝΟΣ της Τρίτης, 26 Ιουνίου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *