Όταν το Βερολίνο κλείνει το μάτι στην Άγκυρα: Η Αθήνα δεν μπορεί να μην γνωρίζει για το φλερτ αυτό

epa08157748 German Chancellor Angela Merkel (C) receives a mirror as a present from Turkish President Recep Tayyip Erdogan (R), during the Turkish-German University's new facilities opening ceremony in Istanbul, Turkey, 24 January 2020. EPA/TOLGA BOZOGLU

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η κατοχική Τουρκία μέσα από τις κατά καιρούς συζητήσεις με την Ελλάδα, σε πολιτικό και τεχνοκρατικό επίπεδο, έχει διαμορφώσει μια μόνιμη τακτική διαχείρισης έναντι της Αθήνας. Τη θεωρεί προβλεπτή και διαχειρίσιμη.

Η σημερινή ελληνική κυβέρνηση αρχικά υποβάθμισε την τουρκική επιθετικότητα, κράτησε αποστάσεις από τα όσα διαδραματίζονταν στην κυπριακή ΑΟΖ και στη συνέχεια -όταν προδιαγραφόταν τουρκική προέλαση στο Αιγαίο- την αντιμετώπισε με φόβο. Στην Ελλάδα, υπάρχουν σε τεχνοκρατικό επίπεδο, διπλωμάτες, επιστήμονες, στρατιωτικοί, που μπορούν να διαβάσουν με ορθολογισμό την Τουρκία, την πολιτική, τις προθέσεις της και να συμβάλουν στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κατοχικής Τουρκίας. Αυτό το κεφάλαιο, όμως, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεκμετάλλευτο καθώς η πολιτική διαχείριση είναι προδιαγεγραμμένη, φοβική και αδύναμη.

Οι κινήσεις αποτροπής στον Έβρο και στη θαλάσσια περιοχή του Καστελόριζου απέδωσαν. Πώς, όμως, αυτό το δεδομένο υποστηρίζει την πολιτική διαχείριση; Δεν φαίνεται επί του παρόντος να αξιοποιούνται οι δυνατότητες αποτροπής. Όταν η κρίση στα ελληνοτουρκικά είχε φθάσει στο απόγειό της, υπήρξε ως γνωστό γερμανική παρέμβαση, που μέσα από μυστικές επαφές και διεργασίες, προετοίμασε το έδαφος για την έναρξη ελληνοτουρκικού διαλόγου. Η γερμανική διαμεσολάβηση «μπάζει». Καταρχήν ως προεδρεύουσα χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης αυτό το εξάμηνο ανέλαβε μια πρωτοβουλία μεταξύ ενός κράτους-μέλους και μιας τρίτης χώρας. Οπότε το πλεονέκτημα της Ελλάδας, όπως και της Κύπρου, ως κράτη της Ένωσης, μειώνεται σημαντικά. Ξεκινούν από την ίδια αφετηρία με την Τουρκία.

Η αντικειμενικότητα του διαμεσολαβητή κρίνεται και από κάποια γεγονότα, που συνδέονται και με οικονομικά συμφέροντα.

  • Όπως προκύπτει από την απάντηση της γερμανικής κυβέρνησης σε επερώτηση του κόμματος «Η Αριστερά», τους πρώτους επτά μήνες φέτος εγκρίθηκαν εξαγωγές όπλων ύψους 22,8 εκατ. ευρώ προς την Τουρκία. Το 2019 είχαν εγκριθεί για όλο τον χρόνο 31,6 εκατ. ευρώ και για ολόκληρο το έτος 2018 μόνο 13 12,9 εκατ. ευρώ.

Και δεν είναι μόνο αυτές οι συναλλαγές καθώς οι συγκεκριμένες αφορούν μόνο τα αμυντικά. Κοντολογίς, ο διαμεσολαβητής κλείνει το μάτι στην Άγκυρα και η Αθήνα δεν μπορεί να μην το βλέπει.

Είναι σαφές πως με τον διάλογο, που αναμένεται να αρχίσει εντός Αυγούστου, οι εμπλεκόμενοι κερδίζουν χρόνο. Μια πρώτη ανάγνωση, που ισχύει στις πλείστες περιπτώσεις, είναι πως όσο διαρκεί ο διάλογος αποφεύγεται η στρατιωτική σύρραξη. Αν αυτός ο γενικός κανόνας ισχύει και για τον Ερντογάν αυτό μένει να αποδειχθεί. Τι μπορεί, όμως, να προκύψει στη διάρκεια του διαλόγου, που αναμένεται να είναι ανοικτής ατζέντας; Αν και ο Ερντογάν έχει δώσει προθεσμία ενός μηνός στην καγκελάριο Μέρκελ για να δράσει διπλωματικά, δεν αποκλείεται ο διάλογος να είναι ανοικτού τέλους και αναποτελεσματικός. Θα συντηρείται, ενίοτε στον αναπνευστήρα, για λόγους που θα εξυπηρετεί όλους τους παίκτες.

Το ανησυχητικό, βέβαια, είναι η γνωστή τουρκική προσέγγιση «όλα στο τραπέζι». Είναι επικίνδυνο καθώς η Τουρκία θα θέσει όλες τις παράνομες διεκδικήσεις, κλειδώνοντάς τις και για μια μελλοντική διαδικασία. Είναι δε προφανές πως οι διάφοροι τρίτοι, χωρίς κατά ανάγκη να εξετάζουν τις λεπτομέρειες, υποδεικνύουν πως «θα πρέπει να συζητηθούν όλα, για να ξεκαθαρίσουν όλα». Βλέπουν δε τη διαδικασία αυτή ως ευκαιρία, χωρίς να ασχολούνται με την ουσία. Άλλωστε κανείς δεν διαφωνεί με τον διάλογο, φθάνει να αποδίδει.

Η Ελλάδα κερδίζει, λοιπόν, χρόνο για να αποφευχθεί η ένταση (χωρίς αυτό να θεωρείται σίγουρο) και η Τουρκία, χωρίς να εγκαταλείπει τους σχεδιασμούς της, θα επιχειρήσει να συζητηθούν οι μονομερείς παράνομες αξιώσεις της σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αθήνας.

Η Τουρκία έχει ξεκάθαρο στόχο, τον οποίο και ανακοινώνει. Θέλει συνεκμετάλλευση και εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Ελλάδα, στη βάση των σχεδιασμών της Άγκυρας. Στις αξιώσεις είναι και η Κύπρος, την οποία εντάσσει σε ένα πακέτο.

  • Η Τουρκία για προφανείς λόγους ανέβασε την ένταση σε σημείο που θα οδηγούσε σε ένα θερμό επεισόδιο. Δεν το ήθελε, αλλά άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο για να φοβίσει την Αθήνα.

Στον διάλογο, όταν αρχίσει, θα γίνει αντιληπτό πως οι συζητήσεις από πλευράς της κατοχικής δύναμης θα είναι το μεγαλεπήβολο σχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», το οποίο εφαρμόζει η Άγκυρα με σταθερά βήματα σε όλη την περιοχή. Το ζητούμενο είναι να αποτραπούν οι τουρκικές επιδιώξεις και να βρεθεί τρόπος για έναρξη ενός ουσιαστικού διαλόγου. Ενός διαλόγου, που να μην είναι με σημαδεμένη τράπουλα, όπως αυτός που αναμένεται να αρχίσει με γερμανική διαμεσολάβηση.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *