Ούτε η Ελλάδα, ούτε η Κύπρος επωφελήθηκαν του ευνοϊκού κλίματος που παρουσιάστηκε για μια βαθύτερη σχέση με το Παρίσι

Ο Πρόεδρος της Γαλλίας κ. Emmanuel Macron υποδέχεται τους Ευρωπαίους Ηγέτες των χωρών MED 7. Πρόεδρος Γαλλίας – Υποδοχή Ηγετών χωρών MED 7,

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗ

Οι σχέσεις με τη Γαλλία πάνε μερικούς αιώνες πίσω, στην εποχή των Ναπολεοντείων Πολέμων και την επανάσταση του 1821.Η Γαλλία συμμετείχε στη ναυμαχία του Ναυαρίνου που άνοιξε την πόρτα για την ελληνική ανεξαρτησία και στη συνέχεια ήταν μια από τις «προστάτιδες» δυνάμεις με σημαντική επιρροή στο ελληνικό κράτος. Ένα σημαντικό ρεύμα φιλελληνισμού αναπτύχθηκε στο Παρίσι την περίοδο της ελληνικής επαναστάσεως το οποίο τόνωνε η εκεί παρουσία του Αδαμάντιου Κοραή, ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού διαφωτισμού. Βεβαίως, οι ελληνογαλλικές σχέσεις δεν υπήρξαν πάντα ρόδινες. Στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής για τον έλεγχο του ελληνικού κράτους και την άσκηση επιρροής στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων υπήρξαν κατά καιρούς και εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Ακόμη και στα νεότερα χρόνια η Γαλλία ήταν εχθρική στην ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία και ήταν από τις χώρες που στήριξαν τον Κεμάλ.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οι ελληνογαλλικές σχέσεις γνώρισαν μια σημαντική ανάπτυξη, μολονότι η γαλλική αποικιακή πολιτική έφερνε τη Γαλλία αντιμέτωπη με την Ελλάδα στο Κυπριακό. Μεγάλη ανάπτυξη είχαν οι πολιτιστικές τους σχέσεις με την παρουσία στη Γαλλία σημαντικών Ελλήνων διανοουμένων. Τον Δεκέμβριο του 1945 φυγαδεύτηκαν από την Ελλάδα στη Γαλλία, όπου αναδείχτηκαν σε ηγετικές μορφές της νεοελληνικής και της γαλλικής  διανόησης, ένας αριθμός νέων Ελλήνων διανοουμένων με το θρυλικό πλοίο «Ματαρόα». Επρόκειτο για νέους που επιλέγηκαν από τον διευθυντή του Γαλλικού Ινστιτούτου της Αθήνας Οκτάβιο Μερλιέ, έναν ακούραστο πνευματικό άνθρωπο, και στάληκαν στη Γαλλία για ανώτερες σπουδές προκειμένου να αποφύγουν τον Εμφύλιο Πόλεμο, ενώ κάποιοι κατεδιώκοντο και για τις πολιτικές τους ιδέες. Ανάμεσα σε αυτούς που μετέφερε το «Ματαρόα» και έγραψαν αργότερα ιστορία, ήταν οι φιλόσοφοι Κορνήλιος Καστοριάδης, Κώστας Παπαϊωάννου, Κώστας Αξελός, Μιμίκα Κρανάκη (ήταν επίσης και αξιόλογη λογοτέχνιδα), ο ιστορικός Νίκος Σβορώνος, ο αρχιτέκτονας Αριστομένης Προβελέγγιος, και πολλοί άλλοι. Ο συνθέτης Ιάννης Ξενάκης έφτασε στο Παρίσι λίγο αργότερα.

Οι σχέσεις των δύο χωρών γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη και στην περίοδο της Μεταπολίτευσης. Λόγω του αντιαμερικανισμού που επικρατούσε εξ αιτίας της στήριξης που δόθηκε στη χούντα και του αμερικανικού ρόλου στο πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι ελληνικές ελίτ προσδοκούσαν καλύτερες σχέσεις με τη  Γαλλία και στήριξη των ελληνικών θέσεων στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές διαφορές. Διαχρονικά η γαλλική στάση ήταν πολύ πιο φιλική-υποστηρικτική στις ελληνικές θέσεις, σε σύγκριση πάντα με την αμερικανική ή τη γερμανική.

Στην περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων η Γαλλία τήρησε επίσης μια πολύ πιο φιλική στάση από αυτή της Γερμανίας.

Αυτό που συμβαίνει όμως με τον Μακρόν τον τελευταίο καιρό με  την όξυνση των γαλλοτουρκικών σχέσεων και τη στενότερη  προσέγγιση με την Ελλάδα είναι κάτι νέο. Πρόκειται για τη σύγκρουση δύο «αυτοκρατοριών», της γαλλικής με τα ειδικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή γενικότερα αλλά και την Αφρική και της οθωμανικής που προσπαθεί να ανασυστήσει ο Ερντογάν και που απειλεί καίρια γαλλικά συμφέροντα, ειδικά σε χώρες της Αφρικής που παραδοσιακά βρίσκονταν κάτω από τη γαλλική επιρροή. Χώρες γαλλικής επιρροής όπως ο Λίβανος, η Τυνησία, η Αλγερία, ο Νίγηρας και το Τσαντ, δέχονται την τουρκική πίεση να στηρίξουν την τουρκική παρουσία στη Λιβύη. Η Λιβύη είναι ο πυλώνας της τουρκικής πολιτικής στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και την Αφρική. Είναι γι’ αυτό που τα γαλλικά συμφέροντα συμπίπτουν με τα ελληνικά. Τα γαλλικά συμφέροντα είναι βέβαια ευρύτερα. Για παράδειγμα αν ο Νίγηρας περάσει υπό τουρκική επιρροή απειλούνται γαλλικά στρατηγικά συμφέροντα υψίστης σημασίας. Γαλλικές εταιρείες επεξεργάζονται το ουράνιο αυτής της χώρας που θα μπορούσε να περάσει σε τουρκικά χέρια.

Όλα αυτά δείχνουν ότι δεν είναι μόνο η Ελλάδα που έχει ανάγκη τη Γαλλία, αλλά και η Γαλλία την Ελλάδα. Δυστυχώς η πολιτική πρόσδεσης της Αθήνας στη Γερμανία και τις ΗΠΑ εμπόδισε την έγκαιρη πραγματοποίηση μιας πιο στενής ελληνογαλλικής συνεργασίας με την οποία η Ελλάδα θα μπορούσε να εξασφαλίσει κάποιες εγγυήσεις για την ασφάλειά της. Τώρα που βεβιασμένα και υπό την τουρκική πίεση φαίνεται να δένει κάτι ανάμεσα στις δύο χώρες, ο κίνδυνος είναι να αγοράζει η Αθήνα «προστασία» αντί μιας σύμπραξης που θα έδινε στην Ελλάδα περισσότερα περιθώρια κινήσεων. Αυτό συμβαίνει όταν μια χώρα δεν έχει προνοήσει έγκαιρα τους αναγκαίους σχεδιασμούς για την άμυνά της και ενεργεί υπό πίεση την τελευταία στιγμή. Παραχωρεί πολύ περισσότερα και παίρνει πολύ λιγότερα.

Οι δυνατότητες πάντως μιας ουσιαστικής συνεργασίας με τη Γαλλία υπονομεύονται και από την αστάθεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που φαίνεται να στηρίζει ακόμη πολλές ελπίδες στη γερμανική διαμεσολάβηση που έχει τώρα και την αμερικανική στήριξη και αυτή του ΝΑΤΟ. Κι όταν είναι γνωστό ότι η Γερμανία που έχει τεράστια συμφέροντα με την Τουρκία, θέλει να σύρει την Ελλάδα σε ένα διάλογο παραχωρήσεων στην Άγκυρα.

Όσον αφορά την Κύπρο, η Γαλλία ήταν η μόνη χώρα της Δύσης που κατά κανόνα της παρείχε στήριξη στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Επιπλέον είναι η μόνη δυτική χώρα που δεν αρνήθηκε να πουλήσει όπλα στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ακόμη το Παρίσι έδωσε και δίνει στήριξη στην Κύπρο στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αντιπαράθεση Γαλλίας-Τουρκίας η Κύπρος είναι μεγάλης στρατηγικής σημασίας για το Παρίσι. Δυστυχώς, η πρόσδεση της Λευκωσίας στις ΗΠΑ και τη Βρετανία εμπόδισε μια πιο ουσιαστική σχέση με τη Γαλλία που θα μπορούσε να αποδώσει πολλά για την ενίσχυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Συμπερασματικά, ούτε η Ελλάδα ούτε η Κύπρος επωφελήθηκαν του ευνοϊκού κλίματος που παρουσιάστηκε για μια βαθύτερη σχέση με το Παρίσι. Μια σχέση που έχει ανάγκη τόσο η Γαλλία όσο και εμείς. Είναι ίσως καιρός για πιο τολμηρά βήματα στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής σχέσης με αυτή τη χώρα, αφού αυτοί που θεωρούμε ως στρατηγικούς μας εταίρους διαχρονικά ευνοούν την Άγκυρα. Αυτό καθόλου δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να βάλουμε όλα μας τα αυγά στο γαλλικό καλάθι. Σημαίνει όμως ταυτόχρονα ότι δεν παραμένουμε δέσμιοι στη μόνιμη βρετανική υπονόμευση, ούτε στην αμερικανική, τη γερμανική και τη ΝΑΤΟϊκή πολιτική που μονίμως ευνοεί τα τουρκικά συμφέροντα. Η Γαλλία λόγω των συμφερόντων της αλλά και της γκωλικής παράδοσής της διαφοροποιείται και από τον αγγλοσαξονικό κόσμο και από το ΝΑΤΟ, κάτι που τη φέρνει πιο κοντά και στα δικά μας συμφέροντα.

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019

stephanos.constantinides@gmail.com

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *