Παρακμή της δικομματικής κατίσχυσης: Απόρριψη των κυβερνητικών πολιτικών του ΔΗΣΥ, αδυναμία ΑΚΕΛ να κεφαλαιοποιήσει

Αβέρωφ Νεοφύτου και Άντρος Κυπριανού δήλωσαν ότι συμφωνούν στον στόχο για την λύση του Κυπριακού και πως δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Ο ΓΓ του ΑΚΕΛ μίλησε για «σημείο μηδέν» και ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ για «ιστορικούς μήνες μπροστά μας».

Του ΚΩΣΤΑ ΓΟΥΛΙΑΜΟΥ

Το αποτέλεσμα των Βουλευτικών εκλογών υποδηλοί απόρριψη των κυβερνητικών πολιτικών του ΔΗΣΥ αλλά και ευδιάκριτη αδυναμία του ΑΚΕΛ να κεφαλαιοποιήσει την εν λόγω απόρριψη. Ωστόσο το αποτέλεσμα κατά βάσει εμπεδώνει διά της αποχής την απαξίωση του συστήματος και, συνάμα σηματοδοτεί την παρακμή της δικομματικής κατίσχυσης. Η εξέλιξη αυτή δεν πρέπει να χαροποιεί ούτε να θλίβει. Τουναντίον, οφείλουμε να την ερμηνεύσουμε ως διαδικασία που δημιουργεί, μεταξύ άλλων, τις προϋποθέσεις ενός αρτισύστατου πολιτικού χάρτη. Παράλληλα, σηματοδοτεί την εκκίνηση μιας νέας πολιτικής περιόδου με στόχο τις προεδρικές, εν μέσω εκρηκτικών εσωτερικών προβλημάτων συνοχής σε όλα τα πεδία κι επίπεδα.

Πέραν τούτων, κάθε συζήτηση με επίκεντρο την κατάκτηση της πρώτης θέσης δεν προσφέρει ασφαλές συμπέρασμα. Ούτε και αντέχει σοβαρής ανάλυσης. Απλά είναι ένα προπαγανδιστικό αφήγημα, φαντασμαγορικού τύπου που ικανοποιεί τον κομματικό πατριωτισμό ή, άλλως, το κομματικό αίσθημα. Επί της ουσίας, πρόκειται για πύρρειο νίκη, εφόσον κάποιος υπολογίσει τη σημαντική απώλεια του απόλυτου αριθμού ψηφοφόρων. Πραγματικά από τις εκλογές του 2001, ήτοι την τελευταία 20ετία, παρατηρείται δραματική διαφυγή-απώλεια ψηφοφόρων των δύο κυρίαρχων κομμάτων που αγγίζει τα 83.000 άτομα, με συνέπεια και την ανάλογη συρρίκνωση των ποσοστών τους, η οποία αθροιστικά βρίσκεται κοντά στο 15%. Να θυμίσω πως στις εκλογές του 2001 τα δύο μεγάλα κόμματα συγκέντρωναν το 68.67%.

Στις εκλογές του 2016 κατέγραψαν 56,36%, ενώ το 2021 επιβεβαίωσαν την εντυπωσιακά συνεχιζόμενη πτωτική τους πορεία αφού βρέθηκαν σχεδόν στο 55%. Το όλο πάντως ζήτημα υποδηλοί φαινόμενο σταδιακής παρακμής του δικοµµατικού συστήµατος, που χρονικά – αλλά και ως προς τα πολιτικά χαρακτηριστικά – είναι υπεύθυνο για την άνοδο της αποχής και, κυρίως, για ό,τι αποκαλώ ρευστοποίηση των ταξικών χαρακτηριστικών της ψήφου. Αυτό το φαινόμενο, όπως και η εν πολλοίς δυσδιάκριτη ιδεολογική διαφοροποίηση των δύο “μονομάχων” σε πολλά θέματα, εκκολάπτει την αποτυπωθείσα κομματική ρευστότητα στις παρυφές του συστήματος, με αποτυπωμένα τα δεδομένα πλέον της αποδέσμευσης και αποστοίχισης των ψηφοφόρων από το δικομματισμό και, επομένως, της μετατόπισης της πολιτικής στον χώρο των μικρότερων κομμάτων.

Ωστόσο σ’ ένα μεγάλο βαθμό η εν λόγω αποστίχοιση ψηφοφόρων και δημιουργία/ενίσχυση μικρότερων κομμάτων δεν απαντά τόσο σε κοινωνικές ανάγκες όσο σε προσωποπαγείς τακτικές, οι οποίες – σε συνάρτηση με την αποχή και το γενικευμένο πλαίσιο αποϊδεολογικοποίησης της πολιτικής και απαξίωσης των πολιτικών – φιλοδοξούν να αποτελέσουν μια ακόμα περιοχή στον υφιστάμενο χάρτη της παραδοσιακής κομματοκρατίας και του ισχυρού πελατειακού κράτους.

Το βέβαιο είναι πως ο νέος χάρτης παραπέμπει σε Βουλή εύθραυστων ισορροπιών και συμμαχιών, με ό,τι τούτο συνεπάγεται για τις προεδρικές εκλογές.

*Πρύτανης στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *