Πικρό καλοκαίρι

Του Στέφανου Κωνσταντινίδη*

Πικρό καλοκαίρι για τον πλανήτη, πικρό καλοκαίρι και για μας σε Ελλάδα και Κύπρο. Ο πόλεμος στην Ουκρανία δημιουργεί μια εκρηκτική κατάσταση για τον πλανήτη και οι συνέπειές του μεγαλώνουν καθημερινά. Απειλούν την διεθνή ειρήνη αλλά απειλούν επίσης να δημιουργήσουν μια επισιτιστική κρίση. Οι συνέπειες γίνονται επίσης αισθητές στην κλιματική αλλαγή που αφέθηκε στην τύχη της. Η παγκόσμια οικονομία κλυδωνίζεται, ο πληθωρισμός καλπάζει και χτυπά τα φτωχότερα στρώματα ακόμη και στις πιο ανεπτυγμένες χώρες. «Οι επιπτώσεις του πολέμου στην επισιτιστική ασφάλεια, την ενέργεια και τα χρηματοικονομικά είναι συστημικές, σοβαρές και επιταχυνόμενες», τονίζει σε δήλωση του ο Γ.Γ των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες. «Για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, συνεχίζει, ο πόλεμος απειλεί να εξαπολύσει ένα άνευ προηγουμένου κύμα πείνας και εξαθλίωσης, αφήνοντας στο πέρασμά του κοινωνικό και οικονομικό χάος».

Εντούτοις οι Αμερικανοί που τροφοδοτούν αυτό τον πόλεμο δεν φαίνονται ακόμη διατεθειμένοι να μπούνε σε μια διαπραγμάτευση με τη Ρωσία για τη λήξη του. Ακούονται βέβαια φωνές, ακόμη και στις ΗΠΑ, για την ανάγκη να λήξει ο πόλεμος ενώ και η ίδια η ενότητα της Δύσης παρουσιάζει ρωγμές. Απέναντι στο αγγλοσαξονικό μέτωπο του πολέμου συντάσσονται οι τρεις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες που επιδιώκουν ένα διάλογο με τη Μόσχα, η Ιταλία, η Γαλλία και η Γερμανία. Όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, κερδισμένες είναι οι μεγάλες αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος  και αυτές της ενέργειας. Είναι αυτές οι εταιρείες που πιέζουν για τη συνέχιση του πολέμου. Το ερώτημα είναι πόσο θα αντέξουν οι αμερικανικές πολιτικές ελίτ να στηρίζουν τον πόλεμο όταν οι συνέπειές του θα γίνονται σταδιακά έντονες για τη ζωή μεγάλων στρωμάτων της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας.

Φυσικά οι κυρώσεις έχουν πλήξει κα τη Ρωσία αλλά απ’ότι φαίνεται πολύ λιγότερο από όσο ελπίζανε οι Δυτικοί. Σε σημείο που το ρούβλι αντί να καταρρεύσει όπως περίμεναν έγινε ισχυρό νόμισμα και η ρωσική οικονομία παρουσιάζει ακόμη και πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία μπορεί να συνεχίσει τον πόλεμο για ένα ορισμένο ακόμη χρονικό διάστημα όσο να πετύχει ένα μέρος τουλάχιστο των στόχων της. Περισσότερο και από οικονομικό το πλήγμα για τη Ρωσία είναι ηθικό και ως ένα σημείο και γεωπολιτικό. Η Μόσχα χάνει το γόητρό  της στη διεθνή σκηνή ενώ και γεωπολιτικά αποκόπτεται, τουλάχιστον προσωρινά, από την Ευρώπη και σπρώχνεται προς την Ασία.

Πέρα όμως από την Ευρώπη που είναι ο κύριος χαμένος αυτού του πολέμου, τις συνέπειές του θα υποστούν  και οι φτωχότερες χώρες του πλανήτη που απειλούνται με οικονομική αποδιοργάνωση λόγω του κόστους της ενέργειας και από την πείνα που αρχίζει να κάνει την εμφάνισή της λόγω της έλλειψης σιτηρών και λιπασμάτων. Για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα οι Δυτικοί προσπαθούν να διαπραγματευτούν με την Μόσχα το άνοιγμα διαδρόμων εξαγωγής ουκρανικών και ρωσικών σιτηρών αλλά ακόμη και λιπασμάτων. Και όπως είναι φυσικό οι Ρώσοι πιέζουν να αρθούν σε αυτή την περίπτωση και μέρος των κυρώσεων εναντίον τους.

Αυτό που είναι φανερό είναι ότι η απομόνωση της Ρωσίας δεν είναι και τόσο εύκολη επειδή πρόκειται για μια μεγάλη χώρα με τεράστιες οικονομικές δυνατότητες που πάνε πολύ πέρα από την ενέργεια. Αν σε αυτό προστεθεί και η στρατιωτική της ισχύς, παρά τις όποιες αστοχίες της στην Ουκρανία, ο διάλογος μαζί της για τον τερματισμό του πολέμου θα είναι αργά ή  γρήγορα αναπόφευκτος. Αυτοί που φαίνεται θα θυσιαστούν στο τέλος για τα αμερικάνικα συμφέροντα θα είναι οι Ουκρανοί. Στρατιωτική νίκη τους επί των Ρώσων φαίνεται μάλλον απίθανη όση βοήθεια και να πάρουν από τους Αμερικανούς. Μπορεί η Μόσχα να μην πέτυχε όλους τους στόχους της αλλά κατέχει ήδη το 20% του ουκρανικού εδάφους και δύσκολα θα εγκαταλείψει τα κατακτημένα αυτά εδάφη που έχουν γι’ αυτή μεγάλη γεωπολιτική σημασία και που είναι ο οικονομικός πνεύμονας της Ουκρανίας. Αλλά και η όποια ειρήνη επιτευχθεί θα είναι εύθραυστη επειδή  είναι απίθανο η Ουκρανία να αναγνωρίσει τον εδαφικό της ακρωτηριασμό. Θα πρόκειται μάλλον για μια de facto κατοχή χωρίς διεθνή αναγνώριση, όπως συμβαίνει με αυτή του Ισραήλ επί των παλαιστινιακών εδαφών ή την τουρκική κατοχή στην Κύπρο.

Για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό το καλοκαίρι θα είναι βέβαια θερμό και πικρό γιατί ο πόλεμος τις επηρεάζει άμεσα, επηρεάζει άμεσα την οικονομία τους, αλλά κυρίως λόγω των τουρκικών απειλών. Ακόμη και να μην υπάρξει θερμό επεισόδιο, οι τουρκικές απειλές επηρεάζουν το οικονομικό κλίμα και επιπλέον εγγράφουν υποθήκες για μελλοντικές ελληνικές υποχωρήσεις. Όσο η Δύση και ειδικότερα οι ΗΠΑ θεωρούν αναγκαίο σύμμαχο την Τουρκία, παρά τους όποιους ακροβατισμούς της, και θα προσπαθούν να την κρατήσουν μακριά όσο γίνεται από ένα ενδεχόμενο ρωσικό εναγκαλισμό, ακόμη και κινεζικό, θα προσπαθούν να την εξευμενίσουν ενώ υπόγεια θα απαιτούν ελληνικές υποχωρήσεις.  Γνωρίζουν άλλωστε ότι τόσο στην Αθήνα όσο και στη Λευκωσία θα υπάρχουν πάντα «καλά παιδιά» για να ακούνε  τις παροτρύνσεις τους. Είναι άλλωστε αυτό που διαφοροποιεί την ελληνική εξωτερική πολιτική από την τουρκική. Φαίνεται δε ότι οι Αμερικανοί υπολογίζουν πάντα στην ελληνική υποχωρητικότητα και γι’αυτό δεν παρέχουν καμία εγγύηση για την εθνική ακεραιότητα της Ελλάδας. Όταν μας παραπέμπουν να τα βρούμε, αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο από ελληνικές υποχωρήσεις. Ακόμη χειρότερα, στην Κύπρο η μόνη πολιτική που έχουμε είναι η αυτή των ΜΟΕ. Είναι ποτέ δυνατόν να καταδικάζεται η Ρωσία για την εισβολή της στην Ουκρανία και να μένει στο απυρόβλητο η Τουρκία για την εισβολή και την κατοχή στην Κύπρο και τις απειλές της στο Αιγαίο; Ασφαλώς οι «σύμμαχοι» και οι «εταίροι»  μας ευθύνονται γι’ αυτό αλλά η πρώτη και κύρια ευθύνη ανήκει στις ελληνικές και κυπριακές πολιτικές ελίτ που δεν αξιώνουν, η μεν Αθήνα  από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, η δε Λευκωσία  από την Ευρωπαϊκή Ένωση την ίδια μεταχείριση με αυτή της Ουκρανίας. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τους μηχανισμούς του ΝΑΤΟ για την υπεράσπιση των εθνικών της συμφερόντων, η Αθήνα δεν το κάνει, συμπεριφέρεται ως το «καλό παιδί».   Το ίδιο κάνει  η  Τουρκία  και με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς να είναι καν μέλος της , κάτι που δεν κάνουν  Ελλάδα και Κύπρος. Ελλάδα και Κύπρος επαιτούν απλώς κάποιες δηλώσεις συμπόνιας. Τον επαίτη όμως κανείς δεν τον υπολογίζει. Το διπλωματικό πεδίο είναι ένα βασικό εργαλείο που μένει ανεκμετάλλευτο από την Ελλάδα και την  Κύπρο. Η Ελλάδα για παράδειγμα θα μπορούσε να ζητήσει ανταλλάγματα για τη δική της εθνική ασφάλεια προκειμένου να συμφωνήσει στην ένταξη της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.

Σε όλα αυτά προστίθεται και ο άκρατος  αντιρωσισμός  της Αθήνας και η αποστολή όπλων στην Ουκρανία που καθόλου δεν ενισχύουν την διεθνή εικόνα ή την ασφάλεια  της χώρας ούτε και της αποφέρουν κάποιο σοβαρό όφελος. Αντίθετα υποθηκεύονται  οι σχέσεις της με τη Μόσχα.

Ένα θερμό λοιπόν και πικρό  καλοκαίρι αναμένεται που θα κρίνει πολλά τόσο για τη διεθνή ειρήνη και την επάνοδο του πλανήτη σε μια πιο ισορροπημένη ζωή όσο και για την εξέλιξη των δικών μας σχέσεων με την Τουρκία.

 

*Πανεπιστημιακός, συγγραφέας της μυθιστορηματικής τριλογίας ΝΟΜΑΔΑΣ, Αθήνα, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017-2019. Τώρα κυκλοφορεί και το νέο του μυθιστόρημα,  ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/ΣΤΟ ΥΦΑΝΤΟ ΤΟΥ ΄21, από τον ίδιο εκδοτικό οίκο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.