Ποιοί είναι οι Ιταλοί πρώην τρομοκράτες που συνέλαβε μετά 40 χρόνια ο Μακρόν

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΕΛΗΟΛΑΝΗ

Το 1948 ένας νεαρός φασίστας είχε στήσει ενέδρα στην είσοδο της Βουλής για να δολοφονήσει τον Παλμίρο Τολιάτι. Μόλις τον είδε να πλησιάζει, πήγε κοντά του και τον πυροβόλησε σχεδόν εξ επαφής. Ο Τολιάτι τραυματίστηκε σοβαρά. Πιο σοβαρά, όμως, τραυματίστηκε η επίμονη προσπάθεια του γραμματέα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος να πείσει τους συντρόφους του ότι δεν ήταν καλό να ακολουθήσει η Ιταλία τον “ελληνικό δρόμο”, όπως τον αποκαλούσε, δηλαδή να πάρουν οι Ιταλοί κομμουνιστές τα όπλα και να προσπαθήσουν να καταλάβουν επαναστατικά την εξουσία.

Στη βόρεια Ιταλία, όπου ήταν ακόμη πολύ νωπές οι μνήμες της αντίστασης εναντίον του Μουσολίνι και των Γερμανών που τον προστάτευαν, η είδηση της απόπειρας δολοφονίας προκάλεσε εξέγερση. Οι κομμουνιστές πρώην αντάρτες, που είχαν παραδώσει στους συμμάχους μόνον ένα μικρό μέρος από τα όπλα τους, κινητοποιήθηκαν αστραπιαία και μαζί με χιλιάδες διαδηλωτές ουσιαστικά κατέλαβαν τις κυριότερες βορειοϊταλικές πόλεις.

Την επομένη της απόπειρας δολοφονίας, ο γραμματέας της οργάνωσης Λομβαρδίας Τζανκάρλο Παγιέτα τηλεφώνησε στο νοσηλευόμενο Τολιάτι και του ανήγγειλε περιχαρής: «Σύντροφε Τολιάτι, το Μιλάνο είναι στα χέρια μας!». Η απάντηση του Τολιάτι ήταν κοφτή: «Μπράβο. Και τώρα τι θα το κάνετε;». Ο Παγιέτα πάγωσε και οι εξεγερμένοι γύρισαν στα σπίτια τους.

Την κοφτερή φράση του Τολιάτι πολλοί τη θυμήθηκαν μετά το κύμα συλλήψεων Ιταλών πρώην τρομοκρατών που είχαν εγκατασταθεί στη Γαλλία εδώ και μισό αιώνα. Ήταν η περίοδος που οι ιταλικές ένοπλες οργανώσεις ήταν σε κατάσταση διάλυσης και τα πρώην μέλη τους προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν καταφύγιο, διασχίζοντας κρυφά τα ιταλο-γαλλικά σύνορα. Ο τότε Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν, σε συνεννόηση με τον Ιταλό σοσιαλιστή ηγέτη Μπετίνο Κράξι, επέτρεψε στους Ιταλούς φυγάδες να εγκατασταθούν στη χώρα του. Υπό έναν όρο: έπρεπε να εγκαταλείψουν την ένοπλη δράση και να σεβαστούν πλήρως τον ποινικό κώδικα. Σε όλα αυτά τα χρόνια, ο όρος που έθεσαν οι γαλλικές αρχές έγινε απόλυτα σεβαστός.

Οι ηττημένοι της ένοπλης πάλης

Χωρίς καμία δυσκολία, αφού όλοι οι Ιταλοί φυγάδες, που υπολογίζονται συνολικά σε μερικές εκατοντάδες, βρήκαν καταφύγιο στη Γαλλία ως ηττημένοι της ένοπλης πάλης. Κουβαλούσαν μέσα τους ενοχές, τύψεις αλλά και σοβαρά ερωτηματικά για την αξία του πολιτικού τους εγχειρήματος. Είναι πολλά τα απομνημονεύματα πρώην τρομοκρατών που κυκλοφορούν στην Ιταλία και καταγράφουν τα συναισθήματα της ήττας.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως σε εκείνη της “Πρώτη Γραμμή”, η οργάνωση είχε ανακοινώσει τη διάλυση της, ενώ οι “Ερυθρές Ταξιαρχίες” είχαν πλέον διασπαστεί σε χίλια δυο κομμάτια. Στις 28 Απριλίου 2021, στις 6:00′ το πρωί όλα αυτά άλλαξαν. Οι Γάλλοι αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής συνέλαβαν επτά Ιταλούς πρώην τρομοκράτες, οι οποίοι έχουν στη Γαλλία οικογένεια και παιδιά, εργάζονται κι έχουν πλήρως ενσωματωθεί στη γαλλική κοινωνία.

Ένας μάλιστα από αυτούς, ο Ραφαέλε Βεντούρα, έχει πολιτογραφηθεί Γάλλος. Ο Βεντούρα, ο οποίος στη Γαλλία εργάζεται στο τομέα της τηλεόρασης, είναι ένας από τους τρεις που δεν συνελήφθησαν τα χαράματα της 28ης Απριλίου, αλλά ο ίδιος, μαζί με έναν άλλον, παραδόθηκε στις αρχές την επομένη, ώστε να μην βλάψει τους άλλους συλληφθέντες. Ο 71χρονος πλέον Βεντούρα είναι ένας από τους νεαρούς της Αυτονομίας που το 1977 στο Μιλάνο συμμετείχαν σε ανταλλαγή πυροβολισμών με τους αστυνομικούς στην ουρά μιας πορείας. Τότε μια σφαίρα είχε σκοτώσει έναν αστυνομικό.

Ηλικιωμένοι αλλά όχι ξεχασμένοι

Είναι τα δραματικά γεγονότα που απαθανάτισε η πασίγνωστη φωτογραφία του νεαρού Τζουζέπε Μεμέο στη μέση του δρόμου να πυροβολεί τους αστυνομικούς. Την έβαλα και εγώ ως εξώφυλλο σε παλαιότερο βιβλίο μου για την ιταλική τρομοκρατία. Στη δίκη που ακολούθησε, ο δολοφόνος του αστυνομικού εντοπίστηκε και καταδικάστηκε. Ταυτόχρονα, όμως, καταδικάστηκε ερήμην σε 20 έτη κάθειρξης και ο Βεντούρα, παρόλο που το δικαστήριο αποδέχτηκε ότι δεν ευθυνόταν για την δολοφονία.

Το κατηγορητήριο εναντίον του υποστήριζε πως είχε ενταχθεί στη μικρή οργάνωση “Ένοπλοι Κομμουνιστικοί Σχηματισμοί”, με βάση το γεγονός πως την είχαν ιδρύσει πρώην σύντροφοί του από την Αυτονομία. Ο ίδιος έχει δηλώσει πως ουδέποτε εντάχτηκε σε αυτή. Ακόμη πιο αμφιλεγόμενη είναι η ιστορία του Τζόρτζο Πιετροστέφανι, 78 ετών σήμερα. Αυτός ήταν ηγετικό στέλεχος της (νόμιμης) αριστερής οργάνωσης Lotta Continua έως ότου αυτή διαλύθηκε το 1976.

Τότε εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Παρίσι και άρχισε να δουλεύει ως μάνατζερ. Το 1988 ένας πρώην σύντροφός του τον κατήγγειλε στους καραμπινιέρους ότι συμμετείχε στο κομάντο που το μακρινό 1972 είχε δολοφονήσει στο Μιλάνο τον επιθεωρητή της αστυνομίας Λουίτζι Καλαμπρέζι. Ξεκίνησε τότε μια πολύπλοκη, χρονοβόρα αλλά και αμφιλεγόμενη δικαστική διαδικασία, που κατέληξε σε δυο αθωωτικές αποφάσεις των δικαστηρίων και μια καταδίκη σε 14 χρόνια κάθειρξη από τον Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Για ηθική αυτουργία

Είναι ο μόνος από τους συλληφθέντες που δεν έχει καταδικαστεί για τρομοκρατία, αλλά για ηθική αυτουργία στο φόνο του αξιωματικού της αστυνομίας. Είναι, επίσης, ο μόνος που δηλώνει αθώος. Πέρα από την προχωρημένη ηλικία, ο Πιετροστέφανι έκανε μεταμόσχευση ήπατος και βρίσκεται υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση. Το πρωί της 28ης Απριλίου οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν είχαν φροντίσει να συνοδεύονται από ασθενοφόρο.

Ο πρώην ερυθροξιαρχίτης Σέρτζο Τορνάγκι, 63 ετών σήμερα, συνελήφθη ενώ εργαζόταν ως τεχνικός σε οινοποιία στο Μπορντώ. Έχει καταδικαστεί ερήμην σε 25 χρόνια για τη δολοφονία ενός μάνατζερ το 1980. Είναι παντρεμένος με Γαλλίδα κι έχει δύο παιδιά. Στις Ερυθρές Ταξιαρχίες ήταν οργανωμένος και ο Τζοβάνι Αλιμόντι, 66 ετών σήμερα, που καταδικάστηκε ερήμην σε 11 χρόνια για ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση. Ο Αλιμόντι ήταν ο τηλεφωνητής στο τηλεφωνικό κέντρο της Βουλής κατά τη διάρκεια της απαγωγής του προέδρου της Χριστιανο-δημοκρατίας Άλντο Μόρο. Ο ίδιος έχει παραδεχτεί πως ενημέρωνε τις Ερυθρές Ταξιαρχίες για όσα άκουγε στο τηλέφωνο.

Σχεδόν πανομοιότυπη και η ιστορία του συνομήλικου του Έντσο Καλβίτι, που καταδικάστηκε ερήμην σε 18 χρόνια διότι υπήρξε μέλος των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Και στην δική του περίπτωση, όπως και σε εκείνη του Αλιμόντι, οι δικαστικοί δεν μπόρεσαν να αποδείξουν ότι συμμετείχε σε οποιαδήποτε επιχείρηση της ένοπλης οργάνωσης. Ο Ναρτσίζο Μανέντι, 65 ετών σήμερα, καταδικάστηκε ερήμην σε ισόβια για τη δολοφονία ενός καραμπινιέρου το 1979, κατά τη διάρκεια ληστείας για τη χρηματοδότηση της μικρής όσο και εφήμερης οργάνωσης “Ένοπλοι Πυρήνες Εδαφικής Αντι-εξουσίας”.

Η ζωή έξω από τις φυλακές

Άφησα τελευταίες δύο γυναίκες, και οι δυο τους ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών. Η πρώτη είναι η Μαρίνα Πετρέλα, 67 ετών σήμερα, καταδικασμένη σε ισόβια για τρεις δολοφονίες (στις δυο για ηθική αυτουργία), δύο απαγωγές και μια απόπειρα δολοφονίας. Η δεύτερη είναι Ρομπέρτα Καπέλι, 66 ετών σήμερα, κι αυτή καταδικασμένη σε ισόβια για τρεις δολοφονίες (στη μία για ηθική αυτουργία) και για απόπειρα ανθρωποκτονίας.

Είναι και οι δυο από τα ιδρυτικά στελέχη της οργάνωσης των Ερυθρών Ταξιαρχιών στη Ρώμη, όταν η τρομοκρατική οργάνωση είχε αρχίσει να ετοιμάζει το έδαφος για την απαγωγή του Μόρο. Η Πετρέλα εντάχτηκε στην οργάνωση μαζί με τον σύζυγο και τον αδελφό της, που αποτελούσαν την ηγετική ομάδα μιας μικρής οργάνωσης της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στη Ρώμη.

Ως ηγετικά στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών και οι δύο γυναίκες έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στις πολλαπλές διασπάσεις της οργάνωσης: η Πετρέλα επέλεξε τις “Ερυθρές Ταξιαρχίες- Κόμμα του Αντάρτικου”, με επικεφαλής τον εγκληματολόγο Τζοβάνι Σεντσάνι, ο οποίος αποπειράθηκε μάταια να ξεσηκώσει τις εξαθλιωμένες μάζες της Νάπολης και του ιταλικού Νότου. Η Ρομπέρτα Καπέλι επέλεξε αντίθετα τις “Ερυθρές Ταξιαρχίες-Μαχόμενο Κομμουνιστικό Κόμμα”, που είχε σημείο αναφοράς τον Μάριο Μορέτι.

Η Πετρέλα και ο Σαρκοζί

Η Πετρέλα στο Παρίσι έκανε άλλο ένα παιδί, ενώ το πρώτο της γεννήθηκε στη φυλακή. Πέρυσι πέθανε ο σύζυγος της, μαζί με τον οποίο εργαζόταν σε εκδοτικό οίκο. Το 2008 έπεσε στα χέρια της τροχαίας χωρίς να έχει επάνω της το δίπλωμα. Η έκδοσή της αποτράπηκε μόνον όταν ενεργοποιήθηκε η ηθοποιός Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι, η οποία ενημέρωσε την αδελφή της Κάρλα Μπρούνι, σύζυγο του τότε προέδρου Σαρκοζί.

Ο Γάλλος πρόεδρος απευθύνθηκε στον Ιταλό ομόλογο του Τζόρτζο Ναπολιτάνο και του ζήτησε να δώσει χάρη στην Πετρέλα. Ο Ναπολιτάνο αρνήθηκε και ο Σαρκοζί ακύρωσε την έκδοση. Και ο γιός της Καπέλι γεννήθηκε στη φυλακή, αλλά αυτή τη φορά με τους πάνοπλους άνδρες της Αντιτρομοκρατικής να επιτηρούν αυστηρά τον τοκετό. Στο Παρίσι παντρεύτηκε έναν Γάλλο και άρχισε να εργάζεται ως νηπιαγωγός.

Ο μόνος που παραμένει καταζητούμενος είναι ο Λουίτζι Μπεργκαμίν, 73 ετών σήμερα, πρώην μέλος της οργάνωσης “Ένοπλοι Προλετάριοι για τον Κομμουνισμό”, μια οργάνωση με σημαντικό ποσοστό μελών προερχόμενων από το κοινό έγκλημα. Καταδικάστηκε ερήμην σε έξι χρόνια φυλακή διότι θεωρήθηκε ότι κατά τη διάρκεια προηγούμενης φυλάκισής του ήταν ο εντολέας για το δολοφονία ενός αξιωματικού των δεσμοφυλάκων. Ο Μπεργκαμίν, που στη Γαλλία εργαζόταν στον τουρισμό και τώρα είναι συνταξιούχος, δύσκολα θα παραδοθεί στις ιταλικές αρχές, καθώς η καταδίκη του παραγράφεται στις 10 Μαΐου.

Οι Ιταλοί πρώην τρομοκράτες προκαλούν αμηχανία

Μετά από αυτή την εκτενή παρένθεση για το ποιόν των συλληφθέντων, επιστρέφουμε ξανά στην αρχική ερώτηση: Τι θα κάνουν με αυτούς τους εννέα ή δέκα στα χέρια τους οι γαλλικές αρχές; Η αμηχανία τους φάνηκε από το γεγονός ότι ήδη την επομένη της σύλληψής τους γύρισαν όλοι στα σπίτια τους με την υποχρέωση να δίνουν το παρόν στο κοντινό αστυνομικό τμήμα.

Στις 5 Μαΐου εμφανίστηκαν ενώπιον της γαλλικής Δικαιοσύνης και δήλωσαν πως δεν επιθυμούν να εκδοθούν στην Ιταλία, πράγμα που σημαίνει ότι η διαδικασία έκδοσης θα διαρκέσει τουλάχιστον τρία χρόνια και η έκβασή της θα είναι αβέβαιη. Αξίζει να σημειωθεί πως όλοι οι συλληφθέντες, εκτός από την Πετρέλα, έχουν ήδη αντιμετωπίσει στο παρελθόν τη διαδικασία έκδοσης, κάποιοι μάλιστα δύο ή και τρεις φορές. Η γαλλική Δικαιοσύνη, όμως, ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει αποδεχτεί τα ιταλικά αιτήματα.

Αλλά και στην περίπτωση που τελικά όλοι ή κάποιοι από αυτούς εκδοθούν στην Ιταλία, στην ηλικία τους δύσκολα θα επιστρέψουν στης φυλακής τα σίδερα. Πιθανότερο είναι να ακολουθήσουν προγράμματα κοινωνικής ένταξης, ώστε να καταλήξουν να κάνουν στην Ιταλία αυτό ακριβώς που έκαναν και στην Γαλλία. Τα ιταλικά κόμματα και Μίντια αντιμετώπισαν το όλο θέμα με σκεπτικισμό.

Χειροκρότημα από τη σκληρή Δεξιά

Μόνον ο Σαλβίνι και η ακροδεξιά Τζόρτζα Μελόνι χειροκρότησαν την επιχείρηση της γαλλικής αστυνομίας. Οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις μίλησαν για «αδέξια εκδικητική κίνηση» που διευκόλυναν ορισμένοι δικαστικοί κύκλοι της Ιταλίας. Ο ίδιος ο Μάριο Καλαμπρέζι, πρώην διευθυντής της “Ρεπούμπλικα” και γιός δολοφονηθέντος αστυνομικού επιθεωρητή, δήλωσε πως δεν συμμερίζεται «τέτοιου είδους αντιλήψεις περί δικαιοσύνης», αφού «η εξορία είναι ικανή ποινή και η εμπράγματη εγκατάλειψη της πολιτικής βίας αποτελεί από μόνη της στοιχείο επανένταξης στην κοινωνία, όπως ορίζει το ιταλικό Σύνταγμα για τους καταδικασθέντες».

Η πρωτοβουλία της σύλληψης αποδίδεται στον Μακρόν, ο οποίος είχε ειδοποιήσει την ιταλική κυβέρνηση. Ο Μακρόν επέλεξε τα 10 ονόματα από κατάλογο με περισσότερα από 200 που η Ρώμη του υπέβαλε. Σύμφωνα με γαλλικά δημοσιεύματα, ο Γάλλος πρόεδρος ισχυρίστηκε πως έκανε την επιλογή του με την πρόθεση να εκδώσει στην Ιταλία μόνον όσους ευθύνονται για εγκλήματα αίματος.

Όπως είδαμε όμως, αυτό δεν ισχύει. Δεν είναι σαφές πώς έγινε η επιλογή, αλλά είναι πολύ πιθανό ο Μακρόν να θέλει να κάνει επίδειξη του δόγματος “νόμος και τάξη”, προκειμένου να ικανοποιήσει δεξιούς ψηφοφόρους εν όψει της μονομαχίας με την Λεπέν το προσεχές έτος. Αν, όπως είναι πιθανό, η όλη υπόθεση καταλήξει σε φιάσκο και οι δέκα πρώην τρομοκράτες επιστρέψουν στα σπίτια τους σαν να μην συνέβη τίποτα, τότε ο Μακρόν θα έχει να παρουσιάσει στους ψηφοφόρους του μια τρύπα στο νερό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *