Ποιοι πιέζουν για διαπραγμάτευση-πακέτο με Τουρκία – Τα τρία βήματα που πρότεινε η Αθήνα

Η Καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, κατά τη διάρκεια της συνάντησής τους, την Πέμπτη 29 Αυγούστου 2019, στο Βερολίνο. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΑΡΚΑ

H τηλεφωνική συνομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκάλεσε ταυτόχρονα ενθουσιασμό σε όσους προσδοκούν ταχεία συμφιλίωση με την Άγκυρα και αγανάκτηση σε όσους απορρίπτουν ριψοκίνδυνες μορφές διμερούς επικοινωνίας. Προοιωνίζεται, ενδεχομένως, και εσωκομματική αναταραχή στη ΝΔ μετά τη δημόσια προβολή διαφορετικής ατζέντας από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.

Το περιεχόμενο της συνδιάλεξης –σύμφωνα με έγκυρες πηγές– απέχει πάντως πολύ από όλες τις εκατέρωθεν βιαστικές εκτιμήσεις, καθώς κατέληξε σε συνεννόηση μόνον επί δύο ζητημάτων. Πρώτον, στη συνήθη επωδό ότι πρέπει να λειτουργούν αποτελεσματικοί δίαυλοι επικοινωνίας. Δεύτερον, στην καταρχήν επιβεβαίωση της πραγματοποίησης συναντήσεων σε υπηρεσιακό επίπεδο προσεχώς.

Επί του πρώτου θέματος, κρίνεται πως μπορεί να εδραιωθεί επικοινωνία μεταξύ της διευθύντριας του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, πρέσβεως Ελένης Σουρανή και του συμβούλου εξωτερικής πολιτικής του Τούρκου προέδρου Ιμπραχήμ Καλίν, με σκοπό την εκτόνωση μεγάλων εντάσεων. Νέα επικοινωνία Μητσοτάκη-Ερντογάν σε σύντομο διάστημα δεν αναμένεται και ίσως καλύτερα να μην υπάρξει.

Ο Τούρκος πρόεδρος αισθανόταν “προσβεβλημένος” από την πρόσκληση του στρατηγού Χαφτάρ στην Αθήνα. Η δε ελληνική κυβέρνηση δηλώνει τώρα mea culpa. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε εκπλαγεί από την ταχύτητα κατάθεσης του μνημονίου με τη Λιβύη στην τουρκική Εθνοσυνέλευση προς κύρωση, αλλά η ουσία είναι ότι η Άγκυρα δεν επανορθώνει στο παραμικρό. Επιπλέον, παραμένει –διαχρονικά– ζωντανή η προειδοποίηση, το 1988, του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών Γιάννη Καψή προς τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου ότι «πρόεδρε, δεν φοβάμαι τι θα πεις εσύ στο τηλέφωνο, αλλά τι θα ισχυριστούν οι Τούρκοι ότι είπες».

Σύγκληση Συμβουλίου Συνεργασίας

Επί του ζητήματος των υπηρεσιακών επαφών, η τουρκική πλευρά ζήτησε αρκετές φορές (από τον αποτυχημένο διάλογο κορυφής του Λονδίνου στις 4 Δεκεμβρίου 2019 μέχρι πρόσφατα) νέες συναντήσεις Μητσοτάκη-Ερντογάν, αλλά και Δένδια-Τσαβούσογλου. Επίσης, ζήτησε διεύρυνση των (στρατιωτικών) μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας με έμφαση σε οικονομικά θέματα.

Η σύγκληση του Συμβουλίου Συνεργασίας εκκρεμεί από τον Οκτώβριο 2017 και η ελληνική πλευρά είχε, αρχικά, κάνει το λάθος να συναινέσει τον Σεπτέμβριο 2019. Υπό τα σημερινά δεδομένα, η κυβέρνηση φαίνεται πως θα επιμείνει στην απόρριψη των τουρκικών αιτημάτων για όσο διάστημα συνεχίζονται οι αεροναυτικές προκλήσεις στο Αιγαίο και η εργαλειοποίηση του Μεταναστευτικού.

Αντίθετα, στην Αθήνα εκτιμάται ως χρήσιμη η επανάληψη των τακτικών (ανά εξάμηνο) διαβουλεύσεων των δύο υπουργείων Εξωτερικών σε επίπεδο γενικών γραμματέων. Οι δύο τελευταίοι γύροι έγιναν στην Αθήνα, τον Απρίλιο του 2019 και στην Άγκυρα, τον Ιανουάριο του 2020. Και στις δύο συναντήσεις η τουρκική πλευρά ήταν επιθετική και αντιπαραγωγική. Παρόλα αυτά, η ελληνική διπλωματική υπηρεσία κρίνει, ορθώς, ότι πρόκειται για το πλέον κατάλληλο επίπεδο συζητήσεων.

Τον Ιανουάριο, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών πρέσβης Θεμιστοκλής Δεμίρης φέρεται ότι κωδικοποίησε την αρμόζουσα διαδικασία αποκατάστασης σχέσεων ως βήμα-βήμα: διαδοχική αποφυγή επιθετικών δηλώσεων, μη εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου, διάλογος υπουργών, συναντήσεις ηγετών, σύγκληση Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Και βέβαια χωρίς την πίεση των προκλήσεων και των υπερπτήσεων ελληνικών νησιών.

Η διαπραγμάτευση-πακέτο

Με δεδομένο ότι οι υπερπτήσεις συνεχίστηκαν και μετά την τηλεφωνική επικοινωνία Μητσοτάκη-Ερντογάν, είναι απόφαση του πρωθυπουργού κατά πόσο η ελληνική πλευρά θα αξιώσει απόλυτο τερματισμό των τακτικών διαβουλεύσεων σε επίπεδο γενικών γραμματέων, ή μόνο μείωση του αριθμού και της έντασής τους, πριν από την επανεκκίνηση του διαλόγου. Είναι δε άγνωστο αν και τι θα προαπαιτήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως προς τη μη εφαρμογή του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Παράλληλα, οι διαρροές από το Μαξίμου περί άρσης του αδιεξόδου κατόπιν παρέμβασης της Γερμανίδας καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ και ετοιμότητάς της για νέα μεσολάβηση δεν πρέπει να υπερεκτιμώνται. Οι διαφορές μεταξύ του Βερολίνου και της Άγκυρας είναι τόσο μεγάλες, ώστε δεν υπάρχουν ρεαλιστικές ελπίδες για αποτελεσματική μεσολάβηση της Γερμανίδας καγκελαρίου.

Η καγκελάριος δίνει έμφαση στην πρόληψη επιδείνωσης της κατάστασης στη Λιβύη (όπου η Τουρκία δρα ανεξέλεγκτα και επιτυγχάνει τους στόχους της) και στον δελεασμό του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με την οικονομική βοήθεια της ΕΕ. Αμφότερες οι προτεραιότητες της Άνγκελας Μέρκελ διευκολύνουν μεν την ελληνική τακτική, αλλά δεν λύνουν τα προβλήματα στο Αιγαίο και τη Νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτό το πλαίσιο, Γερμανοί και Τούρκοι διπλωμάτες συζήτησαν ακροθιγώς την ιδέα συνολικής συμφωνίας Αθήνας-Άγκυρας για το Αιγαίο (όπως και το 1991-92 και το 2010-11), αλλά και για την Ανατολική Μεσόγειο, οπότε η ελληνική κυβέρνηση θα πιεστεί. Πρόταση προς την κυβέρνηση, υπό τη μορφή “ερωτήματος” για ευρύ ελληνοτουρκικό διάλογο, είχε υποβάλει και η Ουάσινγκτον ήδη από τον Δεκέμβριο του 2019.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *