Πολιτική στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου – Η επίδραση του φασισμού

Του ΛΟΥΚΑ ΑΞΕΛΟΥ

Έχοντας ήδη στο προηγούμενο άρθρο μου, αναφερθεί στον ρόλο του στρατιωτικού παράγοντα, θα επιδιώξω στο δεύτερο αυτό μέρος, χρησιμοποιώντας σταθερά ως όχημα των διαπιστώσεών μου την ανάλυση που κάνει ο Σεραφείμ Μάξιμος σε ένα από τα σημαντικότερα προπολεμικά έργα, το “Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;”, που πρόσφατα κυκλοφόρησε σε κριτική έκδοση από τις εκδόσεις “Στοχαστής”, να σταθώ σε  μιαν αρχική κριτική  προσέγγιση του πρώιμου φασιστικού φαινομένου και στην επίδραση του φασισμού. 

Σημειώνω ότι  θα πρέπει εκ προοιμίου να λάβουμε υπόψη μας το  πραγματικό γεγονός ότι ναι μεν η δεκαετία του 1920 ήταν η δεκαετία που εκκολάφθηκε και αναπτύχθηκε ο ευρωπαϊκός φασισμός, όμως  οι αναδυόμενες φασιστικές ή φασίζουσες καταστάσεις βρίσκονταν σε ένα πρώιμο στάδιο, με εξαίρεση την ιταλική περίπτωση, όπου αν και το φαινόμενο βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, είχε ήδη αποτυπώσει στην πολιτική και κοινωνική σκηνή ορισμένα βασικά του χαρακτηριστικά.

Η   πραγματικότητα  αυτή  αφαιρεί  από  την   ανάλυσή μας την δυνατότητα του να κρίνουμε τις απόψεις του Μάξιμου με βάση την στην συνέχεια εξέλιξη των πραγμάτων. Είμαστε, λοιπόν, υποχρεωμένοι να περιοριστούμε στο συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο που αναλύει το “Κοινοβούλιο ή Δικτατορία;”, πλαίσιο, που, όπως προείπα, αναφέρεται στον πρώιμο φασισμό και ειδικά τον ιταλικό.

Αυτό δυσκολεύει αρκετά την  έρευνα, διότι όχι μόνο δεν έχεις την πολυτέλεια  να «ξεμπερδεύεις εύκολα»   όπως   σήμερα   με  το  φασιστικό φαινόμενο,  γνωρίζοντας επακριβώς την αντιδραστική, αντεπαναστατική και αποκρουστική αντίληψη, στάση και πρακτική του, αλλά να βρίσκεσαι σε μιάν ορισμένη δυσκολία-αμηχανία, στον βαθμό που επισημάνσεις ως αυτές λ.χ. του πρωθυπουργού της Ιταλίας Φραντσέσκο Νίττι ότι «τόσο η ρωσική επανάστασι όσο και η λευκή αντίδρασι (φασισμός) στην Ιταλία, ήταν έργο των σοσιαλιστών επαναστατών και γιατί οι φασίστες προήρχοντο, κατά πλειοψηφία, από τις τάξεις του επαναστατικού σοσιαλισμού», που ο ίδιος ο  Μάξιμος παραθέτει από το βιβλίο του Νίττι Μπολσεβικισμός, Φασισμός, Δημοκρατία, δεν ήταν, όπως τα ιστορικά στοιχεία καταμαρτυρούν έξω από την τότε πραγματικότητα.

Η ανάλυση του Μάξιμου 

Ο Μάξιμος καταπιάνεται συστηματικότερα με το όλο ζήτημα εστιάζοντας την κριτική του στις απόψεις που ο Ιταλός πρωθυπουργός Φ. Νίττι και ο Ισπανός υπουργός Φ. Κάμπο κάνουν μέσω των βιβλίων τους στον φασισμό και τον μπολσεβικισμό. Η άποψη, ιδιαίτερα του Νίττι, επικεντρώνεται στην λογική ότι «όλες οι δικτατορίες είναι δικτατορίες “αρνήσεις ελευθεριών”». Διαφοροποιημένος, παρά την αυστηρή του κριτική εμφανίζεται ο Φρανσίσκο Κάμπο που επισημαίνει ότι «Από τις διάφορες δικτατορίες που υπάρχουν σήμερα στην Ευρώπη, τρεις παρουσιάζουν ειδικά χαρακτηριστικά. Αυτές είναι η Ρωσία, η Ιταλία και η Τουρκία. Οι τρεις αυτές δικτατορίες έχουνε μια πολύ χαρακτηριστική προσωπικότητα, που φαίνεται τόσο στις γεννεσιουργικές αιτίες, όσο και στον χαρακτήρα της αντίστοιχης δράσεώς της».

Ο Μάξιμος αναγνωρίζει ως κατ’ αρχήν ορθή την παρατήρηση του Φ. Κάμπο, επισημαίνοντας όμως εξαρχής ότι «Στην πραγματικότητα η πρώτη, η σοβιετική είναι μια επαναστατική δικτατορία η δεύτερη, η φασιστική, μια αντεπαναστατική η τρίτη, η κεμαλική, μια ιδιαίτερη περίπτωση αστικής δημοκρατικής δικτατορίας, μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης». Η άποψη που διατυπώνει είναι σαφής. Ο Μάξιμος δεν αρνείται τον δικτατορικό χαρακτήρα και του σοβιετικού καθεστώτος όπως επισημαίνει ο Φ. Κάμπο, αρνείται όμως τις συλλήβδην εξισώσεις και ιδιαίτερα αυτές του Φ. Νίττι.

Η συλλογιστική του εδράζεται στο ότι είναι λαθεμένη η προσέγγιση που γενικά μιλάει για δημοκρατία ή δικτατορία επισημαίνοντας ότι «Όπως υπάρχει αστική και προλεταριακή δημοκρατία, έτσι υπάρχει αστική και προλεταριακή δικτατορία». Και την άποψή του αυτή ο Μάξιμος την τεκμηριώνει καταφεύγοντας στην κριτική που ο ίδιος ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ασκεί στην αστική ιδεολογία και πρακτική, πρακτική που «Μέσα στους τωρινούς όρους της αστικής παραγωγής, με την ελευθερία εννοούμε την ελευθερία αγοράς και πωλήσεως».

Αυτά στο πεδίο της θεωρητικοπολιτικής αντιπαραθέσεως χωρίς τις ιδιαίτερες προεκτάσεις ή αναφορές που κάνω στην προαναφερομένη μελέτη μου για το Κοινοβούλιο. Στο πρακτικό όμως πεδίο τα πράγματα ήταν πιο σύνθετα δεδομένου του “θολού” και ιδιότυπα αντιφατικού  λαϊκιστικού χαρακτήρα του φασισμού της πρώτης περιόδου, αλλά και της ρευστότητας στο ίδιο το σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Ο πρόγραμμα του Σαν Σεπόλκρο

Ο Μάξιμος αν και αφετηριακά είναι σταθερά απέναντι στο φασιστικό φαινόμενο, δείχνει εντούτοις να αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα του ζητήματος και τις πραγματικές δυσκολίες που παρουσίασε στο πεδίο της πρακτικής η κατανόηση του αληθινού χαρακτήρα του φασισμού. Ενδεικτική είναι η από πλευράς του παράθεση του φασιστικού προγράμματος του 1919 στην Πλατεία Σαν Σεπόλκρο του Μιλάνου:

1) Συντακτική εθνοσυνέλευσι ως ιταλικό τμήμα της Διεθνούς Συντακτικής των λαών, για την ριζική αναδιοργάνωσι των πολιτικών και οικονομικών βάσεων της κοινωνικής ζωής.

2) Προκήρυξι της Ιταλίας σε Δημοκρατία. Αποκέντρωσι  της εκτελεστικής εξουσίας. Αυτοδιοίκησι των περιφερειών και των κοινοτήτων, μέσω ιδιαιτέρων νομοθετικών οργάνων. Λαϊκή κυριαρχία με άμεση καθολική ψηφοφορία, δικαιώματα ψήφου στους πολίτας και των δύο γενών. Δικαίωμα λαϊκής πρωτοβουλίας για δημοψήφισμα και veto.

3) Κατάργησι της Γερουσίας και κάθε τεχνητής μορφής που τείνει στον περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας. Κατάργησι της πολιτικής αστυνομίας. Δημιουργία πολιτικής φρουράς, εθνικής και κοινοτικής.

4) Κατάργησι όλων των τίτλων, πρίγκηπος, δουκός, μαρκησίου, ιππότου κτλ.

5) Εκλογές με αναλογική.

6) Οκτάωρο εργασίας και καθορισμός minimum ημερομισθίου.

Ο Μάξιμος μεταφράζει επακριβώς το πρόγραμμα αυτό, αν και όχι ολόκληρο. Συγκεκριμένα αξίζει να σημειωθεί ότι απέφυγε να μεταφράσει την θέση e όπου γίνεται αναφορά στην συντεχνιακή (κορπορατιβίστικη) εκπροσώπηση του «κόσμου της εργασίας» στην κυβέρνηση χωρίς ταξικό πρόσημο.

Aναφορικά τώρα με το παρατιθέμενο από τον Μάξιμο φασιστικό πρόγραμμα, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό ήταν το πρόγραμμα της Δέσμης Μάχης (Fasci di Cambattimento) που αργότερα θα μετατραπεί σε Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Στα Ιταλικά είναι γνωστό ως Il Manifesto dei Fasci di Combattimento ή Il Programma di San Sepolcro.

Η εκλογή του Μουσολίνι 

Το πρόγραμμα αυτό υιοθετήθηκε στην ιδρυτική, κατά κάποιον τρόπο, συνέλευση των Fasci στην Πλατεία Σαν Σεπόλκρο του Μιλάνου, στην Αίθουσα του Εμπορικού Επιμελητηρίου στις 23 Μαρτίου 1919. Εκεί ο Μουσολίνι ένωσε πολλά Fasci δηλαδή Δέσμες, όπως ονομάζονταν παραδοσιακά οι οργανώσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος, αλλά αργότερα και άλλες οργανώσεις, όπως εκείνη των παλαίμαχων, των αντιπάλων του ντεφαιτισμού μέσα στο εργατικό στρατόπεδο, των διεθνιστών αναρχικών και άλλες. Η συγκέντρωση ενέκρινε τις προτάσεις του Μουσολίνι και εξέλεξε την πρώτη Κ.Ε.

Αρχικά όσοι ακολούθησαν την Δέσμη δεν αποκαλούνταν φασίστες αλλά σανσεπολκρίστι. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα αυτό εγκαταλείφθηκε σιωπηρά ήδη το 1921, όταν ο Μουσολίνι εξελέγη βουλευτής και η οργάνωσή του άλλαξε ονομασία και ονομάστηκε “Εθνικό Φασιστικό Κόμμα”. Το πρόγραμμα του Φασιστικού Κόμματος βρίσκεται στις προγραμματικές δηλώσεις του Μουσολίνι όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία το 1922 και δεν έχει καμία σχέση με το Πρόγραμμα του Σαν Σεπόλκρο, γεγονός που είχε δημιουργήσει μόνιμες εντάσεις εντός του καθεστώτος.

Είναι καθ’ όλα εμφανές, ότι τόσο οι αφετηριακές προγραμματικές θέσεις των Fasci di Combattimento, όσο και η προέλευση πολλών από τα ιδρυτικά μέλη τους διαμόρφωναν μια περίπλοκη κατάσταση στην οποία όμως ο Σεραφείμ Μάξιμος δεν παγιδεύτηκε, τόσο χάρη στον πρωτοπόρο για την εποχή του, ευρύτατο γνωσιολογικό του ορίζοντα, την ουσιαστική επαφή του με τον πυρήνα της μαρξικής προβληματικής, αλλά και την άμεση-οργανική συμμετοχή του και γνώση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και της ίδιας της Γ΄ Διεθνούς, όσο και της γεμάτης από πραξικοπηματικές και φιλοδικτατορικές, αν και όχι καθαρόαιμα φασιστικές, καταστάσεις της ελληνικής πολιτικής ζωής μετά το 1922.

Οι εύστοχες επισημάνσεις και τα λάθη

Απολύτως, λοιπόν, δικαιολογημένη η καταλυτική κριτική του Μάξιμου στον  φασισμό, και τους κρυφούς θαυμαστές του, αλλά και όλους όσοι αδυνατούσαν να αντιληφθούν την βαθύτερη λειτουργία του και τον πραγματικό-ξεχωριστό του ρόλο. Χαρακτηριστική είναι η παράθεση από μέρους του μιας εύστοχης επισήμανσης του Λέοντα Τρότσκυ «Ο φασισμός αν δεν πρόκειται να παίξουμε βλακωδώς με τις λέξεις δεν είναι καθόλου ένα κοινό χαρακτηριστικό σ’ όλα τα αστικά κόμματα. Αποτελεί ιδιαίτερο αστικό κόμμα, που προσαρμόζεται σε ιδιαίτερες συνθήκες και καθήκοντα και αντιτίθεται στα άλλα κόμματα», την οποία συμπληρώνει όμως παρατηρώντας ότι «Στην Ελλάδα δεν ήτανε ξεχωριστό κόμμα ήτανε όμως ιδιαίτερη κατάστασι πολιτική». Γεγονός παραμένει ότι στα τέλη της δεκαετίας του ’20, ο φασισμός είχε οριστικά εγκαταλείψει και τα ελάχιστα φύλλα συκής του όποιου αφετηριακού παρελθόντος του.

Αναφορικά τώρα με την ανάλυση Μάξιμου, θα επισημάνω ότι σε αρκετά σημεία παίρνει έναν ανελαστικό χαρακτήρα, αποδυναμώνοντας το εν πολλοίς αφετηριακά ορθό σκεπτικό της. Στην περίπτωση λ.χ. της κριτικής του στον βενιζελισμό η υπερβολή είναι προφανής. Τα ιστορικά δεδομένα δεν αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση Βενιζέλου παρουσίαζε φασιστικά χαρακτηριστικά (ανεξαρτήτως αν και ο ίδιος ο Βενιζέλος έδειχνε να θαυμάζει τον Μουσολίνι), αλλά ότι η ταξικά προσηλωμένη πολιτική της και η ανοχή-συμμετοχή της στα στρατιωτικά κινήματα συνετέλεσαν σε κάποιο βαθμό στην προπαρασκευή και στην συνέχεια στην έλευση της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.

 

Οι μεταγενέστερες προσεγγίσεις

Εξετάζοντας πιο συγκεκριμένα το φασιστικό φαινόμενο, αλλά και την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, διευρύνοντάς την και στην δεκαετία 1930-1940, θα σταθώ στο γεγονός ότι η επικρατούσα στην Αριστερά έως και  σήμερα άποψη (το σύνολο, σχεδόν, των κομματικών κειμένων όχι μόνο του ΚΚΕ, αλλά και των πλείστων όσων κομμουνιστικής αφετηρίας οργανώσεων, αλλά και γνωστοί στο παρελθόν συγγραφείς, με συμβολή στην μελέτη του όλου ζητήματος, όπως λ.χ. ο Σπύρος Λιναρδάτος ή ο Νίκος Ψυρούκης) αυτοεγκλωβίζονται σε μια γραμμική και επίπεδη ανάλυση του φασιστικού φαινομένου κατά τον μεσοπόλεμο, εμφανώς ανεπαρκή να σταθεί στις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης ανάλυσης, με αποτέλεσμα να σπεύδουν να χαρακτηρίσουν ως φασιστικό κάθε τι παρεκλίνον από το κατά την γνώμη τους «πολιτικά ορθό», με δυο λόγια όλες σχεδόν τις κινήσεις, πρωτοβουλίες και καταστάσεις, που συνιστούσαν ή συνιστούν, εκτροπή από την «συνήθη συνταγματική τάξη».

Λίγες τελικά είναι οι οπτικές από τον αριστερό, τουλάχιστον, χώρο, που στάθηκαν κριτικά απέναντι στην παραπάνω μηχανιστική λογική. Χαρακτηριστική  είναι η περίπτωση του Νίκου Πουλαντζά, που και χρειάζεται να αναλυθεί συστηματικά. Στο παρόν όμως κείμενο θα σταθώ ενδεικτικά σε δύο εμπειρικές και συγκλίνουσες περιπτώσεις. Του Άγγελου Ελεφάντη, που από το πρώτο του βιβλίο την Επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, επισημαίνει τις διαφορές ανάμεσα σε ένα φασιστικό καθεστώς και μια δικτατορία ή ένα στρατιωτικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης και του Γιώργου Αλεξάτου που πενήντα περίπου χρόνια μετά, επανέρχεται στο βιβλίο του “Οι Ελλαδέμποροι. Άκρα Δεξιά και φασισμός στην Ελλάδα του 20ου αιώνα”, επικαιροποιώντας και εμπλουτίζοντας την αρχική εκείνη επισήμανση.

Αναφερόμενος στις προϋποθέσεις υπάρξεως φασισμού, ο Α. Ελεφάντης σημειώνει ότι: «Ο φασισμός προϋποθέτει προχωρημένο εκφασισμό, από ιδεολογική και οργανωτική άποψη, του μικροαστικού και αγροτικού στοιχείου. Αλλά στην Ελλάδα του μεσοπολέμου, παρ’ όλο που συναντάμε θραύσματα της φασιστικής ιδεολογίας διάχυτα μέσα σε άλλα ιδεολογικά σύνολα, τέτοιος εκφασισμός δεν υπήρξε». Εμπλουτίζοντας τα παραπάνω ο Γ. Αλεξάτος θα επισημάνει ότι ο φασισμός δεν απέκτησε προσβάσεις στην εργατική τάξη, αλλά ούτε και στην αγροτική και την μικροαστική – μικροϊδιοκτητική,  όπου «το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και ο εξαιρετικά περιορισμένος αριθμός των απασχολουμένων σε καθεμιά απ’ αυτές, συνέβαλαν στην ανάπτυξη σχέσεων που υπερέβαιναν στη συνείδηση εργοδότη και εργάτη αυτές τους τις κινητοποιήσεις, που εκφράζεται ακόμη και με το κλείσιμο μαγαζιών, βιοτεχνιών και εργαστηρίων, ως εκδήλωση αλληλεγγύης».

Τα συμπεράσματα είναι σαφή

«Όπως είπαμε ο φασισμός προϋποθέτει έναν προχωρημένο εκφασισμό, ιδεολογικά και οργανωτικά, κάποιων σημαντικών μερίδων των λαϊκών στρωμάτων. Συνέβη κάτι τέτοιο στη δεκαετία του ’30, πριν ή μετά την εγκαθίδρυση της δικτατορίας; Μήπως έπεισε τάχα ο Μεταξάς κάποια τμήματα του ελληνικού λαού για τον “τρίτο ελληνικό του πολιτισμό” κ.λπ; Αν όχι, πράγμα που φαίνεται σωστό, τότε πώς η 4η Αυγούστου ήταν φασισμός; Όχι. Η Ελλάδα της δεκαετίας του ’30 δικτατορεύεται, δικτατοροκρατείται αλλά δεν φασιστικοποιείται. Η ιδεολογία των πλατιών λαϊκών μαζών παραμένει και μέσα στη δικτατορία ιδεολογία δημοκρατική-αντιφασιστική. Ο φασισμός δεν πέρασε στην Ελλάδα του μεσοπολέμου», επισημαίνει ο Α. Ελεφάντης, για να συμπληρώσει ο Γ. Αλεξάτος: «Στην Ελλάδα του 20ού αιώνα υπήρξαν φασίστες και φασιστικές κινήσεις, όχι όμως και μαζικό φασιστικό κόμμα και κίνημα. Υπήρξαν δικτατορικά καθεστώτα έκτακτης ανάγκης, όχι, όμως, καθεστώς φασιστικό».

Είναι προφανές ότι στον βαθμό που τα παραπάνω έχουν ισχύ για την δεκαετία 1930-1940, η ισχύς τους αυτή είναι ακόμα περισσότερη για την δεκαετία 1920-1930 που ερευνά ο Μάξιμος και στην οποία, όπως και ιστορικά απεδείχθη, παρ’ όλο που η κοινωνία κατατρώγεται από κινήματα, πραξικοπήματα και δικτατορίες εντούτοις δεν φασιστικοποιείται, διότι ο φασισμός δεν κατορθώνει να συγκροτηθεί σε ένα μαζικό αντιδραστικό κίνημα αντίστοιχο με αυτά της Ιταλίας, της Γερμανίας ή της Ισπανίας.

Η απάντηση των Ελλήνων το 1940 στην φασιστική Ιταλία και η μεγαλειώδης αντίσταση στον γερμανικό, ιταλικό και βουλγαρικό φασισμό, το 1940-1945, αποτελούν το μείζον αποδεικτικό στοιχείο-γεγονός, που επιβεβαιώνει την πραγματικότητα ότι ο Δημοκρατικός Πατριωτισμός των Ελλήνων σφυρηλατημένος από τα χρόνια τoυ Ρήγα Βελεστινλή και της Μεγάλης Εθνικοαπελευθερωτικής Επανάστασης του 1821, δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί την κινητήριά τους δύναμη, αλλά και το μοναδικό αποτελεσματικό τους όπλο, χθες, αλλά όπως θέλω να πιστεύω, και σήμερα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *