Πως φθάσαμε στις κυρώσεις – Τα 4 μηνύματα των ΗΠΑ στην Τουρκία

Ο Λευκός Οίκος το βράδυ. EPA, Al Drago / POOL

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Η απόφαση να επιβληθούν κυρώσεις στην Τουρκία συνιστά καμπή στη διελκυστίνδα των δύσκολων αμερικανοτουρκικών σχέσεων τα τελευταία τουλάχιστον πέντε χρόνια. Από τότε δηλαδή που η Ουάσιγκτον άρχισε να συνειδητοποιεί ότι οι νεοοθωμανοί του Ερντογάν δεν είναι αυτό που νόμιζε κι άρχισε να κάνει δεύτερες σκέψεις.

Αρχικά, οι Αμερικανοί πίστευαν ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης αντιπροσώπευε το μετριοπαθές φιλοδυτικό πολιτικό Ισλάμ, το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για τον μουσουλμανικό κόσμο. Γι’ αυτό στην αρχή της θητείας του ο Ομπάμα είχε επισκεφθεί το Κάιρο και την Κωνσταντινούπολη για να στείλει αυτό το μήνυμα. Η θεώρηση αυτή έχει προ πολλού καταρρεύσει.

Όταν ο Ερντογάν κέρδισε τον άτυπο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ κεμαλικό κράτος , άρχισε να ξεδιπλώνει τη δική του πολιτική ατζέντα. Δρομολόγησε όχι μόνο την ισλαμοποίηση, αλλά και τη στρατηγική του για πολιτική αυτονόμηση από τη Δύση, προκειμένου να μετατρέψει τη χώρα του σε ανεξάρτητη περιφερειακή δύναμη.

Όταν, λοιπόν, η Τουρκία άρχισε να διολισθαίνει απομακρυνόμενη, άρχισαν και οι Δυτικοί να την βλέπουν διαφορετικά. Όταν, μάλιστα, ο Ερντογάν άρχισε να παίζει με τον Πούτιν, οι Αμερικανοί επιχείρησαν να τον επαναφέρουν στο “μαντρί”, βάζοντάς τον στο χέρι. Μέσω των ερεισμάτων του στους τουρκικούς κρατικούς μηχανισμούς, τo δίκτυο Γκιουλέν (ελέγχεται από την Ουάσιγκτον), ξεκίνησε μυστική έρευνα για διαφθορά της οικογένειας Ερντογάν και στενών συνεργατών του.

Ο Τούρκος ηγέτης όχι μόνο δεν έσπευσε να προσαρμοσθεί, αλλά και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον του δικτύου, χωρίς την υποστήριξη του οποίου δεν θα είχε ποτέ κερδίσει τον πόλεμο εναντίον του κεμαλικού βαθέως κράτους. Η επιλογή του εκείνη σηματοδότησε την άτυπη σύγκρουσή του με την Ουάσιγκτον.

Το άνοιγμα στον Πούτιν

Με την κατάρριψη του ρωσικού βομβαρδιστικού στα τουρκοσυριακά σύνορα (Νοέμβριος 2015), ο Ερντογάν είχε επιχειρήσει να συμπαρασύρει το ΝΑΤΟ σε αναμέτρηση με τη Ρωσία και κατ’ αυτόν τον τρόπο να εδραιώσει τη θέση της Τουρκίας ως αυτόνομου, αλλά και αναντικατάστατου στρατηγικού πυλώνα στην περιοχή. Ο Ομπάμα, όμως, δεν έπεσε στην παγίδα, με αποτέλεσμα η Άγκυρα να μείνει μόνη απέναντι στη Μόσχα.

Όταν είδε ότι ο ελιγμός του είχε ναυαγήσει, ο Ερντογάν έκανε άνοιγμα στον Πούτιν. Στόχος του δεν ήταν απλώς να γεφυρώσει το ρήγμα που είχε ο ίδιος προκαλέσει στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, αλλά και να χρησιμοποιήσει τη Μόσχα σαν αντίβαρο στην αυξανόμενη δυτική δυσπιστία, αν όχι εχθρότητα, απέναντί του. Για την Ουάσιγκτον η τουρκική στροφή προς τη Ρωσία ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι.

Κάπως έτσι φθάσαμε στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016. Ο Ερντογάν πιστεύει ακράδαντα ότι το υποκίνησαν οι Αμερικανοί. Όταν κατηγορεί δημοσίως τον Γκιουλέν εννοεί τη CIA. Δεν έχει μάλλον και πολύ άδικο. Τις πρώτες ώρες, όταν φαινόταν πως το πραξικόπημα θα επικρατήσει, Αμερικανοί επίσημοι το είχαν σχεδόν υποστηρίξει. Αυτός είναι λόγος, μεταξύ άλλων, που το άνοιγμα του Τούρκου προέδρου προς τον Ρώσο ομόλογό του μετατράπηκε σε γεωπολιτικό εναγκαλισμό, παρά τα αντικρουόμενα συμφέροντα των δύο χωρών στη Συρία.

Δεν θέλουν να χάσουν την Τουρκία

Όταν η ζυγαριά έγειρε υπέρ του Ερντογάν, η Ουάσιγκτον έσπευσε να αναδιπλωθεί και προσπάθησε να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Άγκυρα. Ήταν η περίοδος που ανεχόταν τις επιθετικές δηλώσεις του νεοοθωμανού ηγέτη. Ήλπιζε ότι δίνοντάς του κάποια ανταλλάγματα στη Συρία σε βάρος των Κούρδων θα μπορούσε να επαναφέρει την Τουρκία στο “δυτικό μαντρί”.

Οι Αμερικανοί δεν έχουν ακόμα ξεπεράσει την απώλεια του Ιράν το 1979 και δεν θέλουν να χάσουν τη γεωπολιτικά πολύτιμη Τουρκία. Γι’ αυτό και έκαναν πρωτοφανή υπομονή. Αντί, όμως, η στάση τους να γεφυρώσει το χάσμα, τροφοδότησε την αδιαλλαξία του Ερντογάν, ο οποίος αγόρασε το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400. Επρόκειτο πλέον όχι για λόγια, αλλά για τετελεσμένο που δημιουργούσε αρνητικό προηγούμενο.

Τυπικά, βεβαίως, δεν έχει αλλάξει τίποτα. Η Τουρκία παραμένει χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ. Στην πραγματικότητα, όμως, άλλαξε ο τρόπος, με τον οποίο οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία. Η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, άλλωστε, είναι εδώ και χρόνια προσχηματική. Ούτε η ΕΕ θέλει την Τουρκία στους κόλπους της, αλλά ούτε και η Τουρκία πια την επιδιώκει πραγματικά.

Τα αμερικανικά έμπρακτα μηνύματα πριν τις κυρώσεις

Είναι αξιοσημείωτο, πάντως, ότι και μετά από αυτό η Ουάσιγκτον συνέχισε τις προσπάθειές της να επαναφέρει την Τουρκία στο “δυτικό μαντρί”. Η άρνηση του Ερντογάν να ματαιώσει την αγορά των S-400, όμως, έφερε τον κόμπο στο χτένι. Υποχρέωσε τον αμερικανικό παράγοντα να μπλοκάρει την παράδοση των μαχητικών F-35 και να εκδιώξει την Τουρκία από το σχετικό πρόγραμμα. Ήταν το πρώτο έμπρακτο μήνυμα. Το δεύτερο μήνυμα ήταν όταν η αμερικανική Δικαιοσύνη άσκησε δίωξη εναντίον του στενά συνδεδεμένου με τον Ερντογάν τραπεζίτη Αττίλα, επειδή η τράπεζά του Halkbank παραβίαζε τις κυρώσεις εναντίον του Ιράν.

Εν μέσω αυτών των άτυπων αψιμαχιών, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τίλλερσον είχε την άνοιξη 2018 μεταβεί στην Άγκυρα για να διαπραγματευθεί με τον Τούρκο πρόεδρο σε μία ύστατη προσπάθεια να γεφυρώσει το αμερικανοτουρκικό ρήγμα. Η επιμέρους συμφωνία τους για τη Συρία, όμως, δεν έλυσε το κύριο πρόβλημα.

Με αφορμή, μάλιστα, την υπόθεση του φυλακισμένου πάστορα Μπράνσον, ο πρόεδρος Τραμπ είχε επιβάλει κυρώσεις σε δύο Τούρκους υπουργούς. Παραλλήλως, κλιμακώθηκαν οι κινήσεις για υπονόμευση της τουρκικής λίρας, οι οποίες επιτάχυναν την κατακόρυφη πτώση της. Αυτό ήταν το τρίτο έμπρακτο αμερικανικό μήνυμα, αλλά ούτε κι αυτό έφερε αποτέλεσμα.

Μπορεί στην τουρκική οικονομία να υπάρχει “φούσκα”, αλλά η παραγωγική βάση και τα δημοσιονομικά μεγέθη της ήταν σε υγιή επίπεδα. Από τη στιγμή, όμως, που η Ουάσιγκτον δρομολόγησε το νομισματικό πόλεμο και κατάφερε να πλήξει καίρια την τουρκική λίρα, ήταν ζήτημα χρόνου η μερική αποσταθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας, γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων έφθειρε πολιτικά τον Ερντογάν.

Ο κόμπος στο χτένι

Μετά από πολλά, ο Ερντογάν απελευθέρωσε τον πάστορα Μπράνσον, χωρίς να πάρει τα ανταλλάγματα που ζητούσε. Τροφοδότησε, όμως, προσδοκίες στην Ουάσιγκτον ότι ενδεχομένως οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις να εξομαλύνονταν. Ο πρόεδρος Τραμπ, μάλιστα, είχε άρει τις κυρώσεις, αλλά οι διμερείς σχέσεις ούτε αποκαθίσταντο, ούτε και βυθίζονταν στη ρήξη. Έτσι, η άτυπη διπλωματική διελκυστίνδα Ουάσιγκτον-Άγκυρας συνεχίσθηκε. Εκτός από τον γεωπολιτικό μεγαλοϊδεατισμό του, βασικός λόγος ήταν ότι –ειδικά μετά το πραξικόπημα– ο Ερντογάν δεν εμπιστεύεται τους Αμερικανούς. Θεωρεί ότι τον έχουν προγράψει.

Λόγω και της ιδιότυπης σχέσης του Τραμπ με τον Τούρκο ομόλογό του, πάντως, η Ουάσιγκτον συνέχισε να μην τραβάει το σκοινί. Ήλπιζε πως ακόμα κι αν δεν τα έβρισκε με τον Ερντογάν θα επανέφερε την Τουρκία στο “δυτικό μαντρί”, όταν αυτός με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα φύγει από το προσκήνιο. Όπως προανέφερα, όμως, οι S-400 έφεραν τον κόμπο στο χτένι.

Αλλά και πάλι, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να αποφύγει τη ρήξη, ζητώντας από την Άγκυρα να μην τους ενεργοποιήσει. Ο Ερντογάν, όμως, τους ενεργοποίησε και κάλεσε τους Αμερικανούς σε διαπραγματεύσεις, ουσιαστικά για να αποδεχθούν το τετελεσμένο του. Πρόκειται για την κλασική μέθοδο που χρησιμοποιεί η Τουρκία έναντι της Ελλάδας. Μόνο που οι ΗΠΑ δεν είναι Ελλάδα. Μία υπερδύναμη δεν διαπραγματεύεται υπό το κράτος τετελεσμένου. Εδώ φάνηκε ότι ο “σουλτάνος” έχασε το μέτρο.

Από την πρωτοβουλία Μενέντεζ-Ρούμπιο στις κυρώσεις

Κάπως έτσι φθάσαμε στο τέταρτο αμερικανικό μήνυμα, που ήταν η νομοθετική πρωτοβουλία των γερουσιαστών Μενέντεζ και Ρούμπιο, η οποία εξασφάλισε πρωτοφανή διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο το 2019. Υπενθυμίζω ότι εκείνο το νομοθέτημα προέβλεπε την άρση του εμπάργκο πώλησης αμερικανικών όπλων στην Κυπριακή Δημοκρατία, την υποστήριξη της τριμερούς Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ, την μη παράδοση των F-35 κ.α.

Επιβεβαιώθηκε έτσι ότι το αμερικανοτουρκικό ρήγμα επηρεάζει –ίσως και καθοριστικά– τη θέση και τον ρόλο της Ελλάδας στην περιοχή. Για την ακρίβεια, η αλλαγή του τρόπου που οι Δυτικοί βλέπουν την Τουρκία αλλάζει και τον τρόπο που βλέπουν την Ελλάδα. Αυτό ισχύει κυρίως για τους Αμερικανούς, οι οποίοι έχουν σφαιρική ματιά και όχι τη στενά οικονομίστικη ματιά της ΕΕ. Το τι ακριβώς σημαίνει αυτό θα το δούμε σε επόμενο άρθρο.

Από τα ανωτέρω είναι προφανές ότι η επιβολή των αμερικανικών κυρώσεων ήταν ώριμος “καρπός” του κλίματος που παγιώνεται για την Τουρκία στα κέντρα αποφάσεων στις ΗΠΑ. Αυτό φάνηκε και στην ψηφοφορία στη Γερουσία. Η Ουάσιγκτον είναι έτοιμη να ξαναπιάσει το νήμα της εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων εάν ο Ερντογάν υποχωρήσει στο ζήτημα των S-400, αλλά αυτό είναι μάλλον απίθανο. Θα συνιστούσε πολιτική αυτοκτονία του “σουλτάνου”. Θα έπληττε καίρια το κύρος του, θα τορπίλιζε τη σχέση του με τον Πούτιν και θα ακύρωνε την όλη στρατηγική του.

Εάν η υποχώρηση δεν είναι επιλογή για τον Τούρκο πρόεδρο, άλλο τόσο μονόδρομος για τις ΗΠΑ καθίσταται η κλιμάκωση της πίεσης προς την Άγκυρα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι κυρώσεις που ανακοινώθηκαν έθεσαν σε κίνηση μία δυναμική ρήξης, επειδή είναι μόνο η αφετηρία ενός γεωπολιτικού μπραντεφέρ, το οποίο από τη φύση του έχει συγκρουσιακό χαρακτήρα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *