Πως η παγκοσμιοποίηση τροφοδοτεί τον λαϊκισμό

A protester burns a flag of the ruling SYRIZA party in front of the parliament, during a rally against the new austerity measures to be imposed after the end of Greece's third bailout next year, in Athens, Greece 18 May 2017. The debate of the draft law on salaries, pensions and tax reforms of the agreement with international creditors, started in parliament 18 May and is expected to be concluded later the same day with the speeches of the political leaders and the voting procedure. EPA/ORESTIS PANAGIOTOU

Του Στάθη Ανδρέου

Είναι τραγελαφικό το ότι ο νεοφιλελευθερισμός βάλλεται από μέρος της παραδοσιακής Δεξιάς ως «αποτυχημένη αριστερή ουτοπία» ενώ εξ ευωνύμων συνεχίζεται το γαϊτανάκι του «διεθνούς ιμπεριαλισμού». Ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα η εξωκοινοβουλευτική (και πρώην μέρος της κυβερνώσας) Αριστεράς, για να διαφοροποιηθεί από την παγκοσμιοποίηση, υπερμάχεται άλλοτε ειδεχθών και κατάπτυστων μονεταριστικών και άλλοτε μερκαντιλιστικών πρακτικών, όπως η επιστροφή στον έλεγχο των αγορών και η έξοδος από το ενιαίο νόμισμα. 

Χωρίς να υποστηρίξουμε εδώ αν αυτό κρίνεται ορθή ή λάθος επιλογή είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι η κύρια αντίθεση για την Αριστερά (με εξαίρεση το ΚΚΕ βάσει προγράμματος) έχει μετατοπιστεί από το καπιταλισμός ή σοσιαλισμός στο καπιταλισμός με ανοιχτές ή ελεγχόμενες αγορές και στο ευρώ ή δραχμή. Αν όλα αυτά αποτελούν ζήτημα για κάποια μερίδα του πληθυσμού στη Δύση που επλήγη από την παγκοσμιοποίηση, για την Ανατολή δεν υπάρχει κανένα τέτοιο ζήτημα.

Αρκεί να διαβάσει κανείς την ομιλία του Κινέζου Προέδρου Ζι Ζιπίνγκ στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στις αρχές του 2017 (αλλά και μεταγενέστερες ομιλίες του για την ελεύθερη αγορά) για να καταλάβει πως οι Κινέζοι κομμουνιστές έχουν γίνει βασιλικότεροι του βασιλέως σε ό,τι αφορά στο νεοφιλελεύθερο δόγμα. Η παγκοσμιοποίηση αποτελεί πρόβλημα μόνο για μια μειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού, καθώς τα σχεδόν πέντε δισεκατομμύρια των Ασιατών σύσσωμα καλωσορίζουν τη νέα εποχή. Η Κίνα έπεσε, ευτυχώς μας μένει η Βενεζουέλα!

Αν στην Ασία είναι πλέον ευτυχισμένοι που εργάζονται δεκαπεντάωρα για πενιχρούς μισθούς και κάτω από μηδενικές συνθήκες ασφαλείας, στη Δύση πληθαίνουν οι ορδές των ανέργων. Στο νεοδημιουργηθέν αυτό (λούμπεν;) προλεταριάτο προστίθενται τα κύματα των προσφύγων, εργατικό δυναμικό που δεν είναι πλέον επιθυμητό. Σημαντικό του μέρος είναι καταδικασμένο να λιμνάζει εργασιακά στα γκέτο και στους χώρους υποδοχής.

Στους μετανάστες, τέλος, προστίθενται και εκείνοι της νέας γενιάς που δεν πρόκειται ποτέ να εργαστούν, απλώς και μόνο επειδή δεν υπάρχουν οι θέσεις. Κάποιοι θα μεταναστεύσουν με τη σειρά τους, αλλά κάποιοι που δεν μπορούν να φύγουν, θα διογκώσουν ακόμα περισσότερο αυτόν τον πελώριο, εφεδρικό στρατό εργασίας. Όλοι αυτοί οι νέοι κοινωνικοί απόκληροι γίνονται οι αποδέκτες του νέου λαϊκισμού, ταυτόχρονα ως θύματα και θύτες.

Μόνο Δεξιά

Στην πραγματικότητα, όταν ο λαϊκισμός μιλάει για το τέλος των ιδεολογιών, μιλάει για την κατίσχυση της Δεξιάς, της δεξιάς οικονομικής θεωρίας για την ακρίβεια. Η σιωπηρή αποδοχή της υπάρχουσας κατάστασης είναι καθαρή πολιτική θέση. Η μη σύγκρουση με τα κυρίαρχα ιδεολογήματα και συμφέροντα είναι επίσης καθαρή πολιτική θέση.

Από αυτή την άποψη, ο άλλοτε ισχυρός άνδρας του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Γαλλίας Φλοριάν Φιλιππό, που πιστεύει ότι η διαίρεση σε Αριστερά και Δεξιά τελείωσε μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, έχει άδικο. Η άρνηση της πολιτικής ταυτότητας και η δήλωση πολιτικής «ουδετερότητας» ισοδυναμεί με την υιοθέτηση της κυρίαρχης ιδεολογίας και το μόνο που κρύβει είναι πολιτικός καιροσκοπισμός.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παρ’ όλες τις ιδεολογικές παλινωδίες ο παγκοσμιοποιημένος νεοφιλελευθερισμός παραμένει ένα «δεξιό» κατασκεύασμα. Ή για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο απλή και ακριβή ορολογία: μια πολιτική που εξυπηρετεί κατά κύριο λόγο τα συμφέροντα των πλουσίων. Έτσι, αν και η ρητορική του λαϊκισμού αποκηρύσσει το «ιδεολογικό στίγμα», αποδέχεται εντούτοις σιωπηρά την ηττοπαθή θατσερική άποψη ότι δεν υπάρχουν διλήμματα περί διαφορετικής οργάνωσης της κοινωνίας. Όλα, συνεπώς, είναι ζητήματα διαχείρισης της παρούσας κατάστασης.

Στην εξάπλωση αυτής της αντίληψης έχει μερίδιο ευθύνης ο αποκαλούμενος «κεντρώος» χώρος που στην ουσία αποτελεί μια πιο μετριοπαθή εκδοχή του κυρίαρχου μοντέλου. Έχει κύρια ευθύνη και η Αριστερά, που απέδειξε στην πράξη ότι είναι ίδια και χειρότερη από εκείνους που κατέκρινε. Πρακτικά, όλες οι εφαρμοζόμενες πολιτικές είναι δεξιές πολιτικές με μικρές δόσεις μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατίας. Τώρα που τα λεφτά πήγαν στους φορολογικούς παραδείσους και οι επενδύσεις στην Ασία, οι δόσεις ολοένα και μικραίνουν.

Το Κοινωνικό Κράτος πνέει τα λοίσθια

Το Κοινωνικό Κράτος πνέει τα λοίσθια και δεν πρόκειται να ανανήψει, παρά τις εξαγγελίες, τις δεσμεύσεις και τους ευσεβείς πόθους. Ο λόγος είναι γιατί δεν εξυπηρετεί πλέον ως εργαλείο τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης.Το διεθνοποιημένο χρηματιστηριακό κεφάλαιο λίγη ανάγκη έχει πλέον τις συμπαγείς κρατικές οντότητες. Οι καιροί καλούν πλέον για χαλαρές συνομοσπονδίες και τα εθνικά δίκαια (και κυβερνήσεις) αποτελούν ανάχωμα.

Έτσι, οι εγχώριοι πολιτικοί αναλαμβάνουν πλέον έναν πολύ πιο δύσκολο ρόλο: αφενός μεν να διατηρήσουν την κοινωνική συνοχή, χωρίς όμως το αντιστάθμισμα των παροχών, αν και η παροχολογία καλά κρατεί. Αφετέρου να λειάνουν το έδαφος θεσμικά και ιδεολογικά για τη νέα τάξη πραγμάτων.

Για να πετύχουν αυτό το ομολογουμένως δύσκολο έργο καταφεύγουν σε κάθε λογής λαϊκίστικα επικοινωνιακά τεχνάσματα. Χαρακτηριστική της λαϊκίστικης ρητορικής είναι η αποσύνδεση της ιδεολογίας από την πολιτική και η προσπάθεια κατασκευής μιας «αποϊδεολογικοποιημένης» ή καλύτερα μιας «αποχαρακτηρισμένης» ιδεολογίας. Υπό αυτή την έννοια η πολιτική και η οικονομία παρουσιάζονται (για λόγους επικοινωνιακούς) περισσότερο ως φυσικά φαινόμενα (επιστρέφουμε στην Αόρατη Χείρα του Άνταμ Σμιθ), ενώ στην πραγματικότητα η οικονομία είναι περισσότερο καθοδηγούμενη και εξαναγκασμένη από ποτέ.

Ο φαύλος κύκλος

Πάγια θέση της λαϊκίστικης ρητορικής είναι ότι οι παθογένειες του συστήματος εντοπίζονται σε διαχειριστικές και όχι σε δομικές αδυναμίες. Δηλαδή, δεν φταίει το σύστημα, αλλά οι άνθρωποι, τα κράτη, οι κυβερνήσεις, τα (άλλα) κόμματα. Προφανώς οι άνθρωποι δεν είναι αθώοι, αλλά αυτή η θεώρηση είναι μονομερής. Ως αποτέλεσμα έχει τη βύθιση σε έναν φαύλο κύκλο, που θυμίζει (ελληνικό) πρωτάθλημα ποδοσφαίρου, με τα κόμματα στον ρόλο των ομάδων και τους αρχηγούς των κομμάτων στον ρόλο του προέδρου.

Συνοπτικά ο κύκλος έχει ως εξής: Ο καπιταλισμός μεταλλάσσεται –> Η παραδοσιακή πολιτική του κράτους πρόνοιας αποτυγχάνει –> Οι πολίτες, απογοητευμένοι, απομακρύνονται από τους πολιτικούς φορείς, δηλαδή τα κόμματα –> Οι πολιτικοί φορείς αναπροσαρμόζονται. Η διαπλοκή με τα κυρίαρχα στρώματα-χορηγούς όμως εμποδίζει τα κόμματα να αναπροσαρμοστούν ιδεολογικά. Επομένως, αναπροσαρμόζονται επιφανειακά, αλλάζουν στελέχη και επικοινωνιακό προφίλ αλλά εφαρμόζουν την ίδια πολιτική –> Η παραδοσιακή πολιτική αποτυγχάνει κ.ο.κ.

Για τη διαχείριση της κατάστασης δεν χρειάζονται ιδεολογίες, λέει ο λαϊκισμός. Η ιδεολογία και η οργάνωση της κοινωνίας είναι άλλωστε δεδομένες. Αυτό που χρειάζεται είναι άτομα με ειδικές γνώσεις και ψυχρή λογική: τεχνοκράτες. Στη σούπερ λιγκ της εξουσίας δεν έχει διαφορά ποιος θα πάρει το πρωτάθλημα, η ποιότητα του αθλήματος παραμένει σε τραγικά επίπεδα.

Οι πολιτικοί μετεγγράφονται από κόμμα σε κόμμα με την ίδια ευκολία που θα άλλαζαν ομάδα. Έτσι, στην παρούσα αριστερή(;) κυβέρνηση υπάρχουν περισσότεροι πρώην υπουργοί και στελέχη του ΠΑΣΟΚ απ’ ότι στο ΠΑΣΟΚ, χωρίς να αναφερθούμε στην καθαυτή άσπονδη κυβερνητική συμμαχία ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της αποϊδεολογικοποίησης, ή για την ακρίβεια της υιοθέτησης της «ιδεολογίας» του λαϊκισμού.

 

Η κατάντια των πολιτικών κομμάτων είναι συνεκδοχικά και κατάντια της σύγχρονης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Έχουμε φτάσει στο σημείο όπου στο Κοινοβούλιο αυτά που αντιπροσωπεύονται είναι μόνο τα αντικρουόμενα συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών ελίτ. Ποια είναι η πραγματική εκπροσώπηση που έχουν στα Κοινοβούλια οι άνεργοι, οι άποροι, οι υποαπασχολούμενοι, οι φοιτητές;

Είναι χαρακτηριστικό της λαϊκίστικης ρητορικής ότι δεν μιλά εξ ονόματος μιας ιδεολογίας ή μιας ομάδας, τα συμφέροντα της οποίας εκπροσωπεί, αλλά τείνει να μιλά εξ ονόματος του μέγιστου δυνατού συνόλου, του λαού ή του έθνους. Η λέξη λαός δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι πιο παραπλανητική. Σε πολλές περιπτώσεις τα συμφέροντα των διαφόρων κοινωνικών ομάδων-στρωμάτων είναι αντικρουόμενα, αλλά ο λαϊκιστής υπόσχεται ότι θα τους ικανοποιήσει όλους ταυτόχρονα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *