Πως ο Ερντογάν ξεδόντιασε το κεμαλικό βαθύ κράτος και μετά τον “στρατό του ιμάμη”

Οπαδοί του προέδρου της Τουρκίας, Ταγίπ Ερντογάν πανηγυρίζουν την απόφαση για μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. EPA, ERDEM SAHIN

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Η απειλή πραξικοπήματος συνόδευε τον Ερντογάν από την πρώτη στιγμή που το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές το 2002 και σχημάτισε κυβέρνηση. Απέναντί του είχε το κεμαλικό βαθύ κράτος, αλλά και τους επίσημους κρατικούς θεσμούς, όπως τις ένοπλες δυνάμεις, την αστυνομία, τις μυστικές υπηρεσίες, το δικαστικό σώμα κ.α. που ελέγχονταν από τους κεμαλιστές.

Το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και ο αρχηγός του, εκτός από τη λαϊκή υποστήριξη, είχαν ένα σημαντικό πολιτικό πλεονέκτημα που εκείνα τα κρίσιμα χρόνια τους βοήθησε να επιβιώσουν στην εξουσία και σταδιακά να θέσουν υπό τον έλεγχό τους κρίσιμους τομείς του κράτους. Η Δύση αντιμετώπιζε τον Ερντογάν σαν εκφραστή ενός ήπιου και δυτικόφιλου πολιτικού Ισλάμ. Προσδοκούσε αφενός την αποδόμηση με δημοκρατικό τρόπο του αυταρχικού και αρτηριοσκληρωτικού μετακεμαλικού καθεστώτος, αφετέρου την ανάδειξη της Τουρκίας σε πρότυπο για τις άλλες μουσουλμανικές χώρες.

Ας σημειωθεί ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης υποστήριζε την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ πριν σχηματίσει κυβέρνηση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000, μάλιστα, ο Ερντογάν χρησιμοποιούσε τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις για μέτρα εκδημοκρατισμού, σαν μέσο αποδυνάμωσης της κεμαλικής στρατογραφειοκρατίας και κατ’ αντιδιαστολή σαν μέσο ενίσχυσης της δικής του εξουσίας. Προβάλλοντας τις αναγκαίες για την προώθηση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων μεταρρυθμίσεις, κατάφερε να ξηλώσει σταδιακά το θεσμικό-νομικό πλέγμα, μέσω του οποίου οι στρατηγοί ποδηγετούσαν την πολιτική ζωή.

Παρά τις αλλεπάλληλες συνωμοσίες, αφενός οι αλλεπάλληλες εκλογικές νίκες των νεοοθωμανών, αφετέρου η αμερικανική εύνοια λειτούργησαν εκείνα τα χρόνια σαν ομπρέλα προστασίας και από τις απόπειρες πραξικοπήματος και από τις δικαστικές διώξεις. Υπενθυμίζουμε ότι ο εισαγγελέας του Συνταγματικού Δικαστηρίου είχε ζητήσει να κηρυχθεί εκτός νόμου το κυβερνών κόμμα και να απαγορευθεί η πολιτική δραστηριότητα στον τότε πρωθυπουργό Ερντογάν, στον τότε Πρόεδρο Δημοκρατίας Γκιούλ και στα σημαντικότερα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος!

Το κεμαλικό βαθύ κράτος και ο “στρατός του ιμάμη”

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση Ερντογάν δεν θα κατάφερνε να ελέγξει σταδιακά κρίσιμους μηχανισμούς, όπως η αστυνομία, οι μυστικές υπηρεσίες και το δικαστικό σώμα εάν δεν είχε στο πλευρό της το δίκτυο του Φετουλά Γκιουλέν. Ο Γκιουλέν είναι ιμάμης, ηγέτης μίας αδελφότητας, η οποία στην Τουρκία ήλεγχε τράπεζα, επιχειρήσεις, ΜΜΕ, πανεπιστήμιο και ένα μεγάλο δίκτυο σχολείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Επίσης ήλεγχε και ελέγχει ένα μεγάλο δίκτυο σχολείων και φροντιστηρίων σε δεκάδες χώρες.

Η εν λόγω αδελφότητα είχε με συνωμοτικό τρόπο καταφέρει να διεισδύσει στους κρατικούς μηχανισμούς, σε βαθμό που την αποκάλεσαν ο “στρατός του ιμάμη”. Έτσι, στην κρίσιμη περίοδο τους έθεσε υπό έλεγχο και βοήθησε αποφασιστικά την κυβέρνηση Ερντογάν να εξαρθρώσει συνωμοσίες του κεμαλικού “βαθέος κράτους” και να εδραιώσει την εξουσία της. Ο Γκιουλέν είχε διωχθεί από το μετακεμαλικό καθεστώς στη δεκαετία του 1990 και είχε καταφύγει στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ. Αν και δεν ομολογείται είναι κοινό μυστικό πως η Ουάσιγκτον χρησιμοποιούσε τον ιμάμη και το δίκτυό του για να επηρεάζει, αν όχι να διαμορφώνει τις πολιτικές ισορροπίες στην Τουρκία.

Το 2012 ο Ερντογάν είχε καταφέρει όχι μόνο να σταθεροποιήσει την εξουσία του, αλλά και να περάσει στην αντεπίθεση, συλλαμβάνοντας και διώκοντας δικαστικά στρατηγούς και άλλα σημαντικά στελέχη του μετακεμαλικού κατεστημένου. Το ένα μετά το άλλο τα οχυρά των κεμαλιστών στο κράτος έπεσαν στα χέρια των νεοοθωμανών. Κατάφερε να προσεταιριστεί κάποιους ανώτατους αξιωματικούς και μέσω αυτών να προκαλέσει σημαντικά ρήγματα στη μονοκρατορία των κεμαλιστών στο Γενικό Επιτελείο.

Όταν ο Ερντογάν θεώρησε πως κέρδισε τον εσωτερικό πόλεμο εναντίον του κεμαλικού κατεστημένου, άρχισε να συγκεντρώνει όλες τις εξουσίες στα χέρια του και να μετατρέπεται σε σύγχρονο σουλτάνο. Παραλλήλως, άρχισε να ξεδιπλώνει την ατζέντα του αφενός για τη σταδιακή ισλαμοποίηση της δημόσιας ζωής, αφετέρου για να μετατρέψει την Τουρκία σε ηγέτη του μεταοθωμανικού χώρου και σε σχετικά αυτόνομη από τις ΗΠΑ περιφερειακή δύναμη.

Οι δύο Τουρκίες

Ο διογκούμενος αυταρχισμός του παρόξυνε όχι μόνο την αντίθεση του παραδοσιακού κεμαλικού κατεστημένου που έχανε τον έλεγχο, αλλά και των δυτικότροπων μεσοαστικών στρωμάτων. Αν και αυτά δεν είχαν καμία ιδεολογική σχέση με τους νεοοθωμανούς αρχικά τους είχαν αντιμετωπίσει θετικά. Θεωρούσαν ότι θα ξήλωναν το αυταρχικό μετακεμαλικό καθεστώς και θα διευκόλυναν την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας, την οποία είχαν κάνει σημαία τους.

Η εξέγερση εναντίον του καθεστώτος Ερντογάν την άνοιξη του 2013 αντανακλούσε ακριβώς την απογοήτευση από τη στροφή του τότε πρωθυπουργού προς τον αυταρχισμό και προς τη σταδιακή ισλαμοποίηση της δημόσιας ζωής. Τότε βγήκε με δύναμη στην επιφάνεια το βαθύ ρήγμα της τουρκικής κοινωνίας. Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο Τουρκίες, και μία τρίτη εάν συνυπολογίσουμε τα 20 και εκατομμύρια Κούρδων.

Από τη μία, λοιπόν, είναι η θρησκευόμενη “βαθιά Τουρκία”, που προέρχεται από την Ανατολία και που κατά κανόνα εκφράζεται ιδεολογικοπολιτικά από τον Ερντογάν. Είναι η πλειονότητα και αυτή που του έδωσε τις εκλογικές νίκες του. Στον αντίποδα κινείται η κοσμική και δυτικότροπη Τουρκία, η οποία πλέον απεχθάνεται και τον Ερντογάν και το καθεστώς του, αλλά εκλογικά είναι μία μεγάλη μειονότητα στην Τουρκία.

Ερντογάν εναντίον Γκιουλέν

Όταν ο Ερντογάν θεώρησε πως μετά τις διαδοχικές εκλογικές νίκες του και το ξεδόντιασμα του βαθέος κεμαλικού κράτους, απέκτησε τον έλεγχο του κράτους, άνοιξε τον δικό του βηματισμό. Τότε, οι κάποιες επιφυλάξεις της Ουάσιγκτον (και της Ευρώπης) για τον ρόλο του μετατράπηκαν σε ολοένα και πιο έντονη, αλλά ανομολόγητη αντιπαλότητα. Σ’ αυτό είχε συμβάλει και η εχθρική στάση του προς το Ισραήλ.

Τα άλλοτε εγκώμια σταδιακά παραχώρησαν τη θέση τους σε επικρίσεις, κατά κανόνα μέσω δημοσιευμάτων και στη συνέχεια μέσω και επίσημων δηλώσεων. Αν και οι Αμερικανοί απέφυγαν αρχικά να στραφούν ευθέως εναντίον του νεοσουλτάνου, επιχείρησαν παρασκηνιακά να τον αποδυναμώσουν. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησαν τον Γκιουλέν. Πράγματι, η αδελφότητα, μέσω των πολλών και ισχυρών ερεισμάτων της σε κρίσιμους κρατικούς μηχανισμούς, άρχισε εμμέσως να κοντράρει επιλογές της κυβέρνησης. Αποκορύφωμα ήταν η διεξαγωγή το 2013 μυστικής έρευνας σε βάρος της οικογένειας Ερντογάν για διαφθορά.

Όταν ο νεοοθωμανός ηγέτης συνειδητοποίησε ότι ήταν στο στόχαστρο των Αμερικανών, αντί να υποταχθεί, εξαπέλυσε έναν πόλεμο εναντίον της αδελφότητας Γκιουλέν, μέσω εκκαθαρίσεων και δικαστικών διώξεων. Εφεξής κύριος στόχος του ήταν όχι το αποδυναμωμένο κεμαλικό βαθύ κράτος, αλλά ο “στρατός του ιμάμη”, το “παράλληλο κράτος”, όπως το αποκαλεί ο Ερντογάν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *