Πόσα ψευδοκράτη υπάρχουν στην Κύπρο;

FILE PHOTO. Η Κύπρος από την 1η Μαΐου 2004 είναι επίσημα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Στιγμιότυπο από την έπαρση της σημαίας της ΕΕ στους εορτασμούς που έγιναν το 2004 για την ένταξη της Κύπρου στην ευρωπαϊκή οικογένεια. ΚΥΠΕ/ Γιώργος Κωνσταντίνου

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το διεθνές ρεζίλεμα της Κύπρου ελέω διαβατηρίων διέλυσε τις τελευταίες επιφυλάξεις που είχα για τη δημοσιοποίηση του παρασκηνίου μιας ξεχασμένης ιστορίας είκοσι ετών, όταν εργαζόμουν ως δημοσιογράφος στο ΡΙΚ. Παραμένει ενδιαφέρουσα και μπορεί να διδάξει πολλά για να ανεβούμε μερικά σκαλιά ψηλότερα από τον πάτο που έχουμε πιάσει.

Τον Απρίλιο του 2000 έπεσε στα χέρια μου το πιο άκρως απόρρητο έγγραφο που είχε διαρρεύσει έως τότε στο Διαδίκτυο. Ήταν έκθεση της βρετανικής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας MI5 του 1995 και περιέγραφε τις δραστηριότητες του Λίβυου Khalifa Ahmad Bazelya, κορυφαίου κατασκόπου του καθεστώτος Γκαντάφι στο Λονδίνο.

Σύμφωνα με την έκθεση, ο Bazelya, υπό διπλωματική κάλυψη ως Επικεφαλής του Τμήματος Λιβυκών Συμφερόντων στο Λονδίνο, είχε σχέσεις με εξτρεμιστές, επαφές με τον IRA, παράνομες οικονομικές δοσοληψίες, στρατολογούσε πράκτορες, συνέλεγε πληροφορίες για χημικά όπλα και γενικά εκτελούσε κατασκοπεία. Η βρετανική αντικατασκοπεία γνώριζε εκ των προτέρων για τη μυστική δράση του Bazelya, καθώς το 1991 είχε εκδιωχθεί από την Αντίς Αμπέμπα όπου ήταν διαπιστευμένος, γιατί η κυβέρνηση της Αιθιοπίας θεωρούσε ότι ενίσχυε με όπλα το Λαϊκό Απελευθερωτικό Μέτωπο της Ερυθραίας μέσω του διπλωματικού σάκου.

Ωστόσο το 1993, με παρέμβαση της MI6, οι Βρετανοί αποφάσισαν να του παραχωρήσουν βίζα, ελπίζοντας να τον αξιοποιήσουν ως διπλό πράκτορα για να εξασφαλίσουν πληροφορίες για τρομοκρατικές ενέργειες υποστηριζόμενες από τη Λιβύη και ιδίως για τη βομβιστική επίθεση στη πτήση 103 της Pan Am πάνω από το Lockerbie το 1988, με 270 νεκρούς. Ο Bazelya εργαζόταν από την πρεσβεία της Σαουδικής Αραβίας, καθώς Λονδίνο και Τρίπολη είχαν διακόψει διπλωματικές σχέσεις από το 1984 και η Λιβύη δεν διατηρούσε πρεσβεία στη Βρετανία. «Εκείνο το διάστημα εκτιμάτο ότι η στρατολόγηση του θα απέφερε πιθανά οφέλη συλλογής πληροφοριών μεγαλύτερα από την πιθανότητα να αποτελούσε ο ίδιος απειλή για την ασφάλεια του Ηνωμένου Βασιλείου», ανέφερε η έκθεση της MI5.

Ο Bazelya έπαιξε το παιχνίδι δίνοντας στους Βρετανούς επουσιώδεις μυστικές πληροφορίες και, εκμεταλλευόμενος τη σχετική ελευθερία κινήσεων, συνέχισε ανενόχλητος την εκτέλεση αποστολών εκ μέρους της Λιβυκής Μυστικής Υπηρεσίας (LIS). Έγινε ουσιαστικά τριπλός πράκτορας, οδηγώντας σε φιάσκο την επιχείρηση στρατολόγησης του από την MI6. Όμως η MI5 συνέχισε να τον παρακολουθεί και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εργαζόταν ενάντια στα βρετανικά συμφέροντα: «Είναι σαφές ότι, αν το λιβυκό καθεστώς αποφασίσει να επαναρχίσει τις βίαιες δραστηριότητες του, διαθέτει μια δεξαμενή ατόμων στο Ηνωμένο  Βασίλειο, με τον Bazelya επικεφαλής, τα οποία είναι πρόθυμα να συμμετάσχουν».

Τελικά ο Bazelya απελάθηκε από τη Βρετανία ως ανεπιθύμητο πρόσωπο (persona non grata στη γλώσσα των διπλωματών) για «δραστηριότητες ασύμβατες με το διπλωματικό του καθεστώς» λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Ali Abuzeid, εξέχοντος Λίβυου αντικαθεστωτικού που ζούσε στο Λονδίνο από το 1994, είχε συμμετάσχει σε αποτυχημένο σχέδιο των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών για δολοφονία του Γκαντάφι, αλλά τελικά δολοφονήθηκε ο ίδιος το Νοέμβριο του 1995. Η MI5 υποψιαζόταν εμπλοκή του Bazelya  στη δολοφονία και την υπόθεση  διερεύνησε ο αντιτρομοκρατικός κλάδος της Scotland Yard, χωρίς όμως να συλληφθεί οποιοσδήποτε.

Τέτοιοι τύποι των μυστικών υπηρεσιών καλυπτόμενοι από διπλωματική ασυλία, με εικονικά καθήκοντα που τους επιτρέπουν να συλλέγουν πληροφορίες και να στρατολογούν πράκτορες εις βάρος του κράτους υποδοχής υπάρχουν παντού. Γιατί ενδιέφερε η είδηση τόσο πολύ την Κύπρο; Επειδή το Νοέμβριο του 1999 ο Bazelya παρέδωσε τα διαπιστευτήρια του στον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Γλαύκο Κληρίδη και ήταν εν ενεργεία πρεσβευτής της Λιβύης στην Κύπρο.

Στις 24 Απριλίου 2000 ολοκλήρωσα τη βασική έρευνα και εξασφάλισα για το τηλεοπτικό ρεπορτάζ φωτογραφικό υλικό με την τελετή των διαπιστευτηρίων από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, ελλείψει πλάνων από το αρχείο του ΡΙΚ. Ενημέρωσα για το θέμα το Γ.Κ., που ήταν υπεύθυνος σύνταξης των ειδήσεων της Τηλεόρασης του ΡΙΚ εκείνη την ημέρα. Ο Γ.Κ. μού έδωσε το πράσινο φως να προχωρήσω στη σύνταξη του ρεπορτάζ για το κεντρικό δελτίο ειδήσεων το ίδιο βράδυ, με την οδηγία να θέσω την υπόθεση υπόψη του Bazelya για να απαντήσει, εάν επιθυμούσε, στα όσα αναφέρονταν στο έγγραφο, ώστε να υπάρχει καταγεγραμμένη η άποψη του και να είναι η είδηση πιο αντικειμενική.

Δεν ήμουν σύμφωνος με την οδηγία, αφενός γιατί την απάντηση του Bazelya μπορούσαμε να τη μεταδώσουμε την επομένη, ώστε η είδηση να έχει χρονική διάρκεια και περισσότερο αντίκτυπο (το δημοσιογραφικά λεγόμενο follow-up), αφετέρου για το λόγο που θα φανεί στη συνέχεια. Ωστόσο δεν είχα άλλη επιλογή παρά να την ακολουθήσω. Τηλεφώνησα στην πρεσβεία της Λιβύης στη Λευκωσία και ζήτησα να μιλήσω με τον πρέσβη. Μια στιγμή παρακαλώ, απάντησε μια φωνή, και σε λίγο στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής μιλούσα με τον πρέσβη Bazelya, όπως επιβεβαίωσε ο ίδιος. Του συστήθηκα και μετά τις τυπικές ευγένειες έθεσα υπόψη του τις πληροφορίες από το έγγραφο της MΙ5. Κατάλαβα ότι δεν το περίμενε, λόγω της παρατεταμένης σιωπής που ακολούθησε. Μετά ψέλλισε κάτι περί βρετανικής προπαγάνδας και έκλεισε το τηλέφωνο απότομα. Σε λίγο τηλεφώνησα ξανά. Αυτή τη φορά το απάντησε η σύζυγος του πρέσβη. Ζήτησα να του μιλήσω λέγοντας ότι μάλλον κόπηκε η γραμμή, για να λάβω την απάντηση ότι ο πρέσβης απουσίαζε. Μα του μιλούσα πριν από δυο λεπτά, αντέτεινα. Όχι, δεν ήταν ο πρέσβης αλλά ο οδηγός του, απάντησε.

Κατάλαβα ότι δεν επρόκειτο για καλόπιστους συνομιλητές και εκ των υστέρων μετάνιωσα που δεν επέμεινα στο Γ.Κ. να ζητήσω την άποψη του πρέσβη την επομένη, μετά τη μετάδοση της είδησης. Ο λόγος ήταν απλός. Μοναδική προστασία του ερευνητή δημοσιογράφου όταν δημοσιεύει ρεπορτάζ που θίγουν άτομα του υποκόσμου, του εγκλήματος, διεφθαρμένους πολιτικούς ή πρέσβεις με αμφιλεγόμενους ρόλους, είναι η δημοσιότητα. Όταν το θέμα δημοσιευτεί, ο θιγόμενος θα σκεφτεί δυο φορές να σε βλάψει, γιατί οι υποψίες θα πέσουν αμέσως πάνω του και η κοινή γνώμη θα γνωρίζει (όταν διαδραματίστηκε η ιστορία δεν είχε ακόμα γίνει δημοφιλές το Novichok). Το χειρότερο δυνατό σενάριο για την ασφάλειά μου, τώρα που ο πρέσβης γνώριζε ποιος ήμουν και τις προθέσεις μου, ήταν η είδηση να μη μεταδοθεί, για οποιοδήποτε λόγο. Έπρεπε να κάνω το παν ώστε το ρεπορτάζ να «παίξει» στο δελτίο ειδήσεων το ίδιο βράδυ.

Εργάστηκα πυρετωδώς, ολοκλήρωσα το ρεπορτάζ και το έστειλα μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή στο Γ.Κ. για να το εγκρίνει, παρακολουθώντας τον διακριτικά μέσα από τον τοίχο του υπερυψωμένου, γυάλινου γραφείου του στην Αίθουσα Σύνταξης. Η έγκριση αργούσε και κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι μιλούσε ανήσυχος στο τηλέφωνο. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου έκανε νόημα να την κλείσω πίσω μου και να καθίσω. Έβαλε το τηλέφωνο στο μεγάφωνο. Στην άλλη άκρη ήταν ο Υπουργός Εξωτερικών Γιαννάκης (τότε όχι ακόμα Ιωάννης) Κασουλίδης. Αχ, ωχ, ακουγόταν ο ΥΠΕΞ καθώς ο  Γ.Κ τού διάβαζε το ρεπορτάζ μου τηλεφωνικώς. Όταν τελείωσε, η απάντηση του Κασουλίδη μού έκοψε πρώτα την ανάσα και μετά τα πόδια. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το ΡΙΚ, ως κρατικό κανάλι, να μεταδώσει τέτοια είδηση, θα προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο με τη Λιβύη, είπε και η συνομιλία τελείωσε προτού μπορέσω να επιχειρηματολογήσω.

Αμέσως πήγα στο γραφείο του Τμηματάρχη Ειδήσεων Β.Λ. μαζί με τον Γ.Κ. και προσπάθησα να τους πείσω ότι έπρεπε να διατηρήσουμε την ανεξαρτησία μας ως δημοσιογράφοι και να μεταδώσουμε το ρεπορτάζ παρά τις οδηγίες του ΥΠΕΞ, οι οποίες έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν να μας δεσμεύσουν νομικά. Όμως το ΡΙΚ παρέμενε, όπως μάλλον και σήμερα, υπό την επιρροή και ενίοτε λογοκρισία της εκάστοτε κυβέρνησης. Υπουργοί, αρχηγοί κομμάτων, βουλευτές και πολιτικοί, κρατικοί αξιωματούχοι, κάποτε και ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, χωρίς κανένα δισταγμό τηλεφωνούσαν για να παραπονεθούν στον υπεύθυνο σύνταξης ή στον Τμηματάρχη Ειδήσεων γιατί οι δηλώσεις τους δεν έπαιξαν πρώτο θέμα ή ήταν σύντομες, ή γιατί θεωρούσαν ότι το ρεπορτάζ που τους αφορούσε δεν ήταν όπως το ήθελαν. Σε αυτό το κλίμα πολιτικών παρεμβάσεων, οι αντιδράσεις από τους αρμόδιους του ΡΙΚ συνήθως ήταν χλιαρές και χωρίς αποτέλεσμα. Πόσο μάλλον τώρα, που απειλούνταν δήθεν οι διπλωματικές μας σχέσεις με τη Λιβύη, της οποίας τρία χρόνια αργότερα, το 2003, ο τότε ηγέτης Μουαμάρ Γκαντάφι ανέλαβε επίσημα  την ευθύνη για την έκρηξη στο αεροσκάφος πάνω από το Lockerbie και δέχθηκε να καταβάλει αποζημίωση στις οικογένειες των θυμάτων, αν και επέμεινε ότι ουδέποτε έδωσε εντολή για τη βομβιστική επίθεση.

Σήμερα η Λιβύη είναι ένα διαλυμένο τέως κράτος, σπαρασσόμενο από εμφύλιο πόλεμο πίσω από τον οποίο κρύβονται στρατοί, μυστικές υπηρεσίες και μισθοφόροι πολλών ισχυρών χωρών. Το βράδυ της 24ης Απριλίου 2000 όμως, η πολιτική κατάσταση ήταν διαφορετική. Παρά τις αντιρρήσεις μου, το ΡΙΚ αποφάσισε ότι το ρεπορτάζ για το Λίβυο πρεσβευτή στη Λευκωσία δεν μπορούσε να μεταδοθεί. Έφυγα από τη δουλειά έχοντας ήδη αποφασίσει να το δημοσιεύσω σε εφημερίδα, όμως ένιωθα ότι διέτρεχα κίνδυνο. Η νύχτα πέρασε άυπνη και νωρίς το πρωί κτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο ΥΠΕΞ Γιαννάκης Κασουλίδης. Συγχαρητήρια για τη μεγάλη δημοσιογραφική σου επιτυχία, μου είπε, αλλά ελπίζω να καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούσε να μεταδοθεί. Του είπα ότι θα το έδινα για δημοσίευση σε εφημερίδα. Στην αρχή αντέδρασε. Όταν όμως κατάλαβε ότι ήμουν αποφασισμένος, έθεσε έναν όρο: να δημοσιευτεί ανώνυμα, γιατί αν το ρεπορτάζ υπέγραφε δημοσιογράφος του ΡΙΚ, θα ήταν σχεδόν το ίδιο σαν να το μετέδιδε η κρατική τηλεόραση. Αισθανόμενος ότι δεν είχα επιλογή, συμφώνησα.

Την επομένη, στις 26 Απριλίου, η εφημερίδα Πολίτης είχε τον πρωτοσέλιδο τίτλο «Σενάρια τρόμου για τον Πρέσβη της Λιβύης» με φωτογραφία του Bazelya να μοιράζεται τον ίδιο καναπέ με τον Κληρίδη. Ένιωσα ανακούφιση και ικανοποίηση, αν και το ρεπορτάζ υπέγραφε «Ρεπόρτερ συνεργάτης του Πολίτη». Αυθημερόν η πρεσβεία της Λιβύης έστειλε στα ΜΜΕ φαξ διαψεύδοντας το ρεπορτάζ και αποδίδοντας το σε βρετανική επιχείρηση παραπληροφόρησης και προπαγάνδας. Ο Κασουλίδης δήλωσε ότι οι ισχυρισμοί περί κατασκοπείας δεν αποτελούσαν θέμα για την κυβέρνηση, η οποία δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητεί την παρουσία του Bazelya στην Κύπρο. Για να υπάρξει θέμα, είπε, θα έπρεπε να γίνει κάποια επίσημη επαφή ή ενημέρωση από τη βρετανική κυβέρνηση. Η κυπριακή κυβέρνηση, κατέληξε ο ΥΠΕΞ, δεν πρόκειται να αντιδράσει επειδή μια εφημερίδα δημοσίευσε ένα έγγραφο από το Διαδίκτυο.

Στην καθιερωμένη ενημέρωση του Τύπου από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο την ίδια μέρα, που έγινε στο Προεδρικό Μέγαρο αντί στο Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών, η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Θέμα συζήτησης όλων των δημοσιογράφων ήταν ο Bazelya και η πατρότητα του ρεπορτάζ στον Πολίτη.  Παρών κι εγώ εκ μέρους του ΡΙΚ, έσκαζα από το κακό μου ως σχετικά νέος δημοσιογράφος που δεν μπορούσα να πιστωθώ την επιτυχία της αποκλειστικής είδησης και να πάρω τα συγχαρητήρια από τους συναδέλφους μου. Σε λίγο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Μιχάλης Παπαπέτρου δήλωσε ότι η κυβέρνηση θα διερευνούσε το περιεχόμενο του ρεπορτάζ, αλλά ξεκαθάρισε ότι οι καλές σχέσεις με τη Λιβύη δεν μπορούσαν να διαταραχθούν με κανένα τρόπο. Δεν άντεξα στον πειρασμό και τον ρώτησα το αυτονόητο: γιατί δεν έγινε έρευνα προτού η Κυπριακή Δημοκρατία δεχθεί τα διαπιστευτήρια του Bazelya, δεδομένου ότι είχε ήδη κηρυχθεί ανεπιθύμητο πρόσωπο από δύο χώρες; Ο Παπαπέτρου, γνωρίζοντας προφανώς ότι ήμουν ο συντάκτης της είδησης, με κοίταξε με οργισμένο βλέμμα που με έκανε να πιστεύω ότι αν ήμουν πιο κοντά θα με χτυπούσε, πήγε κάτι να πει, συγκρατήθηκε, και τελικά απάντησε ενοχλημένος ότι η Κύπρος δεν έχει MI5 για να γνωρίζει τέτοια πράγματα.

Γεγονός που μας φέρνει στο σήμερα, στα διαβόητα χρυσά διαβατήρια και σε μερικά αμείλικτα ερωτήματα. Είκοσι χρόνια μετά την υπόθεση Bazelya, έχει σήμερα η Κύπρος Υπηρεσία Πληροφοριών που να μπορεί διερευνά εις βάθος θέματα ασφάλειας και κρατικής προστασίας; Ακόμα κι αν είχε, η διαφθορά πολιτικών και αξιωματούχων θα την άφηναν να εκτελέσει το έργο της χωρίς παρεμβάσεις; Αν δημοσιογράφοι με περιορισμένα τεχνικά μέσα κατάφεραν να παγιδεύσουν, να εκθέσουν και να ρεζιλέψουν τον Πρόεδρο της Βουλής και εξέχοντα βουλευτή του ΑΚΕΛ, ποιους έχουν παγιδεύσει, έχουν θέσει υπό τον έλεγχο τους και εκβιάζουν τα εκπαιδευμένα και άρτια εξοπλισμένα στελέχη των δεκάδων μυστικών υπηρεσιών που επιχειρούν στην Κύπρο; Πώς γνωρίζουμε αν κάθε πολιτική απόφαση που καθορίζει το μέλλον μας, ή οι εκατοντάδες αποφάσεις που λαμβάνονται σε υπηρεσιακό επίπεδο, έχουν γνώμονα το συμφέρον του τόπου και δεν αποτελούν προϊόν εκβιασμού, πιέσεων ή δωροδοκίας από πράκτορες ξένων μυστικών υπηρεσιών; Πότε συνελήφθη έστω και ένας Κύπριος για προδοσία ως πράκτορας ξένων συμφερόντων, εκτός από ελάχιστους που πιάστηκαν επ’ αυτοφώρω να κατασκοπεύουν υπέρ της Τουρκίας; Ποιο σχέδιο υπάρχει σε εφαρμογή για τον – ομολογουμένως πολύ δύσκολο – εντοπισμό των λεγόμενων πρακτόρων επιρροής (agents of influence), δηλαδή ανθρώπων σε καίριες θέσεις στην πολιτική, στη δημοσιογραφία, στη δημόσια υπηρεσία, στον ακαδημαϊκό χώρο, σε συνδικαλιστικές και πολλές άλλες οργανώσεις και επαγγέλματα, οι οποίοι ελέγχονται από ξένες μυστικές υπηρεσίες για να επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης σημαντικών αποφάσεων και να κατευθύνουν την κοινή γνώμη προς όφελος του κράτους της μυστικής υπηρεσίας που τους ελέγχει; Πώς αναμένεται από τον κάθε αστυνομικό, τελωνειακό, δημόσιο λειτουργό ή εργαζόμενο στην Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών να τα βάλει με το οργανωμένο έγκλημα και με τόσες άλλες απειλές, θέτοντας σε κίνδυνο τη δική του ζωή και της οικογένειας του, όταν δεν ξέρει ποιον μπορεί να εμπιστευτεί και γνωρίζει ότι πιο ψηλά στην υπηρεσιακή και πολιτική ιεραρχία υπάρχουν διεφθαρμένα ή ανίκανα άτομα που δεν πρόκειται να τον αφήσουν ή να το βοηθήσουν να φέρει εις πέρας την αποστολή του; Πότε θα αποκτήσουμε θεσμούς ικανούς να στηρίξουν το κράτος ανεξαρτήτως της ποιότητας των προσώπων που εναλλάσσονται στην εξουσία; Πότε θα πάρουμε στα σοβαρά τους εαυτούς μας για να φτιάξουμε μια χώρα για την οποία να είμαστε περήφανοι και όχι να ντρεπόμαστε;

Πριν από είκοσι χρόνια ένας πολύ γνωστός δημοσιογράφος, δεν ζει πια, συνήθιζε να λέει όταν απογοητευόταν με την καταστροφική μας πορεία, ότι στην Κύπρο υπάρχουν δύο ψευδοκράτη, από τα οποία το ένα είναι αναγνωρισμένο. Θύμωνα τότε μαζί του. Τώρα πια όχι.

*Ερευνητής σε θέματα Υπηρεσιών Πληροφοριών.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *