Πόσο δεσμευτικό είναι το σύμφωνο αμυντικής συνδρομής

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Η διαδικασία επιλογής της νέας φρεγάτας του Πολεμικού Ναυτικού –πολύ πριν φθάσουμε στις σημερινές ανακοινώσεις Μητσοτάκη και Μακρόν– για πρώτη φορά στην ιστορία των αμυντικών προμηθειών απέκτησε ένα τόσο κρίσιμο για την εθνική ασφάλεια χαρακτήρα, όσο το σύμφωνο αμυντικής συνδρομής. Με άλλα λόγια, για πρώτη φορά η προμήθεια οπλικού συστήματος διασυνδέθηκε ευθέως με τέτοια ρήτρα.

Παραδοσιακά, πέντε ήταν τα κριτήρια που συνδυαστικά επικαθόριζαν τις τελικές επιλογές της Αθήνας για την προμήθεια ενός οπλικού συστήματος:

  • Πρώτον, η επιχειρησιακή δυνατότητά του.
  • Δεύτερον, η καταλληλότητά του σε σχέση με τις ελληνικές αμυντικές ανάγκες.
  • Τρίτον, η τιμή και το κόστος συντήρησης.
  • Τέταρτον, το ποσοστό συμπαραγωγής και η συνακόλουθη μεταφορά τεχνογνωσίας.
  • Πέμπτον, η λεγόμενη “εξοπλιστική διπλωματία”, δηλαδή η δια της αγοράς πανάκριβων οπλικών συστημάτων ενίσχυση των ελληνικών διπλωματικών ερεισμάτων.

Τα παραπάνω πέντε κριτήρια δεν ζυγίζουν το ίδιο την τελική επιλογή. Ένα επιχειρησιακά ακατάλληλο για τις ελληνικές ανάγκες οπλικό σύστημα δεν πρέπει να επιλεγεί ακόμα κι αν παίρνει άριστα στα άλλα κριτήρια. Αυτό πρέπει να υπογραμμισθεί, επειδή στην Ελλάδα έχουμε επανειλημμένως παραβιάσει τον στοιχειώδη αυτόν κανόνα, προκειμένου να εξυπηρετηθούν σκοπιμότητες που δεν είχαν άμεση σχέση με την αμυντική θωράκιση της χώρας. Με άλλα λόγια, η επιχειρησιακή καταλληλότητα είναι αναγκαία συνθήκη και εάν δεν ικανοποιείται αυτό το κριτήριο όλα τα άλλα δεν έχουν σημασία.

Είναι κοινός τόπος ότι οι Belharra είναι επιχειρησιακά πολύ αποτελεσματικές. Λόγω και της δυνατότητάς τους για αεράμυνα περιοχής είναι όχι μόνο γενικά κατάλληλες, αλλά και απολύτως αναγκαίες και ικανές (ακόμα περισσότερο εάν συνδυασθούν με τις κορβέτες Gowind) για να μπορέσει το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό να διεκδικήσει δεσπόζουσα θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου σε μεγάλο βαθμό έχει μεταφερθεί το ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Σύμφωνο αμυντικής συνδρομής

Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές πως οι Belharra είναι πανάκριβες, παρά τη βελτιωμένη γαλλική πρόταση. Εάν επρόκειτο μόνο για προμήθεια φρεγατών, ίσως θα έπρεπε το κόστος να ζυγισθεί σοβαρά με τις όποιες εναλλακτικές λύσεις μπορούν να καλύψουν τις ελληνικές επιχειρησιακές ανάγκες στην Ανατολική Μεσόγειο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η Ελλάδα δεν αγοράζει μόνο φρεγάτες. Αγοράζει ταυτοχρόνως και σύμφωνο αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία.

Στην πραγματικότητα, πιο κρίσιμο ζήτημα από αυτές καθ’ αυτές τις φρεγάτες είναι το σύμφωνο αμυντικής συνδρομής. Ας σημειωθεί ότι η Ελλάδα ζητάει εδώ και δεκαετίες από τις ΗΠΑ μία εγγύηση των ελληνικών συνόρων, αλλά το μόνο που έχει καταφέρει να αποσπάσει είναι κάποιες γενικές δηλώσεις αμφίβολης αξιοπιστίας. Το ελληνογαλλικό σύμφωνο μπορεί –υπό προϋποθέσεις– να αλλάξει ποιοτικά τις μέχρι τώρα ορίζουσες στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

Πόσο, άραγε, διατεθειμένη είναι η Γαλλία να δεσμευθεί πραγματικά από όσα υπέγραψε και στην πράξη να προστρέξει στρατιωτικά στο πλευρό της Ελλάδας την κρίσιμη στιγμή; Αμυντική συνδρομή δεν είναι δηλώσεις υποστήριξης ή γενικές αναφορές σε ρήτρες του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, όπως είχε αρχικά προτείνει το Παρίσι – σύμφωνα με ελληνικές πηγές. Αμυντική συνδρομή είναι η επίσημη δέσμευση της Γαλλίας, όπως διατυπώνεται στο σύμφωνο. Ακόμα πιο αξιόπιστο θα ήταν εάν το σύμφωνο προέβλεπε ότι σε ελληνικές βάσεις θα σταθμεύουν γαλλικές αεροπορικές και ναυτικές μονάδες, οι οποίες θα εμπλακούν αυτομάτως, όπως ακριβώς οι ελληνικές μονάδες.

Επίθεση στην επικράτεια

Σύμφωνα με το επίσημο κείμενο «τα Μέρη παρέχουν το ένα στο άλλο βοήθεια και συνδρομή, με όλα τα κατάλληλα μέσα που έχουν στην διάθεσή τους, κι εφόσον υφίσταται ανάγκη με τη χρήση ένοπλης βίας, εάν διαπιστώσουν από κοινού ότι μία ένοπλη επίθεση λαμβάνει χώρα εναντίον της επικράτειας ενός από τα δύο, σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών».

Η υπογραφή του συμφώνου είναι ένα αποφασιστικό βήμα μπροστά, έστω κι αν δεν είναι το μέγιστο. Για την ακρίβεια, εγκαινιάζει μία νέα εποχή στην Ευρώπη, αφού οι διμερείς στρατιωτικές συμμαχίες είχαν ξεχασθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Γι’ αυτό και οι Μητσοτάκης και Μακρόν φρόντισαν να συνδέσουν το σύμφωνο με την αμυντική αυτοδυναμία της ΕΕ.

Η αναφορά ότι το σύμφωνο ενεργοποιείται εάν οι δύο συμβαλλόμενες πλευρές από κοινού διαπιστώσουν ότι η μία από τις δύο χώρες δέχεται ένοπλη επίθεση στην επικράτειά της. Το πρώτο ζήτημα είναι ότι δεν υπάρχει αυτοματισμός. Προϋπόθεση για την ενεργοποίηση είναι η από κοινού διαπίστωση ότι υφίσταται επίθεση. Αυτή η αναφορά δεν είναι ικανή να αποτρέψει την ενεργοποίηση της αμυντικής συνδρομής σε περίπτωση ένοπλης τουρκικής επίθεσης, αλλά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να υπάρξει καθυστέρηση στη γαλλική στρατιωτική συνδρομή. Αυτό δεν είναι καθόλου ασήμαντο, επειδή σε τέτοιες συγκρούσεις ο χρόνος είναι κρίσιμη παράμετρος.

Παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι το σύμφωνο δεν καλύπτει άμεσα τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Εάν π.χ. οι Τούρκοι πραγματοποιήσουν σεισμικές έρευνες και πολύ περισσότερο γεώτρηση στα οκτώ μίλια από την ανατολική Κρήτη, δηλαδή δύο μίλια έξω από τα ελληνικά χωρικά ύδατα και μέσα στην οριοθετημένη ελληνική ΑΟΖ, τυπικώς δεν θα έχει δεχθεί επίθεση η ελληνική επικράτεια, αλλά θα έχουν παραβιασθεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι σε μία τέτοια περίπτωση δεν θα υπάρξει γαλλική στρατιωτική συνδρομή. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν η Ελλάδα αντιδράσει στρατιωτικά για να προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, η Τουρκία θα βρεθεί σε δίλημμα. Θα γνωρίζει ότι εάν εισέλθει σε τοπική στρατιωτική σύγκρουση, πιθανόν η σύγκρουση να γενικευθεί, οπότε εκ των πραγμάτων θα υπάρξει εκατέρωθεν επίθεση του ενός κράτους εναντίον της επικράτειας του άλλου.

Κατ’ επέκταση, όπως προβλέπει το σύμφωνο, η Γαλλία θα είναι υποχρεωμένη να παρέμβει στρατιωτικά στο πλευρό της Ελλάδας με ό,τι σημαίνει αυτό για την Τουρκία και την έκβαση της σύρραξης. Με άλλα λόγια, εάν η Αθήνα επιδείξει αποφασιστικότητα, η ελληνική αποτροπή θα καταστεί πολύ πιο αξιόπιστη από όσο είναι σήμερα, υποχρεώνοντας την Άγκυρα να σκεφθεί πολύ πριν προχωρήσει σε τυχοδιωκτισμό.

Οι δύο πλευρές έχουν συγκλίνοντα συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο και ως εκ τούτου έχουν συμφέρον να τοποθετήσουν το σύμφωνο αμυντικής συνδρομής σε στρατηγικό πλαίσιο, όπως τουλάχιστον φαίνεται πως είναι η πρόθεση και των δύο πλευρών. Το σύμφωνο δεν έχει εξόφθαλμα “παραθυράκια” υπεκφυγής, αλλά –όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις– η αξιοπιστία αποδεικνύεται στην κρίσιμη στιγμή.

Προς το παρόν, πάντως, οι διατυπώσεις είναι αρκούντως δεσμευτικές και με δεδομένο ότι κανείς δεν αμφισβητεί την επιχειρησιακή καταλληλότητα των Belharra, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα, ακόμα και η τιμή. Για να είμαι ωμός, η Ελλάδα θα άξιζε να αγοράσει ένα δεσμευτικό σύμφωνο αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία ακόμα και χωρίς φρεγάτες! Με άλλα λόγια, θα ήταν δια παραλείψεως εθνικό έγκλημα εάν είχαμε κλωτσήσει τη μοναδική ευκαιρία για τη σύναψη μίας τέτοιας στρατιωτικής συμμαχίας.

Οι κόκκινες γραμμές

Η Γαλλία δεν είναι μόνο μεγάλη στρατιωτική δύναμη, αλλά και λόγω του δικού της ανταγωνισμού με την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, έχει και στρατηγικό συμφέρον να συνάψει στρατιωτική συμμαχία με Ελλάδα-Κύπρο, αλλά και με άλλες χώρες της περιοχής, όπως η Αίγυπτος και τα Εμιράτα. Έτσι θα μπορεί να ανασχέσει τον τουρκικό επεκτατισμό, όπως εκφράζεται μέσα από το δόγμα για τη Γαλάζια Πατρίδα.

Η δέσμευση της Γαλλίας για αμυντική συνδρομή αλλάζει ριζικά και υπέρ της Ελλάδας τον συσχετισμό δυνάμεων στο ελληνοτουρκικό μέτωπο, υψώνοντας αποτρεπτικό τείχος στην τουρκική επεκτατική στρατιωτική πίεση. Προφανώς, οι Τούρκοι δεν πρόκειται να επιτεθούν εναντίον της ελληνικής επικράτειας. Εκτιμώ, όμως, ότι θα συνεχίσουν την συστηματική παραβίαση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, ασκώντας στρατιωτική πίεση. Σκοπός τους να αποδείξουν εμπράκτως ότι η υπογραφή του ελληνογαλλικού συμφώνου δεν αλλάζει τίποτα επί του πεδίου.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι το πως θα αντιδράσει η Αθήνα, η οποία επιτέλους οφείλει να χαράξει επισήμως και δημοσίως κόκκινες γραμμές, έτσι ώστε η Άγκυρα να τις λάβει σοβαρά υπόψη. Με άλλα λόγια να ξεκαθαρίσει ότι δεν θα συνεχίσει να ανέχεται τις ωμές παραβιάσεις, αλλά θα προασπίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα, χρησιμοποιώντας, εάν είναι αναγκαίο, και το στρατιωτικό εργαλείο.

Για να το πούμε απλά: Εάν το Oruc Reis αρχίσει και πάλι να διεξάγει έρευνες εντός της ελληνικής ΑΟΖ, η Αθήνα θα περιορισθεί σε διαβήματα, ή θα στείλει τον στόλο να τις εμποδίσει; Και εάν ανεχθεί σεισμικές έρευνες στην ελληνική ΑΟΖ, τί θα πράξει εάν ο Ερντογάν στείλει γεωτρύπανο; Η υπογραφή του ελληνογαλλικού συμφώνου αμυντικής συνδρομής θα αλλάξει, άραγε, την μέχρι τώρα ελληνική στάση; Προς το παρόν δεν υπάρχει κατηγορηματική απάντηση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *