Πότε θα ξυπνήσουμε; Η Παιδεία δεν λύνεται με μια εξέταση για τον «ικανό» διδάσκαλο αλλά με την καλλιέργεια του Πολιτισμού μας

FILE PHOTO. Η μαθητική παρέλαση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, έξω από την  Ελληνική Πρεσβεία στη Λευκωσία/ ΓΤΠ - Σ.ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Του Νίκου Αντωνιάδη

Στην αρχαία Ελλάδα, οι πρόγονοι μας χρησιμοποιούσαν την διδασκαλία σε μια θεατρική παράσταση δράματος, σε μια σχολική γιορτή για την Ελληνική Επανάσταση του 1821, ως οργανωτής ή και ως απλός θεατής, με απώτερο στόχο την εμβάθυνση των γνώσεων που αποκτήθηκαν στην τάξη.

Μέσα από το «δράμα» αποτυπώνεται η θεωρία στην πράξη, με τη νέα γενιά να καλείται να «μπει» στο πετσί των προηγούμενων γενιών, στο πετσί της ιστορίας. Με απαγγελία, τραγούδι, χορό, όλα, έχοντας ένα και μόνο στόχο, την έκφραση της αγάπης και της περηφάνιας για την πατρίδα και την παράλληλη συμβολή στην κοινωνία, ως ένας υπεύθυνος και ενεργός πολίτης. 

Τι κάνουμε για να προσαρμόσουμε την ύλη και τους τρόπους διαπαιδαγώγησης; Πάνω σε ποια βάση να προχωρήσουμε και ποια πρέπει να είναι η «πυξίδα» προσανατολισμού μας; Οι αριθμοί μελέτης του 2016 μεταξύ των μαθητών μας δεν είναι ενθαρρυντικοί (και η απογοήτευση τους αισθητή).

Η απάντηση στα πιο πάνω ακούει στο όνομα «Πολιτιστική Παιδεία». Ο πολιτισμός και η παιδεία είναι αλληλένδετες έννοιες και δεν μπορεί η μια να υπάρξει χωρίς την άλλη. Οι δυο αυτές έννοιες πρέπει να δεθούν με την εκπαίδευση, γι’ αυτό και θα χαρακτήριζα τον πολιτισμό ως την «αναπνοή» της Παιδείας. Η οργάνωση σχολικών γιορτών αλλά και η όποια άλλη πολιτιστική δραστηριότητα δεν πρέπει να είναι ένα απλό μέρος «υπενθύμισης», ούτε και μέρος της ρουτίνας της παιδείας μας με στερεότυπες και «άψυχες» εκδηλώσεις για την 1η Απριλίου, την 28η Οκτωβρίου, την 25η Μαρτίου, κ.ο.κ..

Η πολιτιστική δραστηριότητα πρέπει να είναι συνεχής και ασταμάτητη, ως το βασικό μέρος, ο πυρήνας της συνολικής διδασκαλίας, με τρόπο, πάντα προσαρμοσμένο στα σημερινά δεδομένα και δίνοντας την απαιτούμενη παιδαγωγική σημασία.

Όπως έδειξε η έρευνα, μεταξύ πολλών άλλων σημαντικών στοιχείων, φαίνεται πως κατά τη διάρκεια του σχολείου «μαθαίνουμε» για την ιστορία, την πίστη, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, ως μέρος κάποιων «αόριστων» εννοιών, τις οποίες ξεχνάμε στη διαδρομή, και όχι ως «η πράξη», ως «η μόρφωση» που θα διεισδύσει στην ψυχή του μαθητή με στόχο να νιώσει, να «βιώσει» τα πιο πάνω. Η επιτυχία της διαιώνισης του πολιτισμού ενός έθνους, ενός κράτους, στηρίζεται στην πράξη. Και εκείνο που χαρακτηρίζει την παιδεία ενός κράτους είναι το μέγεθος αξιοποίησης του πολιτισμού του και η προβολή αυτού μέσα από την διαπαιδαγώγηση του κάθε ατόμου χωριστά αλλά και ως συνόλου.

Η θεωρία πρέπει να γίνει πράξη. Ο μαθητής πρέπει να πειραματιστεί, π.χ. να μπει στο πετσί του Γρηγόρη Αυξεντίου την ώρα που ήταν στο κρησφύγετο του και «πάλευε» μέσα του αν θα επιλέξει τη ζωή ή το θάνατο, να «βιώσει» τις στιγμές εκείνες που οι Άγγλοι τον καλούσαν να παραδοθεί για να «ζήσει» ή να μείνει μέσα και να τον κάψουν. Υπάρχει πληθώρα παραδειγμάτων που μπορούν να «ντύσουν» τη διδακτική ύλη, όχι μόνο της ιστορίας μας αλλά και πολλών άλλων μαθημάτων της ύλης. Τέτοια παραδείγματα δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να αποτελέσουν θέμα λαϊκίστικης εκμετάλλευσης από το οποιουδήποτε κόμμα ή πολιτικό αλλά αποτελούν ένα τρανό παράδειγμα της σύγχρονης ιστορίας μας και διδάσκει την αγωνιστικότητα, την αγάπη για την πατρίδα, την ομαδική σκέψη. Το παράδειγμα του Γρηγόρη Αυξεντίου μπορούν να ακολουθήσουν πληθώρα παρόμοιων “ρόλων”. Με τον ίδιο τρόπο που θα «εκπαιδευτεί» ως Γρηγόρης Αυξεντίου, μπορεί να  εκπαιδευτεί και ως Ιπποκράτης (επιστήμη), ως Νανά Μούσχουρη ή ως Βαγγέλης Παπαθανασίου (μουσική), ως Μελίνα Μερκούρη ή ως Ειρήνη Παπά (Θέατρο), κ.ο.κ..

Αυτό εννοούσε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης όταν είπε «Μορφωμένους θέλομεν και όχι εγγράμματους», αυτή είναι η σημασία της πολιτιστικής διαιώνισης, να αξιοποιήσουμε το θεωρητικό υλικό από κάθε μάθημα (ιστορία, επιστήμη, θρησκευτικά, μουσική, τέχνη, θέατρο, κ.λ.π.) και να το εντάξουμε στη σκηνή, στην ίδια τη ζωή, με πρωταγωνιστή τον ίδιο το μαθητή, τον ίδιο το νέο που ψάχνει πρότυπα, που ψάχνει στηρίγματα. Αυτή είναι η αξία της διδασκαλίας. Ως λειτούργημα, η διδασκαλία-διαπαιδαγώγηση, όπως προσδιορίστηκε πιο πάνω, πρέπει να τεθεί ως πρωταρχικό μέλημα του κάθε εκπαιδευτικού, του κάθε σχολικού εφόρου, του κάθε πολιτειακού αξιωματούχου, της ίδιας της πολιτείας, του ίδιου του πολιτικού που υπηρετεί την παιδεία και που σέβεται και τιμά τον εαυτό του, τους μαθητές μας, τους συμπολίτες μας, την ίδια μας τη χώρα. Το σχολείο δεν είναι τέσσερις τοίχοι, δέκα θρανία και ένας πίνακας. Το σχολείο είναι ο φίλος που μας στηρίζει, ο προπονητής που «βγάζει» τους αθλητές στο γήπεδο για να αγωνιστούν και να απολαύσουν τον αγώνα, είτε νικήσουν, είτε χάσουν. Να τραυματιστούν, να πονέσουν, να χάσουν αλλά να δώσουν το χέρι το ένα στο άλλο και να κάνουν τον «ιδρώτα» εφόδιο ζωής. Το σχολείο είναι ο «σκηνοθέτης» που δείχνει στα παιδιά μας την ιστορία μας, τους αγώνες μας, τον ίδιο τον πολιτισμό μας, ενθαρρύνοντας τα να ενσαρκώσουν μουσικούς, θεατρικούς, ποιητικούς, αθλητικούς, επιστημονικούς, κ.λ.π. ρόλους. Είναι ο «κριτής» – σύμμαχος του (σχολικού) X-Factor που ενθαρρύνει, διοργανώνει, δημιουργεί, προσαρμόζει όλα τα πιο πάνω, εμπνέοντας τον μαθητή να δημιουργήσει και να δημιουργηθεί μέσα από μια απολαυστική και αποδοτική διαδρομή (και όχι μέσα από μια διαδρομή-κάτεργο) και που θα του πλάσει τον ίδιο το χαρακτήρα του, γεμίζοντας τον παράλληλα με αμέτρητης αξίας εφόδια.

Οι Αθηναίοι πρέσβευαν ότι το θέατρο διδάσκει και όλη η πόλη συμμετείχε σε αυτή τη διδασκαλία.  Ναι, οι σχολικές, πολιτιστικές δραστηριότητες διδάσκουν και όλο το σχολείο καλείται να συμμετάσχει. Αν στην τάξη κυριαρχεί ο μονόλογος, το μάθημα θα αποτύχει. Το ίδιο θα συμβεί σε όλες τις σχολικές δραστηριότητες όπου, μάλλον προβάλλουμε το μοντέλο του δασκάλου-αφηγητή, και όχι του φίλου, του συνεργάτη, του συμπρωταγωνιστή.

Παράλληλα, οι μαθητές δεν πρέπει να επιλέγονται από το δάσκαλο ή τον καθηγητή με τα πατροπαράδοτα κριτήρια, δηλαδή με βάση την επίδοση τους στα μαθήματα, την ικανότητα τους στην απαγγελία, κ.λ.π. γιατί, με τον τρόπο αυτό αποκλείονται όσοι μαθητές δε διαθέτουν αυτά τα προσόντα. Πώς, μετά, αφού τους αποκλείουμε από μια τόσο σημαντική παιδαγωγική διαδικασία του σχολείου, τους ζητάμε να σέβονται το σχολείο αλλά και την ίδια την Πολιτεία;

H οργάνωση πολιτιστικών δραστηριοτήτων είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος διδασκαλίας και εκπαίδευσης για την ένταξη του μαθητή στις σχολικές διαδικασίες, με την εργασία και την προσφορά του στο κοινωνικό σύνολο να συμβάλλουν αργότερα στην ομαλή κοινωνικοποίηση του. Και η συμβολή ενός εκπαιδευτικού μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιτυχημένη» μόνο όταν καταφέρει  να εμπνεύσει και να ψυχώσει το μαθητή, καθοδηγώντας τον στην εργασία και τονίζοντας του τη σημασία της προσφοράς του. Ο κάθε μαθητής έχει μια σπίθα που μόνο μέσα από την ενθάρρυνση μπορεί να μετουσιώσει σε φλόγα. Η απομόνωση επειδή δεν είναι «καλός» στο ένα ή στο άλλο μάθημα είναι από τους μεγαλύτερους παρόχους «δηλητηρίου» στο χάσμα των νέων με την πολιτεία. Μέσα από την ενθάρρυνση και την ουσιαστική διδασκαλία, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, θα εκπλαγούμε από τις ικανότητες του κάθε μαθητή ξεχωριστά, ο οποίος θα σχεδιάσει, θα ζωγραφίσει, θα χορέψει, θα τραγουδήσει, θα υποδυθεί, γενικά θα «βιώσει» τον ρόλο, έχοντας την ευκαιρία να παρουσιάσει τη δουλειά του και να αυτο-συστηθεί, να αυτο-παρουσιαστεί, κερδίζοντας την εκτίμηση όλου του κοινού στο σχολείο, αλλά και την αυτο-εκτίμηση του. Και όλος αυτός ο πλούτος που κέρδισε μέσα από το ταξίδι, μέσα από τον αγώνα του, μέσα από την πράξη, μέσα από την σωστή διδασκαλία του «σκηνοθέτη» εκπαιδευτικού (όχι του λέκτορα), θα τον οδηγήσουν στην αρένα της ζωής, έτοιμο να αυτοσυστήνεται και να αγωνίζεται καθημερινά.

Αυτός πρέπει να είναι και ο προ-ορισμός του σχολείου, ως παρόχου ουσιαστικής και στέρεας παιδείας προς τους νέους μας. Η απουσία ή η μη ενδεδειγμένη εμβάθυνση στα πιο πάνω θα επισκιάζουν καθημερινά το πραγματικό χαμόγελο των παιδιών μας και να μην μας εκπλήσσει όταν προκύπτει η αντίδραση, ο θυμός, ακόμη και η βία.

Και ερωτώ: Αρκεί μια εξέταση για την επιλογή του “ικανού”  διδασκάλου για να “μετρηθούν” οι ικανότητες του να προσφέρει παιδεία βασισμένη στα πιο πάνω (αλλά και σε τόσα άλλα);

Υστερόγραφο: Το άρθρο είναι βασισμένο στο βιβλίο “Υπάρχει Ελπίς” (για να χτίσουμε την Παιδεία της Κύπρου μας), του Νίκου Αντωνιάδη, Εκδόσεις Εν Τύποις, το οποίο κυκλοφορεί τον ερχόμενο Δεκέβριο στα βιβλιοπωλεία της Κύπρου.

Σύμβουλος Πολιτικού Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας, https://www.linkedin.com/in/nicolaosantoniades/

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.