Που το πάει η Άγκυρα στη Θράκη – Η εργαλειοποίηση της μειονότητας

Ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατά την επίσκεψή του στη Θράκη τον Δεκέμβριο - Πηγή: Τουρκική Προεδρία

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Η δήλωση Ερντογάν το 2013 ότι «η Θράκη είναι η ζωντανή ιστορία της Τουρκίας και η εκπρόσωπος του ιστορικού παρελθόντος της στην Ευρώπη» επιβεβαιώνει ότι η ακριτική ελληνική περιοχή όχι μόνο είναι στο στόχαστρο, αλλά έχει και προτεραιότητα για τους νεοοθωμανούς. Επιδιώκουν να μετατρέψουν την εκεί μουσουλμανική μειονότητα σε γεωπολιτικό έρεισμα με στόχο την έμμεση πλην σαφή αποσταθεροποίηση της ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Στο πλαίσιο αυτό, η μετατροπή της μουσουλμανικής μειονότητας σε τουρκική είναι αναγκαία συνθήκη για την προώθηση του τουρκικού σχεδίου. Γι’ αυτό και αποτελεί πάγιο στόχο και των κεμαλικών και των νεοοθωμανών, με τους δεύτερους να τον ιεραρχούν ψηλότερα. Οι τουρκόφρονες της μειονότητας, που καθοδηγούνται σε καθημερινή βάση από το τουρκικό προξενείο στην Κομοτηνή, χρησιμοποιούν το επιχείρημα του αυτοπροσδιορισμού. Μόνο που αυτό το δικαίωμα ισχύει για άτομα όχι για πληθυσμιακό σύνολο.

Η ελληνική θέση στηρίζεται στο γεγονός ότι η Συνθήκη της Λωζάννης καθορίζει ρητά τη μειονότητα στη Θράκη ως μουσουλμανική. Η τουρκική πλευρά επιδιώκει να υπονομεύσει την ξεκάθαρη αυτή διατύπωση της Συνθήκης, επικαλούμενη μία νομική τάση που γενικεύει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού. Γι’ αυτό και οι τουρκόφρονες της μειονότητας επιδίδονται εδώ και δεκαετίες σε νομικές προσπάθειες για αναγνώριση συλλόγων που να έχουν στον τίτλο τους το όρο “τουρκικός/ή”.

Μετά την απόρριψη από τον Άρειο Πάγο της προσφυγής του σωματείου που αυτοονομάστηκε “Τουρκική Ένωση Ξάνθης”, οι τουρκόφρονες πραγματοποίησαν στην Ξάνθη (10-7-2021) διαδήλωση, προκειμένου να δώσουν την εντύπωση μίας μαζικής διαμαρτυρίας, την οποία είναι δεδομένο πως η τουρκική διπλωματία θα χρησιμοποιήσει το επόμενο διάστημα στο πλαίσιο του πάγιου ισχυρισμού της ότι η Ελλάδα καταπιέζει τη μειονότητα.

Μεταοθωμανικός χώρος

Η προαναφερθείσα δήλωση Ερντογάν δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ούτε το γεγονός ότι μαζί με τη Θράκη είχε συμπεριλάβει τη Θεσσαλονίκη και άλλες περιοχές με σημαντικό ρόλο στα οθωμανικά Βαλκάνια. Υπενθυμίζουμε ότι τον Οκτώβριο 2013 έχει δηλώσει (παρουσία των πρωθυπουργών της Αλβανίας και του Κοσόβου) ότι «το Κόσοβο είναι Τουρκία»!

Η ρητορική αυτή δεν είναι σκόρπιες κουβέντες. Είναι οργανική συνιστώσα της νεοοθωμανικής στρατηγικής. Πίσω από τον κομψό όρο “στρατηγικό βάθος” του Νταβούτογλου κρύβεται η επιδίωξη της Τουρκίας να αναδειχθεί σε κέντρο και ηγεμόνα του μεταοθωμανικού χώρου. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι αξιωματούχοι πραγματοποιούν κάθε χρόνο πολλές επισκέψεις, υφαίνοντας ένα δίκτυο σχέσεων και θεσμών συνεργασίας στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και στον Καύκασο.

Τον Οκτώβριο 2009, μιλώντας στο Σεράγεβο, ο Νταβούτογλου είχε πει ότι τα Βαλκάνια κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν «πρότυπο συνεργασίας σ’ όλους τους τομείς… Τα οθωμανικά Βαλκάνια ήταν μια επιτυχημένη ιστορία και τώρα πρέπει να αναγεννηθούν»! Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών δεν είναι αφελής για να οραματίζεται την αναγέννηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ως θεωρητικός του νεοοθωμανισμού οραματίζεται και ως τότε υπουργός Εξωτερικών προσπαθούσε να οικοδομήσει ένα περιφερειακό σύστημα, στο κέντρο του οποίου και σε ρόλο ηγεμόνα θα είναι η Τουρκία.

“Τα σύνορα δεν είναι μόνιμα”

Για να προωθήσει αυτήν τη στρατηγική εξιδανίκευε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την παρουσίαζε σαν καθοριστικό και ρυθμιστικό παράγοντα της ιστορικής εξέλιξης της ευρύτερης περιοχής. Στην πραγματικότητα επένδυε με ιδεολογικό-ιστορικό περίβλημα γεωπολιτικούς στόχους. Στην ίδια γραμμή και ο Ερντογάν που προβάλλει την Τουρκία σαν παράγοντα (σχετικής) ενοποίησης του μεταοθωμανικού χώρου.

Σε ομιλία του προς τους Τούρκους πρέσβεις έχει υπογραμμίσει: «Η Τουρκία προχωράει στη διαμόρφωση σχέσεων ενοποίησης με τους γείτονές της… Μοιραζόμαστε την ίδια κουλτούρα… Κανείς να μη σκέφτεται πως, επειδή κάποιος σχεδίασε εκεί ένα σύνορο, τα σύνορα θα είναι μόνιμα». Με βάση τον εξωραϊσμό της κοινής ιστορίας επιχειρεί να συνθέσει ένα είδος μεταοθωμανικής ταυτότητας, στον  κέντρο της οποίας είναι η μουσουλμανική κουλτούρα. Η νεοοθωμανική ρητορική συγκεντρώνει κριτική και εντός Τουρκίας κι όχι μόνο από κεμαλιστές. Οι επικριτές θεωρούν το νεοοθωμανικό δόγμα όχι απλώς γεωπολιτικά οράματα, αλλά ισλαμικές φαντασιώσεις που έχουν βλάψει τα τουρκικά εθνικά συμφέροντα.

Η νεοθωμανική διπλωματία με τίτλο «μηδενικά προβλήματα με τους γείτονες» ήταν ένα όχημα για προβολή ήπιας ισχύος, για διαπραγματεύσεις από πλεονεκτική θέση και τελικώς για διευθετήσεις οι οποίες θα επέτρεπαν στην Τουρκία να αναδειχθεί σε ηγεμόνα στον μεταοθωμανικό χώρο. Η διπλωματία αυτή τελικώς έχει βαλτώσει. Η Άγκυρα δεν απέτυχε μόνο να κλείσει παραδοσιακά μέτωπα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής και να διαμορφώσει όρους ηγεμονίας στην περιοχή. Έχει και βαθιά εμπλακεί στις τοπικές αντιθέσεις όχι ως επιδιαιτητής, όπως επιθυμούσε, αλλά ως μέρος του προβλήματος.

Νεοοθωμανοί και κεμαλιστές

Οι νεοοωθομανοί είναι εξίσου εθνικιστές με τους κεμαλιστές, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Οι κεμαλιστές είναι φορείς του παραδοσιακού τουρκικού εθνικισμού. Επιδιώκουν να ακυρώσουν ελληνικά διοικητικά και κυριαρχικά δικαιώματα, να αμφισβητήσει την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και, εάν βρουν την κατάλληλη ευκαιρία, να επεκταθούν σε βάρος της Ελλάδας στο Αιγαίο και στη Θράκη.

Από την πλευρά τους, οι νεοοθωμανοί αρχικά απέφευγαν να βάλουν στη διπλωματική βιτρίνα τις επεκτατικές διεκδικήσεις. Ποτέ, όμως, δεν πήραν αποστάσεις από αυτές. Από διπλωματικής απόψεως εμφανίζονταν πιο ευέλικτοι. Απέφευγαν τα κατηγορηματικά “όχι”. Προτιμούσαν να ζητούν υψηλό πολιτικό αντάλλαγμα για να κάνουν το παραμικρό βήμα πίσω. Επιχειρώντας να καταστήσουν την Τουρκία κέντρο και ηγεμόνα του μεταοθωμανικού χώρου, επεδίωκαν να ρυμουλκήσουν σταδιακά την Ελλάδα σε κατάσταση άτυπης δορυφοροποίησης.

Για να προωθήσουν τον στόχο τους, υιοθετούσαν ρητορικά ανοίγματα, δίνοντας έμφαση στην ήπια ισχύ. Τη στρατιωτική πίεση, άλλωστε, την ασκούσε παραλλήλως η στρατογραφειοκρατία. Πίσω από την καθησυχαστική δημόσια διπλωματία των νεοοθωμανών παρέμενε ο ίδιος σκληρός πυρήνας του τουρκικού επεκτατισμού, έστω κι αν είχαν αλλάξει οι τακτικές και τα πολιτικά εργαλεία.

Αυτή η προμετωπίδα αποτελεί παρελθόν εδώ και αρκετά χρόνια. Το καθεστώς Ερντογάν έχει εγκαταλείψει τις διπλωματικές τακτικές του Νταβούτογλου, διατηρώντας τον στρατηγικό πυρήνα του νεοοθωμανισμού. Οι τουρκικές στρατιωτικές επεμβάσεις σε Συρία, Ιράκ, Λιβύη και Ναγκόρνο Καραμπάχ το αποδεικνύουν, όπως το αποδεικνύουν και οι ευθείες τουρκικές απειλές της Άγκυρας εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελλάδας.

Το δίκτυο των τουρκοφρόνων στη Θράκη

Αναφορικά με τη Θράκη, η Άγκυρα επιδιώκει με θαυμαστή συνέπεια να καλλιεργήσει διεθνώς την εντύπωση ότι η μουσουλμανική μειονότητα καταπιέζεται. Θεωρεί, μάλιστα, ότι η δημιουργία κλίματος ελεγχόμενης έντασης στην περιοχή θα προσδώσει υπόσταση σε μία εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας και κατ’ αυτό τον τρόπο θα θολώσει τα νερά. Στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι να ρευστοποιήσει κατά το δυνατόν την ελληνική κυριαρχία στην ακριτική περιοχή.

Προϋπόθεση για να προωθήσει αυτόν τον στόχο της είναι να ελέγξει απολύτως σε όλα τα επίπεδα τη μουσουλμανική μειονότητα, η οποία εθνοτικά αποτελείται από τουρκογενείς, Πομάκους και Ρομά. Αυτή είναι και η κύρια αποστολή του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφεται η χρόνια προσπάθεια να επιβάλουν με διάφορους τρόπους τον όρο ¨τουρκική μειονότητα”.

Το προξενείο δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα, χωρίς το εκτεταμένο δίκτυο τουρκοφρόνων, το οποίο δρα εδώ και δεκαετίες στους κόλπους της μουσουλμανικής μειονότητας με στόχο ακριβώς να “κρατάει τα πρόβατα στο μαντρί”. Βασική συνιστώσα όλου του σχεδίου είναι η διαχείριση των μουσουλμανικών ψήφων. Στις ευρωεκλογές του 2014, η Άγκυρα απέδειξε ότι μπορεί να συσπειρώσει εκλογικά και να ελέγξει πολιτικά τον κορμό της μουσουλμανικής μειονότητας.

Το κόμμα ΚΙΕΦ

Η μεγάλη πλειονότητα των μουσουλμανικών ψήφων κατευθύνθηκε στο τουρκόφρονο Κόμμα Ισότητας Ειρήνης και Φιλίας (ΚΙΕΦ). Το πανελλαδικό ποσοστό του ήταν 0,75% (42.627 ψήφους), αλλά κατέκτησε την πρώτη θέση στους νομούς Ροδόπης (42%) και Ξάνθης (26%). Σύμφωνα με υπολογισμούς στις αγροτικές περιοχές οι μουσουλμάνοι το ψήφισαν περίπου 95% στη Ροδόπη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις αστικές περιοχές ήταν περίπου 65%.Τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ξάνθη ήταν σημαντικά μικρότερα. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους Ρομά υπολογίζεται ότι μόνο ένας στους τέσσερις ψήφισε το τουρκόφρονο κόμμα. Τέλος, το ΚΙΕΦ απέτυχε πλήρως να διεισδύσει στους μουσουλμάνους της Δωδεκανήσου και σε μειονοτικούς που έχουν μετοικήσει σε άλλες περιοχές.

Στόχος της Άγκυρας ήταν να κάνει επίδειξη δύναμης και να εγγράψει υποθήκες. Το μέγεθος της μειονότητας δεν επιτρέπει την υπέρβαση του ορίου του 3% για την είσοδο στη Βουλή αυτόνομου μουσουλμανικού συνδυασμού. Γι’ αυτό και η έμφαση δίνεται στη μεγιστοποίηση των ανταλλαγμάτων που μπορεί να αποσπάσει ο ελεγχόμενος από το τουρκικό προξενείο σκληρός πυρήνας της μειονότητας, παζαρεύοντας τις μουσουλμανικές ψήφους με τα ελληνικά κόμματα στις επόμενες εθνικές.

Είναι αξιοσημείωτο ότι σ’ εκείνες τις ευρωεκλογές ο ΣΥΡΙΖΑ θα διατηρούσε τα ποσοστά του στη μειονότητα διαψεύσθηκαν. Τα ποσοστά του σε Ροδόπη και Ξάνθη καταβαραθρώθηκαν όταν πανελλαδικά κατάκτησε την πρωτιά. Η μαζική μετακίνηση στο τουρκόφρονο ΚΙΕΦ απέδειξε ότι η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στους μουσουλμάνους είναι δοτή και καθόλου παγιωμένη. Στη Θράκη, όμως, δεν παίζεται μόνο ένα παιχνίδι κομματικής αριθμητικής. Παίζεται και ένα επικίνδυνο για τα εθνικά συμφέροντα παιχνίδι. Οι Τούρκοι επιδιώκουν να μετατρέψουν τη μουσουλμανική μειονότητα σε γεωπολιτικό έρεισμα με στόχο την έμμεση πλην σαφή αποσταθεροποίηση της ελληνικής κυριαρχίας στην περιοχή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *