Προεδρικές εκλογές: η τριχοτόμηση της τουρκικής κοινωνίας βαθαίνει και οξύνεται, αντί να αμβλύνεται

Turkish President Recep Tayyip Erdogan speaks during an election campaign rally of his Justice and Development Party (AK Party) in Sarajevo, Bosnia and Herzegovina, 20 May 2018. Some 10,000 supporters gathered to attend the AKP's rally ahead of the 24 June snap elections in Turkey. The presidential and parliamentary elections were originally scheduled to be held in November 2019, but government has decided the change the date. About three million Turks living abroad are eligible to vote in the election. EPA/FEHIM DEMIR

Του Σταύρου Λυγερού

Οι δημοσκοπήσεις στην Τουρκία δείχνουν ότι ο Ερντογάν θα επανεκλεγεί, αλλά πιθανότατα θα χρειασθεί να πάει σε δεύτερο γύρο. Στην πραγματικότητα όλα δείχνουν ότι στις 24 Ιουνίου θα καταγραφεί με τους όρους των προεδρικών εκλογών η τριχοτόμηση του εκλογικού σώματος που είχε καταγραφεί στο δημοψήφισμα τον Απρίλιο του 2017. 

Όλα δείχνουν ότι η τριχοτόμηση της τουρκικής κοινωνίας βαθαίνει και οξύνεται, αντί να αμβλύνεται. Η «βαθιά Τουρκία» κατά κανόνα θα ψηφίσει μαζικά τον Ερντογάν, αλλά τόσο η κεμαλική και η δυτικότροπη Τουρκία, όσο και οι Κούρδοι που ζουν στις νοτιοανατολικές επαρχίες ή έχουν μεταναστεύσει σε αστικά κέντρα κατά κανόνα θα τον καταψηφίσουν.

Δεδομένου ότι έχει παραταθεί η κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, κατά πάσα πιθανότητα θα επαναληφθούν και σ’ αυτές τις εκλογές τα κρούσματα νοθείας που είχαν λάβει χώρα στο δημοψήφισμα. Λόγω και του οριακού συσχετισμού δυνάμεων, ακόμα και περιορισμένη νοθεία, όπως και το διαρκές κλίμα φόβου και διώξεων πιθανόν να κρίνουν το αποτέλεσμα. Ο Ερντογάν, άλλωστε, έχει απόλυτη συνείδηση ότι σ’ αυτή την εκλογή τα παίζει όλα για όλα και γι’ αυτό από την πλευρά δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να εξασφαλίσει την επανεκλογή του, αν είναι δυνατόν από τον πρώτο γύρο.

Με στρατηγικούς όρους, η τριχοτόμηση της τουρκικής κοινωνίας εγγράφει αρνητικές υποθήκες ακόμα και για την ενότητα της χώρας στο μέλλον. Δεν είναι μόνο ο κουρδικός αλυτρωτισμός, ο οποίος αναμένεται να επιβεβαιωθεί για μία ακόμα φορά στις κάλπες. Είναι και η ξεκάθαρη αρνητική στάση της δυτικής και παράκτιας Τουρκίας. Οι κεμαλικοί και τα δυτικότροπα φιλελεύθερα αστικά στρώματα μπορεί να έχουν πολλές διαφορές μεταξύ τους, αλλά έχουν και έναν κοινό παρονομαστή, τον οποίο οι σημερινές συνθήκες υπογραμμίζουν και ενισχύουν: μισούν εξίσου τον Ερντογάν και αυτό που ο ίδιος και το κόμμα του αντιπροσωπεύουν.

Πολιτισμικό χάσμα

Δεν πρόκειται μόνο για μία ιδεολογική-πολιτική αντίθεση, έστω και οξυμένη. Πρόκειται για κάτι πολύ ευρύτερο και πιο βαθύ. Πρόκειται για πολιτισμικό χάσμα, το οποίο στην πραγματικότητα θέτει σε αμφισβήτηση το ίδιο τον εθνικό συνεκτικό δεσμό και κατ’ επέκτασιν το πλαίσιο συνύπαρξης. Με άλλα λόγια, εκτός από το κουρδικό καρκίνωμα, προστίθεται και ο ιδεολογικός-πολιτισμικός διχασμός του ίδιου του τουρκικού έθνους.

Στα παραπάνω πρέπει να προστεθεί και ο εμφύλιος πόλεμος που μαίνεται στους κόλπους του τουρκικού πολιτικού Ισλάμ, μεταξύ των ερντογανικών και των γκιουλενιστών. Ορισμένοι πολιτικοί παρατηρητές εκτιμούν ότι ο Ερντογάν μπορεί να αμφισβητηθεί από πρώην ηγετικά στελέχη της νεοοθωμανικής παράταξης, όπως οι Γκιούλ, Αρίντς και Νταβούτογλου. Αν και είναι πρόωρο κάθε συμπέρασμα, εκτιμώ ότι από αυτή την πλευρά ο πρόεδρος-σουλτάνος δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πολιτικό κίνδυνο. Στην πραγματικότητα, ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι ο εαυτός του.

Ο Ερντογάν έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, τα οποία χειρίζεται με έκδηλο μικρομεγαλισμό και αλαζονεία. Μπορεί αυτό να του προσφέρει οφέλη στο εσωτερικό πολιτικό επίπεδο. Μπορεί αρχικά να προκαλεί ερωτηματικά και να αποτρέπει έντονες αντιδράσεις. Δημιουργεί και παγιώνει, ωστόσο, σχεδόν εχθρικές συνθήκες στο εξωτερικό. Προς το παρόν, σχοινοβατεί ανάμεσα στον Πούτιν και στον Τραμπ, αλλά αυτό δεν μπορεί να συνεχισθεί για πολύ.

Όπως φάνηκε και από τα όσα είπε ο αρμόδιος για την περιοχή μας Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, η Ουάσιγκτον απειλεί τον Ερντογάν για τους S-400 και στηρίζεται εναλλακτικά στην Ελλάδα, αλλά δεν έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια να επαναφέρει την Τουρκία στο δυτικό μαντρί. Αυτό φάνηκε καθαρά και από τη διευθέτηση για το καθεστώς της συριακής πόλης Μανμπίτζ που βρίσκεται στη βόρεια Συρία, δυτικά του Ευφράτη.

Ο Ερντογάν δεν επιστρέφει στο μαντρί

Η αντιφατική σημερινή κατάσταση, πάντως, δεν μπορεί να συνεχισθεί για πολύ. Αργά ή γρήγορα, οι ΗΠΑ θα πρέπει να καταλήξουν σε μία πολιτική επιλογή σχετικά με την Τουρκία του Ερντογάν. Ο πρόεδρος Τραμπ δείχνει να προσαρμόζεται σε κάποιο βαθμό (θα φανεί σε ποιο βαθμό) στο στρατηγικό πλαίσιο που το αμερικανικό «βαθύ κράτος» έχει διαμορφώσει τον τελευταίο χρόνο για το συριακό μέτωπο.

Αυτό το πλαίσιο αποκλείει το ενδεχόμενο η Ουάσιγκτον να εγκαταλείψει τους Κούρδους, επειδή έχει επενδύσει πολλά στη συμμαχία μαζί τους και τους θεωρεί απαραίτητο εργαλείο για να διαμορφώσει τη νέα γεωπολιτική ισορροπία στη Συρία. Μπορεί να έγινε ένα βήμα πίσω σχετικά με το καθεστώς της Μανμπίτζ, αλλά πρόκειται για τακτικού χαρακτήρα κίνηση.

Η θεωρία ότι μετά την επανεκλογή του ο Ερντογάν θα κάνει κάποιου είδους εντυπωσιακή στροφή στην εξωτερική πολιτική και θα επανέλθει στο δυτικό στρατόπεδο είναι αρκούντως αυθαίρετη. Κι αυτό, επειδή το κρίσιμο και αποφασιστικής σημασίας πρόβλημα είναι ότι ο Τούρκος ηγέτης είναι πεπεισμένος πως πως πίσω από το πραξικόπημα του 2016 ήταν η CIA και ως εκ τούτου δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στους Αμερικανούς. Γι’ αυτό, όσα και να του προσφέρουν στη Συρία, δεν πρόκειται να επανέλθει στο δυτικό μαντρί. Ο γεωπολιτικός εναγκαλισμός με τον Πούτιν έχει ακριβώς σκοπό να εξισορροπήσει τη δυτική πίεση.

Ο κρίσιμος παράγοντας που σε μεγάλο βαθμό θα επικαθορίσει τις περαιτέρω κινήσεις του προέδρου-σουλτάνου και ευρύτερα τις ισορροπίες στην περιοχή μας είναι η στρατηγική επιλογή, στην οποία θα καταλήξει ο πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του σχετικά με την Τουρκία. Εάν θέσει την Τουρκία του Ερντογάν έξω από το πλαίσιο της αμερικανικής πολιτικής, η Άγκυρα θα περιέλθει σε δυσχερή θέση. Αντιθέτως, ο ρόλος της Ελλάδας θα αναβαθμισθεί ποιοτικά, με την έννοια ότι ατύπως πλην σαφώς θα μετατραπεί στο γεωπολιτικό επίπεδο από χώρα δεύτερης γραμμής σε χώρα πρώτης γραμμής.

Πηγή: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *