Πρόεδρος Αναστασιάδης: Έχει τις “ικανότητες” να λύσει το Κυπριακό; Αν ναι, αντέχει την πίεση;

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης στο προεδρικό μέγαρο στη Λευκωσία, Φωτογραφία ΚΥΠΕ

Του Δρ. Νίκου Αντωνιάδη* – Νέα Υόρκη  Το 1968, στο βιβλίο του “Η Πώληση του Προέδρου”, ο McGinniss είπε ότι “Οι πολιτικοί και τα προγράμματα τους πωλούνται με τον ίδιο τρόπο που μια επιχείρηση πωλεί τα προϊόντα της”. Πενήντα χρόνια αργότερα, πόσο σημαντικά είναι τα λόγια του McGinniss και πώς ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μπορεί να πωλήσει τα “προϊόντα” του και να ικανοποιήσει τον λαό, ειδικά όταν ένα από αυτά τα “προϊόντα” ονομάζεται “Ελευθερία της Κύπρου”;

Για να μπορέσουν να δοθούν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, μέσα από ακαδημαϊκές μελέτες, σε ΗΠΑ, Σκανδιναβικές χώρες και Κύπρο, επιχείρησα να μεταφέρω σημαντικά χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού μάρκετινγκ στην πολιτική. Μεταξύ άλλων μετρήσεων, εξέτασα τη σχέση αυτών των χαρακτηριστικών με την ανταγωνιστικότητα και τις επιδόσεις του Προέδρου Αναστασιάδη, μέσω διαδικτυακής έρευνας-μελέτης ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους συμπατριώτες μας.

Η έρευνα διεξήχθη λίγες μέρες πριν από τις πρόσφατες προεδρικές εκλογές της Κύπρου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η “εμπειρία” του Προέδρου ήταν πρωταρχικής σημασίας στην τελική απόφαση των ερωτηθέντων για να επιλέξουν Νίκο Αναστασιάδη. Οι “γνώσεις του σε σχέση με τις διάφορες πολιτικές τάσεις”, του έδωσαν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των πολιτικών του αντιπάλων.

Ο κ. Αναστασιάδης ενίσχυσε παράλληλα την συνολική του “φήμη” λόγω της “αποφασιστικότητας του να υποστηρίζει τις προτάσεις του” σε συνδυασμό με την “ισχυρή προσωπικότητα” του. Επιπλέον, εξασφάλισε “ανταγωνιστικό πλεονέκτημα” λόγω της “ικανότητας του να προσαρμόζεται στις ανάγκες του λαού” αλλά και της “ικανότητας του να προσαρμόζεται σε ζητήματα σχετικά με το πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον της Κύπρου”. Σε συνέχεια των πιο πάνω, κατάφερε “να κτίσει σχέσεις με την πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων” αλλά και “να οικοδομήσει σχέσεις με ξένες κυβερνήσεις και οργανισμούς που σχετίζονται με πολιτικά ζητήματα της Κύπρου”.

Αξιοσημείωτο είναι ότι ο κ.  Αναστασιάδης κατάφερε να “πωλήσει” εξαιτίας της αποτελεσματικότητας της στρατηγικής μάρκετινγκ που εφάρμοσε. Οι προτάσεις του ανταποκρίθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις “ανάγκες” του λαού αξιοποιώντας την “ικανότητα του να πείσει” ότι αυτές συμβάλλουν στην ανάκαμψη της οικονομίας της Κύπρου.

Επέλεξε τα ορθά κανάλια “διανομής” (distribution channels) μιλώντας “απευθείας” με τους Ελληνοκύπριους συμπατριώτες μας μέσω συνεντεύξεων, τηλεοπτικών παρουσιάσεων και εκδηλώσεων και απέφυγε τις συγκρούσεις. Τέλος, τόσο ο ίδιος, όσο και τα μέλη του υπουργικού του συμβουλίου, επέλεξαν “ωφέλιμες” ενέργειες προώθησης για την υποστήριξη του κυβερνητικού έργου (όπως αποτελεσματικές “δημόσιες σχέσεις” και παραγωγική χρήση των “κοινωνικών μέσων δικτύωσης”), υποστηρίζοντας έντονα και οργανωμένα το κυβερνητικό έργο.

Παρ’ όλα αυτά, το μεγάλο ερώτημα παραμένει το ίδιο: Είναι η πορεία του Προέδρου και οι ικανότητες του “επαρκή” για την επανένωση της χώρας μας; Μπορούν αυτές οι “ικανότητες” του να φέρουν τη λύση; Από το 1974, η μισή Κύπρος είναι υπό Τουρκική κατοχή και δεν έχει ακόμη βρεθεί λύση.

Είναι ο 72-χρονος Πρόεδρος της πατρίδας μας ικανός να ολοκληρώσει επιτυχώς όσα έμειναν στην “μέση” στο Γκραν Μοντανά; Θα καταφέρει να πείσει την Τουρκία να αποσύρει τα στρατεύματα και τις εγγυήσεις της ή θα επιχειρήσει να πείσει τους συμπατριώτες μας να αποδεχθούν την Τουρκία ως εταίρο (και όχι ως εισβολέα);

Δυστυχώς, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα δείχνει ότι το Κυπριακό πρόβλημα δεν είναι πλέον πρόβλημα του παρελθόντος αλλά του μέλλοντος. Ναι μεν ο Πρόεδρος Αναστασιάδης διαθέτει  την “εμπειρία” και μια ισχυρή “ικανότητα να προσαρμόζεται σε διάφορες πολιτικές συνθήκες”, όμως θα ακολουθήσει μια εξαιρετικά δύσκολη και “ύπουλη” περίοδος, όπου θα κληθεί να αξιοποιήσει στο έπακρο τη “φήμη” του (reputation) και να “οικοδομήσει (επιπλέον) σχέσεις” (relationship-building).

Επαναλαμβάνω το ερώτημα: “Θα επιχειρήσει να πείσει τον λαό να δεχθεί μια λύση που θα συμπεριλαμβάνει την Τουρκία ως μέρος μιας τέτοιας λύσης”;

Ο τρόπος με τον οποίο θα “προσαρμοστεί” στις πιέσεις που προέρχονται (και αναμένονται ακόμη πιο έντονες) από τον ξένο παράγοντα, όπως Ε.Ε., ΗΠΑ, ΟΗΕ, είναι ένας άλλος παράγοντας ζωτικής σημασίας. Αναμφισβήτητα, η καλή του “φήμη” μέσα και έξω από τη χώρα μπορεί να διευκολύνει τις προσπάθειες του προς αυτήν την κατεύθυνση. Ωστόσο, θα ήταν καλό να θυμηθούμε ότι στο δημοψήφισμα του 2004, μόνο το 24% των Ελληνοκυπρίων αποδέχτηκε το σχέδιο του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ (Ανάν).

  • Δύο χρόνια αργότερα, το 2006, ο τέως Πρόεδρος Τάσος Παπαδόπουλος, ο οποίος είχε απορρίψει το σχέδιο Ανάν και κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του 76% των Ελληνοκύπριων (=76% “φήμη”!), δεν κατόρθωσε ούτε καν να εισέλθει στον δεύτερο γύρο των επόμενων προεδρικών εκλογών της χώρας μας (2008).

Λαμβάνοντας υπόψιν τα πιο πάνω, εκτιμώ ότι ο Πρόεδρος Αναστασιάδης χρειάζεται μια διαφορετικά “προσαρμοσμένη” προσέγγιση όσον αφορά τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη της στρατηγικής μάρκετινγκ σε σχέση με το Κυπριακό πρόβλημα. Χρειάζεται μια στρατηγική που θα στηριχτεί μεν στην ικανότητα του “να οικοδομεί σχέσεις” αλλά που θα πρέπει να περιγράφει (έντονα) τα μελλοντικά οφέλη, που θα πείθει για την ασφάλεια και θα “εγγυάται” αυτή την ασφάλεια. Μια τέτοια στρατηγική θα πρέπει να επικεντρωθεί στη “συναισθηματική επικοινωνία” μεταξύ των Ελληνοκύπριων και των Τουρκοκύπριων.

Με δεδομένο ότι ο στόχος είναι “να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι μαζί”, τίποτα και κανείς δεν μπορεί να επιφέρει την λύση αν αυτοί οι άνθρωποι (Ε/Κ και Τ/Κ) δεν εμπιστευτούν πρώτα ο ένας τον άλλον και αν δεν αναγνωρίσουν τα κοινά οφέλη και τους κοινούς εχθρούς μιας ενωμένης πατρίδας (επιχείρησης). Αν δεν επιτευχθεί ομοφωνία-συμφωνία σε “κοινά οφέλη και κοινούς εχθρούς”, πώς μπορεί να επιτευχθεί “συγχώνευση”;

  • Οποιοδήποτε άλλο “μονοπάτι” στο πρόβλημα της Κύπρου φαίνεται απροσπέλαστο.

Εκτός από την απροθυμία της Τουρκίας να αποσύρει τα στρατεύματά της και τις εγγυήσεις, ο φόβος και από τις δύο πλευρές είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εχθρός της λύσης. Οι Ελληνοκύπριοι (δικαιολογημένα) φοβούνται τα τουρκικά στρατεύματα και τις εγγυήσεις και οι Τουρκοκύπριοι φοβούνται την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία (κάτι που καλλιέργησε η Τουρκία μέσα από τα χρόνια). Στο σημείο αυτό, η “εμπειρία” του Προέδρου, ίσως να μην μπορει να διευκολύνει και τόσο τη διαδικασία. Με πάνω από τέσσερις δεκαετίες τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, το πολιτικό, οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον έχει αλλάξει δραματικά. Ως εκ τούτου, δεν είναι απλά ένα “παιχνίδι” εμπειρίας (παρελθόντος) αλλά ένα τεράστιο “οικοδόμημα” οράματος, απίστευτα γρήγορων και συνεχών ελιγμών και κυρίως φοβερής αντοχής.

  • Σίγουρα, η “φήμη” του Νίκου Αναστασιάδη μαζί με την “ικανότητα του να προσαρμόζεται και να οικοδομεί σχέσεις” είναι στοιχεία που θα μπορούσαν να βοηθήσουν. Όμως αρκούν σε ότι ακολουθεί για το μέλλον της πατρίδας μας (πιθανότατα η δυσκολότερη και πιο σκληρή περίοδος που θα έχουμε ποτέ αντιμετωπίσει);

Πόσο μπορεί; Πόσο αντέχει; Εύχομαι να μπορέσει και να αντέξει την πίεση. Έχει τις ικανότητες.

Κάθε καλό Πρόεδρε! Κάθε καλό Πατρίδα!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *