Πρωτοβουλίες επιβολής εμπάργκο πώλησης αμερικανικών όπλων στην Τουρκία

US Secretary of State Mike Pompeo (L) and US President Donald J. Trump (R) walk toward the press after meeting with Kim Yong Chol, former North Korean military intelligence chief and one of leader Kim Jong Un's closest aides, on the South Lawn of the White House in Washington, DC, USA, on 01 June 2018. EPA/Olivier Douliery

Του Αλέξανδρου Τάρκα

Με την κατάθεση σχετικών τροπολογιών στη Βουλή των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ στις αρχές Μαΐου και, ιδιαίτερα, στη Γερουσία την περασμένη Παρασκευή, επιβεβαιώνονται οι πληροφορίες για πρωτοβουλίες επιβολής εμπάργκο πώλησης αμερικανικών όπλων στην Τουρκία, ως αντίδραση στην πολιτική του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. 

Οι εξελίξεις στην Ουάσιγκτον είναι φυσικό να χαροποιούν την Αθήνα και τη Λευκωσία. Όχι από διάθεση αντεκδίκησης έναντι της Άγκυρας, αφού αμφότερες προτιμούν η Τουρκία να παραμείνει μέσα ή κοντά στη Δύση, αλλά για τρεις κύριους λόγους:

Πρώτον, επειδή η γειτονική χώρα και ο πρόεδρός της πρέπει, κάποια στιγμή, να λάβουν το μήνυμα ότι δεν μπορούν να ζητούν τα πάντα από τις ΗΠΑ (όπως και από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ), χωρίς να σέβονται στοιχειώδεις κανόνες.

Δεύτερον, επειδή οι τροπολογίες συγκεντρώνουν τη διακομματική στήριξη Ρεπουμπλικάνων και Δημοκρατικών με συντριπτικές πλειοψηφίες και στα δύο νομοθετικά σώματα.

Τρίτον, επειδή η τροπολογία της Βουλής, που ζητούσε μόνον την ακύρωση της προμήθειας του ρωσικού πυραυλικού συστήματος S-400 από την Τουρκία και την υποβολή έκθεσης του Πενταγώνου, συμπληρώνεται με το δεύτερο όρο της Γερουσίας για την απελευθέρωση πολιτών που κρατούνται από το αυταρχικό καθεστώς Ερντογάν.

Όμως, η κατάθεση δύο τροπολογιών δεν ισοδυναμεί -παρά το κλίμα που αρχίζει να επικρατεί σε αρκετά μέσα ενημέρωσης και σε καφενειακές συζητήσεις ανά την Ελλάδα- με άμεση επιβολή εμπάργκο, ή με ακύρωση παράδοσης των μαχητικών F-35. Θα ήταν λάθος τα παρόντα αισθήματα ικανοποίησης, για το διπλωματικό και στρατιωτικό πονοκέφαλο που προκαλείται στον κ. Ερντογάν, να μετατραπούν σε ενθουσιασμό και, ίσως αργότερα, σε απογοήτευση.

Η Αθήνα και η Λευκωσία οφείλουν, πρώτα απ’ όλα, να αναμένουν την πρόοδο της διαδικασίας, καθώς οι τροπολογίες αφορούν την«Πράξη Εξουσιοδότησης Εθνικής Άμυνας»των ΗΠΑ (NDAA) που θα πρέπει να εξεταστεί στις αντίστοιχες ολομέλειες της Βουλής και της Γερουσίας. Στη συνέχεια, τα δύο διαφορετικά νομοσχέδια θα περάσουν σε ειδικούς διαπραγματευτές, ώστε να υπάρξει συμβιβασμός στο τελικό κείμενο του Κογκρέσου.

Έτσι, η NDAA θα καταστεί νόμος, όταν εγκριθεί ο αμυντικός προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 2019. Πρόκειται για μείζον ζήτημα, καθώς το τελικό ύψος του εκτιμάται πως θα βρίσκεται πολύ κοντά στα 686,1 δισεκατομμύρια(!) που ζήτησε ο πρόεδρος Τραμπ και συνδέεται με μεγάλες εξοπλιστικές δαπάνες και την πολιτική έναντι της Ρωσίας και της Κίνας.

Η τουρκική πλευρά δεν πτοείται

Εκτός από την πολιτική μάχη της ένταξης των τροπολογιών στο τελικό κείμενο, το συνακόλουθο ερώτημα αφορά το χρόνο. Η ψήφισή του είναι πολύ αμφίβολο αν θα γίνει μέχρι το φθινόπωρο. Είναι, επίσης, ασαφές αν και πότε θα συνταχθεί και ολοκληρωθεί η ειδική έκθεση του Πενταγώνου. Είναι γεγονός ότι το υπουργείο Άμυνας και οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ είναι εξοργισμένες, ίσως περισσότερο και από το Κογκρέσο, για τη φιλορωσική στροφή του φιλοϊσλαμιστή Ερντογάν. Μελετούν, μάλιστα, ποικίλα σχέδια απεξάρτησης από την Άγκυρα.

Παρ’ όλα αυτά, το περιεχόμενο της έκθεσης μάλλον θα επαναλαμβάνει τη γενική αρχή περί χρησιμότητας της Τουρκίας για τη Δύση. Γι’ αυτό άλλωστε έχει ήδη συγκροτηθεί ειδικός μηχανισμός διαβουλεύσεων για τρέχοντα θέματα, όπως η Συρία, ώστε να προστατεύεται η στρατιωτική «σχέση εργασίας» στη σκιά των όποιων πολιτικών εξελίξεων.

Επομένως, ίσως περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα και τελικά το εμπάργκο να συνδεθεί, όπως προκρίνουν εδώ και καιρό ο Λευκός Οίκος, το Στέητ Ντηπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, με την ημερομηνία τελικής παραλαβής των S-400 (ενδεχομένως τον Ιούλιο 2019) και όχι με τη γενικότερη πρόοδο των σχέσεων Άγκυρας-Μόσχας. Η τουρκική πλευρά δεν πτοείται από τη ντε φάκτο σύνδεση των παραδόσεων των F-35 και S-400 και απαντά, μεταξύ άλλων, ότι τα μαχητικά δεν είναι αμιγώς αμερικανικής προέλευσης, αλλά προϊόν της βιομηχανικής συνεργασίας πολλών χωρών.

Παράλληλα, οι συζητήσεις για την Τουρκία έχουν επαναφέρει στους διαδρόμους του Κογκρέσου το θέμα του ισχύοντος εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατία, το οποίο επεβλήθη, στα τέλη της δεκαετίας του ’80, με το σκεπτικό της αποκλιμάκωσης της στρατιωτικής έντασης στην περιοχή. Ασφαλώς, πρόκειται για παραλογισμό, αφού οι γιγάντιες ένοπλες δυνάμεις της Τουρκίας μεταφέρουν ό,τι και όποτε θέλουν στο ψευδοκράτος, ενώ η Κύπρος δεν μπορεί να προμηθευτεί τίποτα από τις ΗΠΑ, ή από εταιρίες άλλων χωρών που δεν επιθυμούν να μπλέξουν στο νομικό λαβύρινθο πιθανών κυρώσεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απόρριψη, από το καλοκαίρι του 2014, αιτήματος του προέδρου Νίκου Αναστασιάδη για την αγορά δύο περιπολικών σκαφών, ενώ και πολύ πρόσφατα Αμερικανός αξιωματούχος απέρριψε σκέψεις προμήθειας εξοπλισμού ακόμα και διττής χρήσης. Η κατάσταση ίσως μεταβληθεί προοδευτικά μετά την κατάθεση τροπολογίας άρσης του εμπάργκο με τη στήριξη 14 μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων, αλλά είναι βέβαιο ότι χρειάζεται η έγκρισή της από πολλαπλάσιο αριθμό βουλευτών και, αργότερα, γερουσιαστών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *