Προϋποθέσεις για τις διαπραγματεύσεις και για μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού

Του Χρήστου Ψιλογένη
Το μεγάλο επιχείρημα των δύο μεγάλων κομμάτων, ήταν ότι  μόνο με διαπραγματεύσεις, λύνονται τα προβλήματα. Λογικό  το επιχείρημα, αλλά με  δύο   βασικές προϋποθέσεις, τα ενδιαφερόμενα μέρη να επιδιώκουν τον ίδιο  στόχο και να διαπραγματεύονται καλόπιστα για την επίτευξή του. Κάτι που δυστυχώς ουδέποτε τήρησε η άλλη πλευρά.

Συγκεκριμένα, ενώ η τουρκική εισβολή παραβίαζε τόσο τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ, όσο και τις περί Κύπρου συμφωνίες, εμείς λανθασμένα δεχθήκαμε να  διαπραγματευθούμε χωρίς την προηγούμενη άρση της κατοχής και των συνεπειών της. Ασφαλώς επρόκειτο για δύσκολο στόχο, αλλά η απόφαση εκείνη σήμαινε ότι ο σε βάρος μας συσχετισμός δυνάμεων θα καθόριζε και τη λύση. 

Παράλληλα, ενώ εμείς επιδιώκαμε τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Τουρκία και οι Τ/κ, απέβλεπαν στη νομιμοποίηση των κατοχικών δεδομένων. Γι’ αυτό και ενώ διαπραγματεύονταν, συγχρόνως έκτιζαν με αυτά, ένα ξεχωριστό «κράτος».  Ωστόσο, εμείς σπεύσαμε να δεχθούμε  τη διζωνική ομοσπονδία, παρότι  με τον εκτοπισμό των Ε/κ  από τις κατεχόμενες περιοχές και τον εποικισμό, προδιαγραφόταν πλέον  μια  διχοτομική λύση. Παρότι μάλιστα η αποδοχή της διζωνικής ήταν βιαστική και χωρίς όρους, οι Τ/κ αντί ανταπόκρισης, έσπευσαν να την κατοχυρώσουν με την  ανακήρυξη  του ψευδοκράτους, εκβιάζοντας συνομοσπονδιακή λύση.

Και πάλι όμως η ηγεσία  μας συνέχισε τη διαχρονική πολιτική των δύο μεγάλων κομμάτων, διαπραγματευόμενη, χωρίς όρους και με  διφορούμενη βάση, τα πάντα εκτός από το πρόβλημα της κατοχής. Δεδομένο που  αποτελεί  πηγή ανασφάλειας για μας και δύναμη επιβολής των επεκτατικών σχεδίων της  Άγκυρας. Σχέδια που απέβλεπαν σε  ένα νέο  κράτος που θα προέκυπτε από την εξίσωση του νόμιμου κράτους με το ψευδοκράτος. Και το πέτυχαν κατ’ αρχή, με το σχέδιο Ανάν, το ανακοινωθέν της 11/2/2014 και τη νομιμοποίηση των εποίκων.

Και εκεί που η ηγεσία μας διαπραγματευόμενη περίμενε τα αντίδωρα της απρονοησίας της, μας προέκυψαν    νέες  αξιώσεις για τις τέσσερις ευρωπαϊκές ελευθερίες, τη διεκδίκηση μεγάλου μέρους της ΑΟΖ μας από την Τουρκία και παραμονή του κατοχικού στρατού. Συνοδεύονταν μάλιστα με απειλές για χρήση βίας, που δυστυχώς υιοθέτησε  και ο εκπρόσωπος του ΟΗΕ, οργανισμού που έχει ως θεμελιώδεις αξίες τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας!

Τώρα, ακόμα και  πρωταθλητές της όποιας λύσης,  βλέποντας  επιτέλους  ότι  η Άγκυρα αποσκοπούσε  βραχυπρόθεσμα σε ξεχωριστό τουρκοκυπριακό κράτος και μακροπρόθεσμα στην τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου, κατά τους σχεδιασμούς Νιχάτ Ερίμ, θυμήθηκαν την πολιτική της πρόταξης, που ως πρόσφατα χλεύαζαν. Ωστόσο,  κάλλιον αργά παρά ποτέ. Άλλωστε, είναι  πλέον η μόνη  διέξοδος, αφού μετά από τέσσερις και πλέον δεκαετίες    οδυνηρών υποχωρήσεων, έγινε πλέον πασιφανές ότι χωρίς  τις βασικές προϋποθέσεις, οι διαπραγματεύσεις από μόνες τους  οδηγούν όχι στην άρση, αλλά στη βαθμιαία παγίωση  των κατοχικών δεδομένων.

Πολιτική πρόταξης λοιπόν, υπό την προϋπόθεση βεβαίως, ότι αυτή θα υλοποιηθεί με προσφυγή στο Συμβούλιο Ασφαλείας και όχι με μια νέα Γενεύη, της οποίας η σύνθεση και οι όροι σαφώς ευνοούν τις ακραίες τουρκικές θέσεις.

Αντίθετα, στο Συμβούλιο Ασφαλείας, όπου θα υπάρχουν και φίλοι μας, ευκολότερα θα αναδείξουμε τους επεκτατικούς  τουρκικούς στόχους, θα μειώσουμε τον κίνδυνο θερμού επεισοδίου και θα βάλουμε τις βάσεις μιας νέας πολιτικής, προτάσσοντας δύο απαραίτητους όρους για πραγματικές διαπραγματεύσεις και βιώσιμη λύση.

Πρόκειται για την αντικατάσταση του τουρκικού κατοχικού στρατού με  δύναμη του ΟΗΕ και συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσα από συμφωνημένες τροποποιήσεις του Συντάγματος.  Είναι στόχοι απόλυτα συμβατοί με τον καταστατικό χάρτη του ΟΗΕ  και τα περί Κύπρου ψηφίσματά του. Συνέχιση των διαπραγματεύσεων με τα σημερινά δεδομένα, θα οδηγήσει όχι μόνο σε μη βιώσιμη λύση, αλλά και μια αποικία του  ISIS  στην  Ευρώπη. Αυτό ας το λάβουν σοβαρά υπόψη οι γνωστές δυνάμεις που ενώ αγωνίζονται απεγνωσμένα να αντιμετωπίσουν τη Λερναία Ύδρα του ισλαμοφασισμού,  παράλληλα χαϊδεύουν τον στυλοβάτη της που επιμένει να κρατά την ευρωπαϊκή Κύπρο, σε μόνιμη ομηρία.

Όσο για τις αντιδράσεις των Τ/κ, αν  εκείνοι δικαιούνταν να διακόψουν τις συνομιλίες για μια ακίνδυνη αναφορά στο ενωτικό δημοψήφισμα, γιατί εμείς δεν δικαιούμαστε να  αντιμετωπίσουμε, με μια νέα πολιτική, την τόσο επικίνδυνη ένωση της Κύπρου με την Τουρκία, που απροκάλυπτα μεθοδεύει η Άγκυρα;  Εξ άλλου, σε αντίθεση με τους τουρκικούς, οι δικοί μας στόχοι,  σύμφωνοι  με το  Σύνταγμα, τις περί Κύπρου συμφωνίες και το διεθνές δίκαιο,  θα είναι προς το συμφέρον όλων των Κυπρίων, αλλά και της  διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας.

*Πρέσβης, ε.τ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *