“Προβολή απειθαρχίας” από την Τουρκία – Γιατί η Ελλάδα είναι το εμπόδιο

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του ΚΩΣΤΑ ΓΡΙΒΑ

Η τελευταία εκδοχή της εν Ελλάδι εμμονής στον ξένο παράγοντα, ο οποίος περιμένουμε ότι θα αναχαιτίσει τον τουρκικό ηγεμονισμό για λογαριασμό μας, είναι η πίστη στην “απομόνωση” που υποτίθεται ότι έχει τεθεί η Τουρκία χάρη στις ενέργειες της ελληνικής διπλωματίας. Ιδιαίτερα δε όσον αφορά από πλευράς της ΕΕ. Το πρόβλημα αυτών των αντιλήψεων δεν είναι ότι είναι ακραία αισιόδοξες. Το πραγματικό πρόβλημα θα προκύψει αν πράγματι έχουν (εν μέρει) δίκιο.

Αν δηλαδή όντως υπάρχει μια διάθεση στήριξης της Ελλάδας από πλευράς της ΕΕ και καταδίκης της Τουρκίας. Και αυτό γιατί μπορεί να προκαλέσει μια επικίνδυνη αίσθηση ασφάλειας στην Ελλάδα, η οποία θα βασίζεται σε σαθρά θεμέλια. Και τα θεμέλια αυτά θα είναι σαθρά γιατί η ΕΕ εν συνόλω αλλά και τα επιμέρους ευρωπαϊκά κράτη, ούτε θέλουν αλλά ούτε και μπορούν να στηρίξουν στην πράξη την Ελλάδα.

Συνακόλουθα, η όποια στήριξή τους θα είναι αναιμική και απλά θα προσφέρει μια ακόμη ευκαιρία στην Άγκυρα να περάσει στο επόμενο στάδιο της προσπάθειάς της να εξελιχθεί σε μια αυτόνομη και αυτόφωτη ευρασιατική δύναμη σε έναν πολυπολικό κόσμο. Όπως ο υπογράφων έχει επιχειρηματολογήσει και σε άλλα κείμενά του, η Τουρκία επιδιώκει μια “λελογισμένη” ρήξη με τον Δυτικό Κόσμο, έτσι ώστε να διατρανώσει προς όλες τις κατευθύνσεις ότι δεν αποτελεί μέρος της δυτικής γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής. Τουναντίον, θέλει να περάσει το μήνυμα ότι λειτουργεί ως ένας ανεξάρτητος πόλος ισχύος μέσα σε ένα πολυπολικό διεθνές σύστημα.

Αυτή η στρατηγική “προβολής απειθαρχίας” ήταν και ένας βασικός λόγος που η Άγκυρα προχώρησε στην αγορά του υψηλών συμβολισμών ρωσικού συστήματος αεράμυνας S-400 και εξηγεί τον επιδεικτικό τρόπο που επέλεξε να το παραλάβει το καλοκαίρι του 2019. Σε αυτή τη στρατηγική αυτονόμησης της Τουρκίας από τη δυτική αρχιτεκτονική, μια αποφασιστική κίνηση θα ήταν να αψηφήσει τις “κυρώσεις” και τις λεκτικές “καταδίκες” που θα προέκυπταν από τις Βρυξέλλες, από κάποιες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και (πιθανώς) και από την Ουάσινγκτον. Επίσης μια τέτοια κίνηση αυτονόμησης θα ήταν να προχωρούσε σε μια ακραία κίνηση αμφισβήτησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι οι κινήσεις της ελληνικής διπλωματίας είναι μάταιες. Αντιθέτως, αποτελούν πολύ θετικές ενέργειες, οι οποίες μπορεί να αποτελέσουν τη βάση έδρασης μιας συστημικής δομής κρατών που θα επιτρέψει και στην Ελλάδα να εξελιχθεί σε μια ρυθμιστική αυτόφωτη δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο. Με την προϋπόθεση, όμως, ότι αυτή η συστημική δομή θα στηρίζεται στην ελληνική αποτρεπτική ισχύ και δεν θα προσπαθεί να λειτουργεί ως υποκατάστατο αυτής. Σε παρόμοια περίπτωση, θα ήταν κάτι επικίνδυνο.

Η Τουρκία φοβάται την Ελλάδα

Θα πρέπει κάποια στιγμή να κατανοήσουμε ότι η Τουρκία, αυτήν τη στιγμή, δεν φοβάται ούτε την ΕΕ εν συνόλω, ούτε κάποια ευρωπαϊκά κράτη, ούτε τις ΗΠΑ, ούτε τη Ρωσία, ούτε το Ισραήλ, ούτε κανέναν. Και δεν τους φοβάται γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι το μείγμα συνεργιών και ανταγωνισμών που έχει με όλους αυτούς καθιστά εξαιρετικά απίθανο ενδεχόμενο την ολοκληρωτική ρήξη μαζί τους.

Η μόνη χώρα που πραγματικά φοβάται ακόμη και αποτελεί το κύριο εμπόδιο στους γεωστρατηγικούς της σχεδιασμούς και φιλοδοξίες είναι η Ελλάδα, επειδή με αυτήν μπορεί να προκύψει ολοκληρωτική ρήξη. Αυτή είναι η πραγματικότητα σε αντίθεση με τις μηδενιστικά ηττοπαθείς αντιλήψεις που τείνουν να κυριαρχήσουν στην ελληνική κοινή γνώμη και που σε σημαντικό βαθμό προωθούνται συστηματικά από την Άγκυρα στο πλαίσιο του υβριδικού πολέμου που ήδη έχει εξαπολύσει εναντίον της χώρας μας.

Με πολύ απλά λόγια, η Άγκυρα γνωρίζει ότι μάλλον “θα τα βρει” με όλους τους υπόλοιπους αν καταφέρει να αδρανοποιήσει το εμπόδιο της Ελλάδας. Άρα, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι είναι δική μας ευθύνη, υποχρέωση και προνόμιο να υπερασπίσουμε τον εαυτό μας και να αναχαιτίσουμε τον τουρκικό ηγεμονισμό. Και για να το κάνουμε αυτό οφείλουμε να επαναδιεκδικήσουμε τον εαυτό μας.

Να λειτουργήσουμε ως αυτόνομο, ανεξάρτητο και αυτόφωτο γεωπολιτικό μέγεθος. Και αν αποδεχθούμε αυτόν τον ρόλο τότε θα δούμε ότι ο ανταγωνισμός με την Τουρκία δεν έχει μόνο κινδύνους, αλλά προσφέρει και ευκαιρίες για την Ελλάδα, ώστε να αναδειχθεί σε παράγοντα των διεθνών εξελίξεων και να ξεπεράσει τα προβλήματα που την ταλανίζουν σήμερα δια της γεωπολιτικής υπέρβασης.

ΠΗΓΗ:https: slpress.gr

  • Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *