Ρεαλισμός ίσον γνώση της πραγματικότητας

Του ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗ

Παρακολουθώντας όσες περισσότερες συζητήσεις γύρω από τις Προεδρικές εκλογές, είτε των υποψηφίων Προέδρων είτε εκπροσώπων τους, είτε κομματικών στελεχών, παρατηρώ μια σοβαρή, κατ’  εμένα, αδυναμία. Συζητούνται τα θέματα που μας αφορούν ως κυπρίους και ως Κύπρος, απομονωμένα και ξεκομμένα από τον περιβάλλοντα μας κόσμο.  Και όμως  και τα δύο κυρίαρχα θέματα που αφορούν τόσον τη φυσική και κρατική επιβίωση μας, όσον και την καθημερινότητα μας, δηλαδή το κυπριακό και η οικονομία, δεν αντιμετωπίζονται απλά και μόνο εντός των διαστάσεων της Κυπριακής Δημοκρατίας ή της κυπριακής οικονομίας.

Και τα δύο εξαρτώνται και από τα περιφερειακά, ευρωπαϊκά και διεθνή δεδομένα, εξελίξεις και συγκυρία.  Πολύ περισσότερο που τα δικά μας μεγέθη μας καθιστούν εξαιρετικά εξαρτημένους από τον περιβάλλοντα κόσμο.  Το έχω αναφέρει πολλές φορές θα το επαναλάβω τώρα.  Το κυπριακό για να λυθεί δεν αρκεί η δική μας βούληση και καλή διάθεση.  Ούτε των ε/κ από μόνων τους, ούτε των τ/κ.  Ούτε ακόμα και αν οι δύο κοινότητες τα  βρούμε ένα πρωί στα πάντα και ομογνωμήσουμε.   Χρειάζεται και η συναίνεση των εγγυητριών δυνάμεων και ειδικά και ιδιαίτερα της Τουρκίας.  Όχι μόνο γιατί είναι μια εκ των τριών εγγυητριών δυνάμεων.  Αλλά γιατί μετά το 1974 είναι ο εισβολέας, η κατοχική δύναμη.  Χωρίς τη δική της  συμμετοχή και συμφωνία δεν μπορεί να επιλυθεί το κυπριακό.  Έχει αποκλειστικό λόγο στα θέματα της εξωτερικής πτυχής του κυπριακού, δηλαδή ασφάλεια, εγγυήσεις, στρατεύματα και έποικοι και καθοριστικό ρόλο μέσον της επιβολής επι των τ/κ στα θέματα της εσωτερικής πτυχής, δηλαδή εδαφικό, περιουσιακό, διακυβέρνηση κ.ο.κ.  Αλλά και αν ακόμα η Τουρκία, ως εκ θαύματος ανανήψει, υπάρχει και ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας.  Δηλαδή τα 5-6 ισχυρά κράτη του κόσμου και δύο – τρείς διεθνείς οργανισμοί.  Αυτοί όλοι έδρασαν και δρουν στο κυπριακό από δύο σημεία εξόρμησης τουλάχιστον.  Το ένα είναι ότι ο ρόλος τους στο κυπριακό υπήρξε και είναι παρεμβατικός, θετικά ή αρνητικά, αναλόγως των δικών τους συμφερόντων, στη δεδομένη χρονική περίοδο και ο άλλος είναι η θέληση τους για άσκηση πίεσης πάνω στην Τουρκία.  Ας μην ξεχνούμε ότι τμήματα αυτού του διεθνούς παράγοντα είναι που τόσον εξ΄ αρχής ενέπλεξαν την Τουρκία στο κυπριακό και που συντηρούν, υποθάλπουν και στηρίζουν της παρουσία της και ανέχονται έως ενθαρρύνουν, την επεκτατικότητα και επιδρομικότητα της.  Ως εκ τούτων το να συζητείται το κυπριακό χωρίς τη μελέτη και κατ’ επέκταση τόσον των δεδομένων και σχεδιασμών των εγγυητριών δυνάμεων, των δυνάμεων της περιοχής μας (π.χ. Ισραήλ και Αίγυπτος) αλλά και της Ε.Ε., του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της Ρωσίας κ.λπ.  είναι εκ προοιμίου μια αδιέξοδη συζήτηση.  Μια συζήτηση η οποία δεν οδηγεί σε αποτελεσματικά συμπεράσματα, ούτε φωτίζει τους δρόμους που πρέπει να ακολουθηθούν σήμερα και αύριο.  Και τονίζω το σήμερα και αύριο.  Χωρίς αξιολόγηση του περιβάλλοντος κόσμου οδηγούμαστε σε μια εσωστρέφεια.  Ασχολούμαστε μόνο με το «εμείς», δηλαδή την ε/κ κοινότητα και την Κυπριακή  Δημοκρατία και ενίοτε την τ/κ κοινότητα.  Αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε μια ακατάσχετη παρελθοντολογία και φυσιολογικά και μια εξαντλητική αντιπαράθεση μεταξύ μας, κυρίως για το παρελθόν, αλλά και  μία αναποτελεσματική αντιπαράθεση για το  σήμερα και το αύριο.  Αυτό απογοητεύει ακόμα περισσότερο τους πολίτες που αποστρέφουν το πρόσωπο από την πολιτική και τους πολιτικούς ακόμα πιο έντονα. Οσάκις ένας πολιτικός δοκιμάσει να θέσει αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, τον σταματούν είτε οι συνάδελφοι του, είτε οι δημοσιογράφοι.

Και έπειτα μιλούμε για ρεαλισμό.  Μα ρεαλισμός σημαίνει γνώση της πραγματικότητας.  Της δική μας αλλά και αυτής που μας περιβάλλει.  Η γνώση αυτή είναι που θα επιτρέψει και την εξεύρεση εκείνων των λίγων έστω, εργαλείων και τρόπων που προσφέρονται για να αντιμετωπίσουμε τα μεγάλα αδιέξοδα του κυπριακού και της οικονομίας.  Χωρίς αυτή τη γνώση θα επαναλαμβάνουμε εαυτόν, θα χανόμαστε στις λεπτομέρειες και θα αντιδρούμε καθ΄ υπερβολή.

Τα ίδια ισχύουν και στην οικονομία.  Είναι καιρός όταν τίθενται στο διάλογο θέματα τα οποία αφορούν την οικονομία να γνωρίζουν όσοι συζητούν και κυρίως να ενημερώνουν και το κοινό, πόσα από αυτά τα οποία εγείρονται σε μια συζήτηση εξαρτώνται αποκλειστικά από εμάς.  Και πόσα για παράδειγμα είναι υποχρεωτικά από την Ε.Ε., ή χρειάζεται η έγκριση η συναίνεση της Ε.Ε. ή άλλων οργανισμών εκτός ή εντός Κύπρου.  Για παράδειγμα να γνωρίζει ο πολίτης τις δυνατότητες και τα όρια της Κυβέρνησης, της Βουλής, της Κεντρικής Τράπεζας, των τραπεζών και των ιδιωτικών οργανισμών στο θέμα των εκποιήσεων.  Επίσης ποιό είναι το ευρωπαϊκό πλαίσιο στο θέμα, τα ενδεχόμενα χρονικά περιθώρια αλλά και τιμωρητικά μέτρα.  Μόνο έτσι θα μπορεί ρεαλιστικά και αντικειμενικά να κρίνει και τα όσα προτείνονται.  Δεν λειτουργεί η οικονομία καμιάς χώρας σήμερα μέσα στο δικό της κλουβί, πολύ περισσότερο μιας πολύ μικρής χώρας και  μάλιστα μέλους της Ε.Ε.

Επιτέλους αυτό που όλοι επικαλούνται, τον ρεαλισμό για να τεκμηριώσουν θέσεις και προτάσεις να είναι καρπός μελέτης και κατ΄ επέκταση γνώσης.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *