Ρόδης Ρούφος, ο Έλληνας διπλωμάτης, που συμμετείχε στην ΕΟΚΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟ

Μισός αιώνας από τον θάνατο του Ρόδη Ρούφου, του Έλληνα διπλωμάτη, του λογοτέχνη, του διανοούμενου, η ανάγκη να τιμηθεί αυτός ο άνθρωπος καθίσταται αναγκαία, όταν όσα έχει γράψει είναι επίκαιρα. Καταλληλότερος να μιλήσει για τον Ρούφο είναι ο δρ Αλέξανδρος Μπαζούκης, ο οποίος κυκλοφόρησε το εξαιρετικό βιβλίο Ρόδης Ρούφος, ένας συγγραφέας σε καιρούς δοκιμασίας (Κατοχή, Αντίσταση, Κυπριακός Αγώνας) των εκδόσεων Επίκεντρο, με πρόλογο του συγγραφέα και ακαδημαϊκού Θανάση Βαλτινού. Ο Ρούφος ήταν ο νεαρός διπλωμάτης, που βρέθηκε στην Κύπρο, στο Ελληνικό Προξενείο, σε μια κρίσιμη φάση και με ρίσκο βοήθησε στον αγώνα της ΕΟΚΑ, ενίσχυσε τις διαπραγματευτικές θέσεις των Κυπρίων έναντι των Βρετανών. Και το έκανε ως διπλωμάτης στα πλαίσια της αποστολής του, αλλά και γιατί το πίστευε βαθιά. Γι΄αυτό και μετακινήθηκε από την Κύπρο. Οι δράσεις του δεν άρεσαν στην ελληνική κυβέρνηση, που προτίμησε να ακούσει τα… παράπονα των Βρετανών. Ο Ρούφος αναμετρήθηκε με τους πολιτικούς του προϊστάμενους ουκ ολίγες φορές. Και τη δεκαετία του ’50 και τη δεκαετία του ‘60, όταν συγκρούστηκε με τη Χούντα, πληρώνοντας κόστος στην καριέρα του. Στην Κύπρο και την Ελλάδα θα πρέπει να τιμάται και για τις δράσεις του στο διπλωματικό πεδίο, αλλά και για τις επιδόσεις του στη λογοτεχνία. Δεν ήταν μέρος του συστήματος και οι κριτικές που δέχθηκε για το λογοτεχνικό του έργο δείχνουν ότι αυτό δεν έτυχε σωστής αξιολόγησης.

Ο Αλέξανδρος Μπαζούκης, εξ Ελλάδος, γεννήθηκε στη Βέροια το 1975 και σπούδασε φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Έχει δημοσιεύσει ποικίλα άρθρα για πρόσωπα και ζητήματα της νεοελληνικής φιλολογίας, καθώς και για τη διδακτική της λογοτεχνίας. Υπηρέτησε με απόσπαση στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου για τη σύνταξη των σχολικών ανθολογίων Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας (για το Λύκειο) και Ο λόγος ανάγκη της ψυχής (για το Γυμνάσιο). Τα κυριότερα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη «συνταρακτική» δεκαετία του 1940 και στη μεταπολεμική περίοδο (1949-1967). Σήμερα εργάζεται ως Βοηθός Διευθυντής σε Λύκειο στη Λευκωσία.

Στη συνέντευξή του, ως άνθρωπος που μελέτησε ενδελεχώς τον Ρόδη Ρούφο, δίνει μια συνολική εικόνα του και αναδεικνύει τόσο την προσωπικότητα όσο και το έργο του.

– Στις 12 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του διπλωμάτη και συγγραφέα Ρόδη Ρούφου (1924-1972). Η επέτειος αυτή δίνει μια καλή αφορμή να ξαναδιαβάσουμε τη λογοτεχνία του και να αναδείξουμε την προσωπικότητά του. Καταρχάς η σχέση του με την Κύπρο, όπου και υπηρέτησε ως διπλωμάτης.

-Ο Ρόδης Ρούφος μετατέθηκε από τη Βιέννη το 1954 στη Λευκωσία, για να αναλάβει καθήκοντα Πρόξενου του Βασιλείου της Ελλάδος, με προϊστάμενό του τον Γενικό Πρόξενο Ανδρέα Παππά. Είναι η περίοδος της προετοιμασίας και της έκρηξης του Απελευθερωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ, στον οποίο θα αναμιχθεί ενεργά, παρά τη διπλωματική του ιδιότητα.

– Πώς ένας Έλληνας διπλωμάτης αναλαμβάνει το ρίσκο να συνεργαστεί με την ΕΟΚΑ; Πιστεύετε ότι αυτό παραπέμπει σε μια ισχυρή προσωπικότητα, έναν αποφασιστικό άνθρωπο;

-Ο Ρούφος πιστεύω ότι, λόγω κουλτούρας και κοινωνικής τάξης ή καταγωγής, αν προτιμάτε, είχε επηρεαστεί από μαχητικούς διπλωμάτες και διανοουμένους, όπως ήταν ο Ίων Δραγούμης. Να υπενθυμίσω, επίσης, ότι ο πατέρας του, Λουκάς Ρούφος, επανειλημμένως υπουργός σε διάφορες κυβερνήσεις, από γενιά αγωνιστών του 1821 και πολιτικών από την Πάτρα, υπήρξε στενός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου, αλλά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού διαφώνησε μαζί του για τη ρήξη του με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο και πέρασε, για αρκετά χρόνια, στην αντίπαλη παράταξη, πριν συμφιλιωθεί εκ νέου, τη δεκαετία του 1930, με τον μεγάλο ηγέτη των Φιλελευθέρων. Αυτά τα λέω για να καταλάβουν οι αναγνώστες ότι ο Ρόδης Ρούφος είχε μια παράδοση πίσω του στην ελληνική πολιτική ζωή και δεν επέλεξε τυχαία την καριέρα του διπλωμάτη. Πέρασε πρώτος, ξέρετε, στις εξετάσεις για το Διπλωματικό Σώμα το 1949. Από την άλλη, ερχόμενος στην Κύπρο το 1954, μόλις τριάντα χρονών, αισθάνθηκε, νομίζω, ότι οι περιστάσεις τον καλούσαν να αναλάβει ενεργό ρόλο σε έναν αγώνα που γινόταν στο όνομα των ίδιων ουσιαστικά ιδανικών για τα οποία πολέμησε ή και θυσιάστηκε και η δική του γενιά, οι Έλληνες έφηβοι και εικοσάρηδες της Εθνικής Αντίστασης του 1941-1944. Όσο και να τον πίκραινε, όπως και τον Γιώργο Σεφέρη, που στη μεριά του δυνάστη στην Κύπρο βρίσκονταν οι «φίλοι του άλλου πολέμου», δηλαδή οι Βρετανοί· όσες επιφυλάξεις και αν είχε για το ιδεολογικό κλίμα μέσα στο οποίο θα διεξαγόταν μοιραία ο Αγώνας της ΕΟΚΑ (ένα κλίμα που παρέπεμπε στον αλυτρωτισμό και τον μεγαλοϊδεατισμό του 19ου αιώνα)· όσα ρίσκα κι αν είχε η επικοινωνία και η συνεργασία με τον Γεώργιο Γρίβα, ειδικά μετά την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου λόγω και της κατάρρευσης των συνομιλιών του με τον κυβερνήτη, στρατάρχη Χάρντιγκ, ο Ρούφος είναι σίγουρο ότι είχε συγκινηθεί από το πείσμα, την αγωνιστικότητα και το πνεύμα αυτοθυσίας των Ελλήνων της Κύπρου. Ένιωθε, με άλλα λόγια, ότι δυστυχώς δεν υπήρχε άλλος δρόμος για την ελευθερία τους. Και αυτό τον έφερε σε σύγκρουση με την τότε ελληνική κυβέρνηση της νεόκοπης ΕΡΕ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που δεν έβλεπε τα πράγματα με το ίδιο, συναισθηματικό, αν θέλετε, πρίσμα. Εξάλλου, η μεγάλη πολιτική κρίση στην Ελλάδα όλη την προηγούμενη περίοδο, από τα Σεπτεμβριανά του 1955 έως και την άνοιξη του 1956, είχε δημιουργήσει ένα «κενό» στην καθοδήγηση του Αγώνα, το οποίο, σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ανέλαβε να καλύψει ο Ρούφος μέχρι την αποχώρησή του από τη Λευκωσία τον Αύγουστο του 1956.

– Γιατί μετακινήθηκε από την Κύπρο σε μια κρίσιμη φάση του Αγώνα;

-Είναι ξεκάθαρο ότι ο νέος Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών, Ευάγγελος Αβέρωφ, ο οποίος και διαδέχτηκε τον Σπύρο Θεοτόκη μετά την παραίτησή του, εξαιτίας των πρώτων απαγχονισμών αγωνιστών, του Μιχαλάκη Καραολή και του Ανδρέα Δημητρίου, από τη βρετανική διοίκηση τον Μάιο του 1956, θέλησε να αντικαταστήσει την ηγεσία του Ελληνικού Προξενείου, καθώς θεωρούσαν τον Παππά και τον Ρούφο πολύ «φιλοκύπριους». Ειδικά για τον Ρούφο, υπήρξε και σχετικό αίτημα για απομάκρυνσή του από τον Bρετανό πρέσβη στην Αθήνα, σερ Τσαρλς Πηκ. Οι Βρετανοί είχαν ενοχληθεί πολύ από τη σθεναρή στάση του Ρόδη στις διαπραγματεύσεις με τον Χάρντιγκ, οπότε και ο ίδιος συνεργάστηκε στενά τόσο με τον Μακάριο όσο και με τον Νίκο Κρανιδιώτη, ενώ η ελληνική κυβέρνηση δυσαρεστήθηκε, επίσης έντονα, από την ανάμιξη του νεαρού Πρόξενου στη σύνταξη του υπομνήματος της κυπριακής Εθναρχίας, το οποίο και οδήγησε στην παραίτηση Θεοτόκη, του πολιτικού δηλαδή προϊστάμενου του Ρούφου. Έχω, τέλος, την εντύπωση ότι η νέα κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή δεν θεωρούσε τον Ρούφο «δικό» της· τον αντιμετώπιζε μάλλον επιφυλακτικά ως γόνο μιας μεγαλοαστικής οικογένειας που ανήκε στο «βαθύ Κολωνάκι», όπως άκουσα να λέγεται σχετικά πρόσφατα από Έλληνα πανεπιστημιακό.

Εάν ο Παπανδρέου επέλεγε τον Ρούφο αντί του Σωσσίδη

– Αν και πέθανε τον Οκτώβριο του 1972, είχε προβλέψει τι θα γινόταν στην Κύπρο; Αναθεώρησε κάποιες απόψεις του;

-Παρόλο που δεν έχουμε κάποια δημόσια τοποθέτησή του για το Κυπριακό, από την ιδιωτική αλληλογραφία του την περίοδο της Δικτατορίας προκύπτει η ανησυχία του για τις εξελίξεις στο νησί, λόγω της έντασης των σχέσεων της Χούντας με τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, οι οποίες, κατά την εκτίμησή του, αν οδηγούνταν σε ανοιχτή ρήξη, τότε θα εξυπηρετούνταν ο στόχος της «Διπλής Ένωσης» και, τελικά, τα συμφέροντα της Τουρκίας. Πρόσφατα, επίσης, ο καθηγητής Αχιλλέας Αιμιλιανίδης ανέδειξε τον ρόλο του Ρούφου στις διαπραγματεύσεις για τις βρετανικές βάσεις την περίοδο 1959-1960: χάρη στην ανένδοτη στάση του, που εκνεύρισε και πάλι τους Βρετανούς τόσο, ώστε να ζητήσουν από τον Αβέρωφ την αντικατάστασή του, μειώθηκε η συνολική τους έκταση. Αναρωτιέμαι, ακόμη, ποια θα ήταν η έκβαση των διαπραγματεύσεων με τον Αμερικανό πρώην Υπουργό των Εξωτερικών Ντιν Άτσεσον την περίοδο 1963-64, αν ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός, Γεώργιος Παπανδρέου είχε επιλέξει τον Ρούφο (αντί του Τζον Σωσσίδη) ως διευθυντή του διπλωματικού του γραφείου, όπως του είχε εισηγηθεί ο Αναστάσιος Πεπονής.

– Πόσο επίκαιρος είναι σήμερα ο Ρούφος;

-Πιστεύω ότι η Πορεία στο σκοτάδι, Η Χάλκινη Εποχή και το ιστορικό μυθιστόρημα Οι Γραικύλοι (το οποίο και επανεκδόθηκε πριν από λίγους μήνες με μια εξαιρετική εισαγωγή του ιστορικού Νίκου Καραπιδάκι και της νεοελληνίστριας Γεωργίας Πατερίδου) είναι βιβλία που αξίζει να διαβαστούν και σήμερα για πολλούς λόγους: και ως μαρτυρίες για τον Εμφύλιο, το Κυπριακό και τη μοίρα του Ελληνισμού στην ψυχροπολεμική εποχή, αλλά και διότι είναι ενδιαφέροντα μυθιστορήματα με ποικίλες προεκτάσεις (ψυχολογικές, ερωτικές, φιλοσοφικές), που παρακινούν τον αναγνώστη να διαβάσει τι γίνεται παρακάτω… Επιπλέον, τα δοκίμια που συμπεριλαμβάνονται στον τόμο Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου (που επανεκδόθηκε το 2018 με μια διαφωτιστική εισαγωγή του καθηγητή Νίκου Αλιβιζάτου), θεωρώ ότι είναι πολύ εύστοχα στις επισημάνσεις τους –κάποιες θα τολμούσα να πω ότι έχουν διαχρονική ισχύ. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με κείμενα που μπορούν να χαρακτηριστούν χωρίς υπερβολή ως κλασικά.

– Πώς προέκυψε η δική σας ενασχόληση με τον Ρόδη Ρούφο;

-Είχα ξεκινήσει μια έρευνα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της Ελλάδας για τον τρόπο που οι Έλληνες λογοτέχνες και διανοούμενοι τοποθετήθηκαν απέναντι στο Κυπριακό την περίοδο του 1950, μια έρευνα που απέδωσε ποικίλα άλλα ευρήματα, τα οποία και αναδείχτηκαν σε άλλα μελετήματά μου. Ωστόσο, όταν έπεσα πάνω στο δοκίμιο «Η Νεοελληνική Συντηρητική Ιδεολογία» του Ρούφου, δημοσιευμένο στη Νέα Εστία τον Φεβρουάριο του 1956, την πιο οξεία κριτική ώς τότε (όπως υποστηρίζει και ο καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος) στο τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», ενώ από την άλλη διάβαζα παντού σχεδόν ότι ο συγγραφέας ήταν ο απολογητής της Δεξιάς στη λογοτεχνία για τον Εμφύλιο… τότε αποφάσισα να ψάξω τα πράγματα καλύτερα, για να διαπιστώσω τι τελικά ισχύει. Ξέρετε, η πρωτογενής, αρχειακή έρευνα είναι συχνά επίπονη και χρονοβόρα, αλλά κάποτε κρύβει θησαυρούς, που ανατρέπουν παγιωμένες αντιλήψεις ή εκτιμήσεις, οι οποίες επαναλαμβανόμενες καταντούν «κοινός τόπος», απέχουν όμως πολύ από την αλήθεια.

Η απάντηση στα Πικρολέμονα του Ντάρελ με τη Χάλκινη Εποχή

– Λογοτεχνικός καρπός της παρουσίας του στην Κύπρο ήταν το μυθιστόρημα Η Χάλκινη Εποχή, που κυκλοφόρησε το 1960. Ήταν η απάντηση στον Λώρενς Ντάρελ των Πικρολέμονων. Τι ήθελε να αναδείξει ο Ρούφος μέσα από τη Χάλκινη Εποχή;

-Το μυθιστόρημα αυτό του «Κυπριακού Αγώνα», όπως το χαρακτήρισε από την αρχή ο Ρούφος, γράφτηκε και κυκλοφόρησε πρώτα στα Αγγλικά ως απάντηση στα Πικρολέμονα του Ντάρελ, ο οποίος παρουσίαζε το δικό του βιβλίο όχι ως προϊόν μυθοπλασίας, αλλά ως ταξιδιωτικό ντοκουμέντο, μια δήθεν αντικειμενική μαρτυρία με αξιώσεις σχεδόν απόλυτης «αλήθειας» για την κατάσταση στην Κύπρο την περίοδο 1953-1956. Ο Ρούφος θεώρησε ότι αυτό δεν ήταν έντιμο από μέρους του Βρετανού συγγραφέα, διότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί να γράψει τόσο αμερόληπτα, όταν εμπλέκεται προσωπικά σε τέτοια γεγονότα και μάλιστα από μια θέση σαν του Διευθυντή της Υπηρεσίας Πληροφοριών. Και ο Ντάρελ αποσιωπούσε πολλά, διαστρέβλωνε την πραγματικότητα, ενώ περνούσε ταυτόχρονα μια «εικόνα» ύπουλα αποικιοκρατική για τους Κύπριους «ιθαγενείς», αδιευκρίνιστης καταγωγής και ταυτότητας, άβουλα όντα της εγκληματικής παραφροσύνης κάποιων λίγων «τρομοκρατών»… Βέβαια, Η Χάλκινη Εποχή είναι πολύ περισσότερα από μια απλή απάντηση στον Ντάρελ. Είναι κι ένα ερωτικό μυθιστόρημα, ένα μυθιστόρημα επίσης εφηβείας και ενηλικίωσης, είναι όμως και ο ουσιαστικός επίλογος της προηγούμενης τριλογίας του συγγραφέα για την Αντίσταση και τον Εμφύλιο στην Ελλάδα, το Χρονικό μιας σταυροφορίας. Τα θέματα αυτά τα αναπτύσσω διεξοδικά στο βιβλίο μου.

Οι αγκυλώσεις και

η μεταχείριση που έτυχε,

ίδια με του Σεφέρη

– Στο βιβλίο σας μελετάτε και τις κριτικές για το έργο του Ρούφου, την  τριλογία Χρονικό μιας σταυροφορίας και τη Χάλκινη εποχή. Πώς υποδέχθηκαν αυτά τα βιβλία οι κριτικοί της εποχής και ποια η δική σας εκτίμηση για τις κριτικές αυτές; 

-Ειδικά για τον πρώτο τόμο της τριλογίας, τη Ρίζα του μύθου το 1954, οι κριτικές ήταν από παντού σχεδόν αρνητικές. Κανένας δεν έμεινε ευχαριστημένος: ούτε οι δεξιοί ούτε οι κεντρώοι-φιλελεύθεροι ούτε, φυσικά, οι αριστεροί κριτικοί. Πρόκειται σίγουρα για ένα πρωτόλειο μυθιστόρημα με πολλές αδυναμίες και στην πλοκή και στη διαγραφή των χαρακτήρων. Κάποιες ακραία δεξιές ιδεολογικές θέσεις του αυτοβιογραφικού ήρωα ενοχλούν ακόμη και σήμερα. Πρέπει, ωστόσο, να λάβουμε υπόψη μας ότι ελάχιστοι κριτικοί της εποχής μπήκαν στον κόπο να παρακολουθήσουν και να κατανοήσουν την προσπάθεια του συγγραφέα να περιγράψει με ειλικρίνεια και εντιμότητα την ιδεολογική του πορεία και την ψυχική του ωρίμανση: από μια αμιγώς αντικομμουνιστική αφετηρία στην προσέγγιση και στην κατανόηση της Άλλης όχθης, όπως είναι ο τίτλος του τρίτου μέρους του Χρονικού. Για το ότι κάποιοι, επίσης, κατηγόρησαν τον Ρούφο, όπως προηγουμένως και τον Σεφέρη, ότι «πούλησε» την Κύπρο ως πράκτορας τους Ιντέλιτζενς Σέρβις και ότι Η Χάλκινη Εποχή ήταν ένα φιλοβρετανικό μυθιστόρημα, αρκεί να δει κανείς πώς υποδέχτηκαν το βιβλίο στη Μ. Βρετανία, όπου ο Ρούφος θεωρήθηκε σχεδόν απολογητής της ελληνικής «τρομοκρατίας» στην Κύπρο…  Ας μην είμαστε, όμως, κι εμείς αυστηροί με τις ανεπάρκειες και τις αντιφάσεις των κριτικών της εποχής. Ήταν τέτοιο το κλίμα της «πόλωσης» μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς που ήταν αδύνατο για τους περισσότερους να δουν καθαρά και να ξεπεράσουν τις αγκυλώσεις τους.

Μαζί με τον Τσίρκα, ήταν η ψυχή των Δεκαοχτώ κειμένων,

της πρώτης έκδοσης-αντίδρασης κατά της Δικτατορίας

– Ο Ρούφος χαρακτηρίζεται «συντηρητικός», αν και η λογοτεχνική του πορεία το διαψεύδει τούτο. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται τόσο με τη δράση του στη Δικτατορία όσο, κυρίως, με τα δοκίμια του, όπως «Η νεοελληνική συντηρητική ιδεολογία» (1956), «Οι μεταμορφώσεις του Αλάριχου» (1963) και «Οι περιφρονητές του πλήθους» (1971).

-Πολύ σωστά όσα επισημαίνετε. Ο Ρούφος ήταν, μαζί με τον Στρατή Τσίρκα, η ψυχή των Δεκαοχτώ κειμένων, της πρώτης συλλογικής έκδοσης-αντίδρασης των πνευματικών ανθρώπων απέναντι στη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Υπήρξε, επίσης, ιδρυτικό στέλεχος της Εταιρίας Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων, η οποία οργάνωσε πολλές εκδηλώσεις κοινωνικού προβληματισμού και εθνικής αυτογνωσίας ως έμμεση καταδίκη της Χούντας, πριν η τελευταία επιβάλει τη διάλυσή της, ενώ ο ίδιος βρέθηκε πολύ κοντά στον Σεφέρη το διάστημα που αυτός ετοίμαζε τη γνωστή του Δήλωση (Μάρτης 1969). Η σχέση τους παρέμεινε στενή ώς τον θάνατο του ποιητή, τον Σεπτέμβρη του 1971.

-Ο Ρούφος, δηλαδή, έδειξε δείγματα γραφής για τις ιδέες του στην περίοδο της Χούντας. Είχε προσωπικό ή επαγγελματικό κόστος για τις ιδέες του;

-Ο Ρούφος, ξέρετε, δεν «ξύπνησε» ξαφνικά φιλελεύθερος την 21η Απριλίου του 1967, οπότε και αποφάσισε να μην υπηρετήσει το απριλιανό καθεστώς, προκαλώντας την απόλυσή του από το Υπουργείο Εξωτερικών. Είχε κάνει την αυτοκριτική του για λάθη, ακόμη και εγκλήματα, της δικής του παράταξης στον Εμφύλιο, χωρίς βέβαια να προσχωρήσει στην «αντίπαλη μονομέρεια», όπως υπογράμμιζε σε ένα σημαντικό του κείμενο. Εξάλλου, ήδη από το δεύτερο μέρος της τριλογίας του, την Πορεία στο σκοτάδι (1955) είχε αναγνωρίσει στους ανιδιοτελείς αριστερούς αγωνιστές πολλές αρετές, ένα υπέροχο αίσθημα χρέους και πατριωτισμού, που απαιτούσε μεγάλο ψυχικό απόθεμα. Τα δοκίμια στα οποία αναφερθήκατε προηγουμένως αποτελούν και αυτά τεκμήρια του ιδεολογικού του προσανατολισμού, που βρίσκεται πιο κοντά στην πολιτική σκέψη του Γιώργου Θεοτοκά, με τον οποίο επίσης υπήρχε μια καλή, φιλική σχέση, παρά τη διαφορά ηλικίας. Πάντως, ειδικά τα κείμενα (άρθρα, κριτικές, δοκίμια) που δημοσίευσε τη διετία 1970-72 ήταν όλα «στρατευμένα γύρω από εκείνο που χάθηκε», δηλαδή την ελευθερία και τη δημοκρατία, τον υγιή πατριωτισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της Ελλάδας, σε ευθεία σύγκρουση με κούφια συνθήματα του τύπου «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» – ιδεολογήματα που είχε καταδικάσει ως κενά νοήματος ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1950…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *