Σαράντα χρόνια στην ΕΕ – Υπάρχει και η ανομολόγητη σκοτεινή όψη…

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Μπορεί τα σαραντάχρονα από την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και σημερινή ΕΕ να εορτάστηκαν με την παρουσία των προέδρων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωκοινοβουλίου και με ρητορείες ευρωπαϊσμού, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ένας ειλικρινής απολογισμός αυτών των 40 ετών δεν έχει μόνο τη φωτεινή όψη που μας σερβίρουν.

Έχει και μία σκοτεινή, την κορύφωση της οποίας βίωσε τραυματικά ο ελληνικός λαός την δεκαετία του 2010. Όσο, λοιπόν, είναι λάθος να απομειώνουμε τα θετικά που προσκόμισε στην Ελλάδα η ένταξή της στην ΕΕ, άλλο τόσο λάθος είναι να αποσιωπούμε τα αρνητικά. Δεν θα επιχειρήσω σ’ αυτό άρθρο έναν συνολικό απολογισμό, αλλά αξίζει, έστω και επιγραμματικά, να αναστοχαστούμε.

Υπενθυμίζω ότι από τη δεκαετία του 1960 η ελληνική βιομηχανία πραγματοποίησε ένα άλμα ανάπτυξης. Παρά το γεγονός ότι –με ευθύνη κυρίως των ιδιοκτητών τους λόγω υπερδανεισμού και κακής διαχείρισης– πολλές εταιρείες στη δεκαετία του 1970 έγιναν προβληματικές, η ελληνική βιομηχανία είχε ακόμη δυναμική. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να αντέξει στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, στον οποίο την έριξαν χωρίς να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα προσαρμογής. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κύμα αποβιομηχάνισης, το οποίο πληρώνουμε μέχρι σήμερα.

Είναι αληθές πως δόθηκαν στην Ελλάδα κοινοτικά κονδύλια μεγάλου ύψους, όπως επίσης αληθές είναι ότι αυτά δεν διοχετεύθηκαν κατά τρόπο που να χρηματοδοτήσουν την παραγωγική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Σε μεγάλο βαθμό διοχετεύθηκαν στην κατανάλωση, αν και δεν πρέπει να υποτιμηθεί ότι αυτά τα κονδύλια έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο να βελτιωθεί η εικόνα της χώρας σε πολλά επίπεδα.

Για την κατά κανόνα λάθος χρήση των κοινοτικών κονδυλίων ευθύνη έχουν οι διαδοχικές κυβερνήσεις από το 1981 και μετά, αλλά και το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Έλληνες –από τους μεγάλους επιχειρηματίες μέχρι τον τελευταίο αγρότη– αντιμετώπισαν τα κοινοτικά κονδύλια σαν “εύκολο χρήμα”, την δε ΕΕ σαν “αγελάδα προς άρμεγμα”. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν γίνει διαφορετικά. Θεωρητικά, πολλά μπορούσαν να είχαν γίνει καλύτερα εάν…, αλλά η Ιστορία δεν γράφεται με “εάν”.

“Σας ρίχνω στα βαθιά”

Η Ελλάδα εκείνης της εποχής ήταν έτσι όπως ήταν, με τα καλά και τα κακά της. Η επιλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή “σας ρίχνω στα βαθιά για να μάθετε μπάνιο” ήταν πάντα μία επικίνδυνη τακτική. Και στην ελληνική περίπτωση, προέκυψαν πολλαπλές παρενέργειες από έναν αρχηγικό βολονταρισμό που δεν πατάει γερά σε μία επαρκή θεσμική, οικονομική και κυρίως πολιτική-κοινωνική προετοιμασία.

Για τους Έλληνες που η επιβίωση ήταν για αιώνες άρρηκτα εξαρτημένη από τη σκληρή εργασία όλης σχεδόν της οικογένειας, οι κάθε είδους κοινοτικές επιδοτήσεις λειτούργησαν σαν ένα είδος “ναρκωτικού”. Προκάλεσαν έναν εθισμό, που τους ώθησε στο “εύκολο χρήμα”, απομακρύνοντάς τους γρήγορα από τη σκληρή εργασία. Η μαζική είσοδος, μάλιστα, μεταναστών το 1989-90 (τότε κυρίως από τα Βαλκάνια) κατέστησε φθηνή τη χειρωνακτική εργασία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πρώτον εκτεταμένα φαινόμενα “τεμπελοποίησης” ειδικά στον αγροτικό χώρο και δεύτερον εκτοπισμό του εγχώριου εργατικού δυναμικού στις κατασκευές.

Έχουν ευθύνη οι Έλληνες για όλα αυτά; Προφανώς έχουν. Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι λάθος να ξεμπερδεύει κανείς με το πρόβλημα, φωτίζοντας μόνο αυτή την ευθύνη. Είναι κυρίως χρέος της Πολιτικής να έχει άριστη γνώση της κοινωνίας, να προβλέπει πιθανές παρενέργειες και να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα προετοιμασίας για ομαλή προσαρμογή. Αυτό δεν συνέβη και το πληρώσαμε.

Μετά την ΕΕ και στην Ευρωζώνη

Το ίδιο πρόβλημα επανελήφθη τη δεκαετία του 2000 με την είσοδο στο ευρώ. Ας κάνουμε μία υπόθεση εργασίας: Εάν η Ελλάδα δεν είχε εισέλθει στην Ευρωζώνη θα είχε χρεοκοπήσει το 2010; Η απάντηση είναι ξεκάθαρα όχι, για τον απλό λόγο ότι οι Αγορές δεν θα την είχαν ποτέ δανείσει όπως την δάνεισαν. Άρα, η Ελλάδα δεν θα είχε υπερχρεωθεί, ακόμα κι αν το ήθελε. Τότε, όμως, οι “σοφές” Αγορές θεωρούσαν πως από τη στιγμή που η Ελλάδα εισήλθε στην Ευρωζώνη δεν υπήρχε περίπτωση να χρεοκοπήσει. Με αυτή τη θεώρηση της δάνεισαν πακτωλό πάμφθηνου χρήματος – με επιτόκιο ελάχιστα μεγαλύτερο από αυτό, με το οποίο δάνειζαν τη Γερμανία!

Και πάλι μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι ευθύνη έχει η Ελλάδα που δεν αξιοποίησε αυτό το φθηνό χρήμα για να κάνει επενδύσεις και να αναβαθμίσει την παραγωγική της ικανότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι αναφερόμαστε σε ζωντανή κοινωνία, δεν έχουμε να κάνουμε με άσκηση επί χάρτου. Ναι, οι Έλληνες ξιπάστηκαν, ναι υπήρξαν φαινόμενα ακραίου καταναλωτισμού, ναι η κλεπτοκρατία (ως οικονομική-κοινωνική λειτουργία) κλιμακώθηκε, ναι έχουν ευθύνη οι κυβερνήσεις και οι πολίτες. Γιατί, όμως, συνέβη αυτό κι όχι το άλλο; Επανερχόμαστε, λοιπόν, στο ίδιο ακριβώς ζήτημα που θίξαμε επιγραμματικά παραπάνω.

Στο αυριανό άρθρο μου, θα επιχειρήσω να “σκαλίσουμε” λίγο πιο βαθιά, αφού μετά το “πάρτι” ήλθε ο λογαριασμός και μάλιστα βαρύς και επώδυνος. Μιας, λοιπόν, και τα σαραντάχρονα μας δίνουν την ευκαιρία, θα την αδράξουμε για να ξεφύγουμε από το “θεολογικού” τύπου φωτεινό αφήγημα, με το οποίο μας βομβαρδίζει σύσσωμο σχεδόν το πολιτικό και το μιντιακό σύστημα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *