«Σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε άλλο»

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Οι αθλητικές αναμετρήσεις του Σαββατοκύριακου είχαν διαφορετικό τόνο από τον συνηθισμένο. Η στυγνή δολοφονία του δεκαεννιάχρονου Αλκη Καμπανού από αγέλη χουλιγκάνων υποχρέωσε αθλητές και φιλάθλους (όσους διασώζονται, ασφυκτικά συμπιεσμένοι από τους κυρίαρχους αδειο-κέφαλους οπαδούς) να σταθούν κριτικά απέναντι στο προϊόν που δημιουργούν από κοινού. Και να γράψουν, στις φανέλες και στα πανό τους, την ακροτελεύτια μάταιη ικεσία του Αλκη: «Σας παρακαλώ, μη με χτυπάτε άλλο».

Ακόμα και παράγοντες που πρωταγωνιστούν επί χρόνια στην παραγωγή ενδογηπεδικής βίας δείχνουν συγκλονισμένοι, ίσως για τα μάτια του κόσμου. Ακόμα και οπαδικές εφημερίδες, που δικαιολογούν μονίμως τους δικούς τους μαχαιροβγάλτες, έδειξαν να ανταποκρίνονται κάπως στη βαριά ευθύνη που τους αναλογεί. Ως και η πολιτεία έδειξε να αφυπνίζεται. Να βγαίνει από την πολυετή νάρκη της, που επέτρεψε να γιγαντωθεί η βία με αφορμή ή απλό πρόσχημα την μπάλα· μια νάρκη βολική για άλλου τύπου παίγνια, στο γήπεδο της διαπλοκής.

Επειδή ωστόσο ο Αλκης δεν είναι το πρώτο θύμα του χουλιγκανισμού στον τόπο μας· και επειδή, δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη φορά που όλοι οι «συμπαίκτες» δηλώνουν συντετριμμένοι, μετανιωμένοι και έτοιμοι να συμβάλουν στην κάθαρση του χώρου, φρόνιμο είναι να μη δοθεί στις πρώτες αντιδράσεις μεγαλύτερη σημασία από αυτήν που τους αντιστοιχεί. Γιατί, όπως πάντα, τα παρήγορα και τα συγκινητικά συνυπάρχουν με τα απελπιστικά. Δίπλα στους αθλητές που σχημάτιζαν με τα δάχτυλά τους το άλφα, πρώτο γράμμα του ονόματος του αδικοχαμένου παλικαριού, κάποιος άλλος, και μάλιστα διεθνής, χλεύαζε τους Αρειανούς σαν «σκουλήκια». Με άταφο τον νεκρό.

Την Κυριακή, σε παιχνίδι ερασιτεχνικών ομάδων στη Χαλκιδική, κρατήθηκε μεν «ενός λεπτού σιγή», η επίδρασή της όμως ήταν ασήμαντη. Ακολούθησε εισβολή οπαδών των γηπεδούχων και ξυλοδαρμός του αντίπαλου προπονητή. Ολη αυτή η φίλαθλη δράση δικαιολόγησε απολύτως τον αυτοθαυμασμό με τον οποίο υποδεχόμασταν, δύο ημέρες πριν, την τελετή έναρξης της Χειμερινής Ολυμπιάδας του Πεκίνου και την καθιερωμένη απόδοση τιμών στο ολυμπιακό πνεύμα που «γεννήθηκε εδώ», πού αλλού.

Χρειάζονται πολλά για να μην ξεψυχήσει επίσης εδώ. Και πρώτα πρώτα να μην περιμένουμε ότι οι τρώσαντες θα γίνουν οπωσδήποτε θεραπευτές. Και να μην κοιμίζουμε τη συνείδησή μας με το ρατσιστικό νανούρισμα πως «οι φονιάδες ήταν Αλβανοί, ουτσεκάδες». Απ’ ό,τι φαίνεται, δεν ήταν.

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.