Στα περβόλια μες στους ανθισμένους κήπους

Της ΔΕΝΑΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ ΤΟΥΜΑΖΗ

Εμείς η γενιά του 60, συνομήλικοι της Κυπριακής Δημοκρατίας, γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στη Μεγαλόνησο, έχοντας για μουσική υπόκρουση στα παιδικά και στα εφηβικά μας χρόνια, τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη. Τα έπαιζαν στο ράδιο, τα ακούγαμε στον κινηματογράφο ή στις ελληνικές ταινίες που προβάλλονταν τα Σάββατα από τις μικρές μας οθόνες. Οθόνες μικρές με στρογγυλεμένες τις άκριες, στα μικρά μας καθιστικά, ολάκερο έπιπλο η τηλεόραση, την οποία στόλιζαν οι μαμάδες και οι γιαγιάδες με σεμεδάκια, μπιμπελό, βαζάκια με λουλούδια, κορνίζες με φωτογραφίες. Τα καλοκαίρια άλλαζε θέση, ώστε να είναι θεατή από τη βεράντα.

Λόγω της οικειότητας που είχαμε με το έργο του, τον λέγαμε ο Μίκης, με το μικρό του όνομα, έτσι όπως θα αποκαλούσαμε τον θείο Αρτέμη ή τον τατά μας. Ήταν ένας δικός μας άνθρωπος, που πάντα στεκόταν στο πλευρό μας ή εμείς νιώθαμε πως πορευόμασταν μαζί του, στις ίδιες όχθες. Οι πρώτες συναυλίες που είχαμε πάει ήταν οι δικές του. Η μουσική του είχε εκτός του λυρικού και του ρομαντικού στοιχείου, το επαναστατικό και το ηρωικό, που ακούαμε σε συλλαλητήρια, στις εθνικές επετείους και στις σχολικές γιορτές. Τραγούδια αντίστασης που τραγουδούσαμε στο σπίτι, στο αυτοκίνητο, στις εκπαιδευτικές εκδρομές ή με παρέες. Η μουσική του ήταν σαν τον αέρα που αναπνέαμε! Ο πατέρας μου, ερχόταν συχνά σπίτι με νέους δίσκους βινυλίου, του Χατζιδάκι, του Ξαρχάκου, του Κουγιουμτζή, ανάμεσα στους οποίους είχε πάντα ένα νέο Θεοδωράκη που παίζαμε συνέχεια μέχρι να φθαρεί η βελόνα του πικάπ μας.

Όταν αργότερα στην εφηβεία μας, ακούγαμε και ξένη μουσική, ψάχνοντας στα δισκάδικα τους σπάνιους δίσκους, των Pink Floyd, των Beatles, του Bob Dylan, η έγνοια μας ήταν πάντα αν «έβκαλεν νέον δίσκον ο Θεοδωράκης». Σε τέτοια περίπτωση τρέχαμε να διαδώσουμε το χαρμόσυνο νέο και σαν έφτανε ο δίσκος στο νησί, περνούσε από σπίτι σε σπίτι, όπου τον γράφαμε σε κασέτα, την οποία παίζαμε ξανά και ξανά στα κασετόφωνά μας. Τόσες φορές που στο τέλος η λεπτή ταινία της κασέτας δεν άντεχε άλλο, κοβόταν ή ξετυλιγόταν και καταφεύγαμε στους πιο hi-tech συμμαθητές, «Έφαν μου τον Μίκη μου το κασεττόφωνο», οι οποίοι προθυμοποιούνταν να την ανοίξουν ή να την κολλήσουν.

Στο σπίτι μας που το ραδιόφωνο έπαιζε στη διαπασών από το πρωί ξημέρωμα, η γιαγιά Δέσποινα την ώρα που δεξιοτεχνικά τύλιγε κουπέπια κάτω από την καλύφη με το γιασεμί, τραγουδούσε «Κι άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης…» ή η μάμμα σιγοτραγουδούσε «Το τραίνο φεύγει στις οκτώ…», την ώρα που κρατούσε το φτερό και ξεσκόνιζε. Όταν τις Κυριακές ο παπάς, μας έπαιρνε εκδρομές, έδινε το σήμα αρχίζοντας να τραγουδά με τη στεντόρεια φωνή του, «Κι εσύ λαέ βασανισμένε μην ξεχνάς τον φασισμό» ενώ εμείς τα παιδιά, με γιαγιάδες, θείες, ξαδέλφια, συνεχίζαμε το τραγούδι από το πίσω κάθισμα. Τότε τα μικρά μας αυτοκίνητα, που δεν είχαν ούτε ραδιόφωνο, χωρούσαν οικογένειες ολόκληρες και οι μικρές ζωές μας γίνονταν μεγάλες με την ευρυχωρία που μας χάριζε η μουσική του Θεοδωράκη.

Χάρη στις θεϊκές συνθέσεις και τις μελοποιήσεις του, ζούσαμε μες στην ποίηση: Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης, Γιάννης Ρίτσος, Μανόλης Αναγνωστάκης, Pablo Neruda και τόσοι άλλοι ποιητές που μας έγιναν βίωμα κι ας μην γνωρίζαμε καν το όνομά τους. Οι στίχοι τους είχαν χαρακτεί στο συλλογικό μας ασυνείδητο και στην προσωπική «κυτταρική μνήμη» μας.

Τα χρόνια πέρασαν. Τα παιδιά και οι έφηβοι της δεκαετίας του 60 είμαστε σήμερα ηλικιωμένοι-μεσήλικες. Μόνο η Κύπρος όμως δεν πρόλαβε να ενηλικιωθεί, εφόσον στα δεκατέσσερά της, με το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή, κόπηκε στα δύο, παραμένοντας υπό τουρκική κατοχή, με τη μουσική του Μίκη ν’ ακούγεται κάθε χρόνο από τα ραδιόφωνά μας στις μαύρες επετείους.

Η εβδομάδα που μας πέρασε ήταν για όλους πολύ φορτισμένη, με τον θάνατο του μέγιστου Έλληνα συνθέτη, του Μίκη Θεοδωράκη. Από το 1994 που έφυγε από τη ζωή ο Μάνος Χατζιδάκις, δεν ξανακούσαμε από τους κυπριακούς ραδιοσταθμούς, επί καθημερινής βάσεως, τέτοια αφθονία ποιοτικής και μεγαλειώδους μουσικής. Οι δυο παλιόφιλοι, τους οποίους άδικα εκλαμβάναμε ως εχθρούς, θα σμίξουν και πάλι, θα τα πίνουν, θα τα λένε, θα γελάνε και θα κλαίνε, θυμώνοντας με τα χάλια μας, ενώ δεν θα πάψουν ποτέ να μας φωνάζουν «Ξελασπώστε το μέλλον», όπως το έκαναν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής τους, μέσω της μουσικής τους. Τους ευχαριστούμε και τους δύο που μαζί με τους ποιητές τους οποίους μελοποίησαν, μας «ξελάσπωσαν» και μας ανέβασαν στ’ αστέρια, άπειρες φορές.

dena.toumazi@gmail.co

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *