Στα σεμινάρια «υποβοηθούμενης συνεννόησης», η έλλειψη ειλικρίνειας απέναντι στα γεγονότα είναι βασική προϋπόθεση επιτυχίας  

Η φωτογραφία που ανήρτησε το γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών. Η Λευκωσία με μιναράεδες και τουρκικές σημαίες. Και πίσω ο κατεχόμενος Πενταδάκτυλος. Φωτογραφία via του υπουργείου Εξωτερικών της Γαλλίας

Της ΤΩΝΙΑΣ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ

 Αναζωπυρώθηκε αυτή την εβδομάδα η συζήτηση για την επαναπροσέγγιση και την αναγκαιότητα -ή όχι- των δικοινοτικών επαφών.

Αφορμή αποτέλεσε το πρόγραμμα Imagine «για την καλλιέργεια κουλτούρας επανένωσης στα σχολεία» και ο πανηγυρικός τόνος που δόθηκε από τους «δύο ηγέτες» στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων του στους μαθητές. Κι αναρωτιέται κανείς, γιατί να υπάρχουν αντιδράσεις σε μια τόσο αγνή ιδέα όσο αυτή της συμβίωσης και της συνεργασίας; Προς τι η κριτική για προγράμματα που προάγουν την ειρήνη και τον διάλογο;

  • Πρέπει να είναι κανείς μισάνθρωπος για να καταδικάζει την κοινωνικοποίηση, τη φιλία και την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. Κινούμαστε λοιπόν από μισαλλοδοξία όσες και όσοι δεν έχουμε πηδήξει ακόμη στο «τρένο της ειρήνης» των σεμιναρίων και των εκπαιδεύσεων; Έχουμε φοβικά σύνδρομα απέναντι στους «απ’ εκεί» και βολευόμαστε να πιστεύουμε ότι είναι αιμοσταγή τέρατα; Θα εξυπηρετούσε πολλούς μια τέτοια ερμηνεία και θα πρόσθετε ακόμη μία απλούστευση στις ράγες του «εξπρές της επανένωσης» τους. Αλλά δεν…

Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο «τρένο» ξεκινά όταν το ανθρώπινο και το προσωπικό πολιτικοποιούνται. Ή -στην προκειμένη περίπτωση- όταν οι πολιτικές σκοπιμότητες φοράνε μια εύηχη ετικέτα για να κερδίσουν ερείσματα στην κοινωνία. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, όταν η «σχέση με το άλλο στοιχείο» οικοδομείται επί τούτου, η αθωότητα του σκοπού χάνεται και οι συμμετέχοντες μετατρέπονται σε φορείς μιας προπαγάνδας απενοχοποίησης του υπαίτιου για τον διαχωρισμό.

Όταν ο Αχμέτ συζητά με τον Γιώργο για την κοινή τους πατρίδα και τις συνθήκες κατοχής στις οποίες μεγαλώνουν τα παιδιά τους, δεν χρειάζονται μεσολαβητικούς πομπούς και οριοθετημένες προσεγγίσεις. Έχουμε συζητήσει κι εμείς κατά καιρούς με διάφορους Αχμέτ και στις περισσότερες περιπτώσεις καταλήξαμε να συμφωνούμε ότι η αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και εποίκων θα φέρει την πολυπόθητη λύση. Μερικές φορές δεν συμφωνούμε. Έτσι γίνεται στην αυτοσχέδια ανθρώπινη επικοινωνία.

  • Στα σεμινάρια «υποβοηθούμενης συνεννόησης», όμως, η έλλειψη ειλικρίνειας απέναντι στα γεγονότα είναι βασική προϋπόθεση επιτυχίας κι έτσι η Τουρκία λάμπει συνήθως διά της απουσίας της από τη συζήτηση. Φταίει ο εθνικισμός και η έλλειψη βούλησης, ή όπως το έθεσε προχθές ο ίδιος ο πρόεδρος Αναστασιάδης (!) με την ιδιότητα του ηγέτη της ελληνοκυπριακής κοινότητας: «Οι παρεμβάσεις τρίτων, μηδεμιάς εξαιρουμένης, δημιούργησαν τα προβλήματα που ακολούθησαν». Θολωμένα νερά, μοιρασιά στις ευθύνες και ούτε κιχ για το αληθινό εμπόδιο της επανένωσης.

Οι επαγγελματίες χαϊδευτές της Τουρκίας δεν θα σταματήσουν να μας παρουσιάζουν ως μισαλλόδοξους εθνικιστές γιατί αυτό τους εξυπηρετεί. Θα συνεχίσουν επίσης να κάνουν τις πάπιες για το ποιος στερεί από τους Τουρκοκύπριους το δικαίωμα να ζήσουν σε ένα ελεύθερο, δημοκρατικό και ευρωπαϊκό κράτος, εγκλωβίζοντάς τους σε ένα ελεγχόμενο στρατοκρατικό καθεστώς. Ας μην έχουν, όμως, την απαίτηση να μπούμε στην παραίσθησή τους για να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε ελέφαντες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *