Στο Κραν Μοντανά για Κύπρο και στο Παρίσι για Λιβύη: Η διαφορετική προσέγγιση για Τουρκία, ξένα στρατεύματα και διεθνές δίκαιο

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

«Εμείς, οι συμμετέχοντες, επιβεβαιώνουμε τον πλήρη σεβασμό και τη δέσμευσή μας στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την εθνική ενότητα της Λιβύης. Απορρίπτουμε όλες τις ξένες παρεμβάσεις στις υποθέσεις της Λιβύης» αναφέρεται στην κοινή Διακήρυξη της Διεθνούς Διάσκεψης του Παρισιού. Οι συμμετέχοντες προτρέπουν τον Λιβυκό Μηχανισμό Παρακολούθησης της Κατάπαυσης του Πυρός να συμφωνήσει γρήγορα για «ένα σχέδιο παρακολούθησης και επαλήθευσης της παρουσίας και αποχώρησης όλων των μισθοφόρων, ξένων μαχητών και ξένων δυνάμεων από τη Λιβύη».

Πρόκειται για μια ξεκάθαρη απόφαση βάσει του διεθνούς δικαίου και του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Η συγκεκριμένη διάσκεψη δεν ήταν τετραμερής ή πενταμερής ή ενός «κλειστού κλαμπ», αλλά διεθνής με τη συμμετοχή όλων σχεδόν των χωρών της περιοχής και περιφερειακών συνδέσμων, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Μέσα σε μια παράγραφο προσδιορίστηκε με σαφήνεια η βασική αρχή του σεβασμού της κυριαρχίας μιας χώρας, με τη διεθνή κοινότητα να απαιτεί την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από τη Λιβύη.

Η μόνη χώρα που αντέδρασε έντονα για την πραγματοποίηση αυτής της διάσκεψης (συμμετείχαν Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία) και η μόνη χώρα που διαφώνησε με το κείμενο συμπερασμάτων ήταν η Τουρκία. Παρά τους εκβιασμούς της, τελικά έλαβε μέρος, γιατί δεν θα ήθελε να είναι απομονωμένη από τις εξελίξεις στην περιοχή. Επίσης, παρά την άρνησή της για την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από τη Λιβύη (συμπεριλαμβανομένων και των τουρκικών), η διάσκεψη δημιούργησε ένα «ισχυρό προηγούμενο».

Λαμβάνοντας υπόψη τη σύνθεση της διεθνούς διάσκεψης και αυτά που αποφασίστηκαν για τη Λιβύη, τίθεται ένα εύλογο ερώτημα: Γιατί μετά από 47 χρόνια δεν έχει πραγματοποιηθεί μια τέτοια διεθνής διάσκεψη για την Κύπρο; Γιατί ένα διεθνές πρόβλημα στρατιωτικής εισβολής, κατοχής και παράνομου εποικισμού αφέθηκε να το διαχειρίζονται οι βασικοί ένοχοι του εγκλήματος, η Βρετανία και η Τουρκία, μέσω της καθοδηγούμενης Γενικής Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών; Γιατί όλα αυτά τα χρόνια οι ηγεσίες σε Λευκωσία και Αθήνα δεν επεδίωξαν και δεν επέμεναν να γίνει μια διεθνής διάσκεψη, από τη στιγμή που το πρόβλημα της Κύπρου δεν είναι διακοινοτικό, αλλά ξένης στρατιωτικής κατοχής;

Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος συμμετείχε στη διάσκεψη για τη Λιβύη, εξέφρασε την ανησυχία του για τη συνεχιζόμενη παρουσία ξένων στρατευμάτων σ’ αυτή τη χώρα. Για την Κύπρο όμως, ο κ. Γκουτέρες ουδέποτε εξέφρασε ανησυχία για τη συνεχιζόμενη παρουσία των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων. Αντιθέτως, φαίνεται ότι καταβάλλει κάθε προσπάθεια για να εξισώσει τον θύτη με το θύμα.

Ενδεικτικό παράδειγμα ήταν η περίπτωση της διάσκεψης στο Κραν Μοντάνα το καλοκαίρι του 2017. Με βάση τα πρακτικά των Ηνωμένων Εθνών, που αποκαλύπτει ο συνάδελφος Μιχάλης Ιγνατίου στον «Φιλελεύθερο», αποδεικνύεται ότι ο εκπρόσωπος της Άγκυρας στη διάσκεψη, υπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, είχε επαναλάβει με πολύ σαφή τρόπο την πάγια τουρκική θέση. Δηλαδή ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να αποδεχθεί την κατάργηση των εγγυήσεων και του «μονομερούς δικαιώματος» επέμβασης. Μπορεί στο πλαίσιο ενός νέου περιτυλίγματος για την επιδιωκόμενη λύση να εμφανίστηκε πρόθυμος για «μετονομασία της Συνθήκης Εγγυήσεως σε Συνθήκη Εφαρμογής», όπως είχε αναφέρει χαρακτηριστικά, αλλά ουδέποτε μίλησε για κατάργηση των εγγυήσεων και αποχώρηση όλων των τουρκικών στρατευμάτων, έστω σταδιακή, στη βάση ενός συμφωνημένου χρονοδιαγράμματος.

Κι ενώ λοιπόν ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, είχε ακούσει με τα ίδια του τα αυτιά τι είπε ο κ. Τσαβούσογλου και διάβασε τις τουρκικές θέσεις, όπως είχαν κατατεθεί εγγράφως, στη συνέχεια επιχείρησε να απενοχοποιήσει πλήρως την Τουρκία. Στην έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας ισχυρίστηκε ότι χάθηκε μια «ιστορική ευκαιρία» λόγω έλλειψης «πολιτικής βούλησης» από τα μέρη, από τους ηγέτες των δύο κοινοτήτων, ενώ έκανε ειδική μνεία στην ετοιμότητα δήθεν που είχαν εκφράσει και οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις για να συμβάλουν στη λύση.

Δυστυχώς, η Λευκωσία και η Αθήνα δεν είχαν αντιδράσει τότε ούτε και μετέπειτα στα όσα κατέγραψε στην έκθεσή του ο κ. Γκουτέρες και δεν έκαναν κανένα διάβημα για να τα αμφισβητήσουν, με αποτέλεσμα οι επιπτώσεις να γίνονται χειρότερες με την πάροδο του χρόνου. Συνάμα επήλθε περαιτέρω αχρείαστος διχασμός και παραπληροφόρηση στο εσωτερικό μέτωπο της Κύπρου. Αφού ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ είχε επιλέξει τον δρόμο της «συγκάλυψης» του τουρκικού εγκλήματος, κρατώντας ίσες αποστάσεις, η Λευκωσία και η Αθήνα δεν είχαν άλλη επιλογή, παρά μονάχα να αντιδράσουν, αλλά δεν το έπραξαν, αφήνοντας να αιωρούνται περίεργα ερωτήματα.

Με αφορμή τη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη, ας αποφασιστεί επιτέλους να καταβληθεί μια σοβαρή, μεθοδική και οργανωμένη προσπάθεια για τη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης και για την Κύπρο. Ίσως, για πρώτη φορά, να υπάρχουν οι απαιτούμενες συνθήκες και ο κατάλληλος περίγυρος για να υλοποιηθεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και η Ρωσία θα μπορούσαν να αναλάβουν πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.

Με σωστή προετοιμασία και «πίεση» από το Κογκρέσο, ενδεχομένως ο Τζο Μπάιντεν να εμφανιστεί πρόθυμος να βοηθήσει. Κανένα δισταγμό δεν θα έχει ο Εμανουέλ Μακρόν. Όσον αφορά τον Βλαντιμίρ Πούτιν, παρά τα όσα διαδραματίζονται τα τελευταία χρόνια στις ρωσοτουρκικές σχέσεις, θα είναι πολύ δύσκολο να απορρίψει μια τέτοια προοπτική γιατί η Μόσχα, ανεξαρτήτως των δικών της σκοπιμοτήτων, έχει μια σταθερή θέση για την Κύπρο. Εξ αρχής υποστήριξε τη σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για τη λύση του Κυπριακού.

Επομένως, αφού για 47 χρόνια δεν έγινε τίποτα, με τις επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του εκάστοτε Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ και με την κατεχόμενη Κύπρο να τουρκοποιείται και να ισλαμοποιείται, ας επιχειρηθεί επιτέλους κάτι διαφορετικό. Σε μια διεθνή διάσκεψη, οι συμμετέχοντες δεν θα έχουν άλλη επιλογή παρά να εκφράσουν, τουλάχιστον, πλήρη σεβασμό και προσήλωση στην κυριαρχία, την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν η Λευκωσία και η Αθήνα συνεχίσουν να αναμένουν από τον κ. Γκουτέρες να διορίσει απεσταλμένο για να βρει «κοινό έδαφος», με σκοπό την επανέναρξη των συνομιλιών, η πορεία προς την οριστική διχοτόμηση και τα δύο κράτη δεν θα είναι πλέον αναστρέψιμη.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *