Στο όνομα της «περισυλλογής» δεν είναι νοητή ούτε η αμηχανία, ούτε η δικαιολογία της θερινής ραστώνης για απραξία και ακινησία

FILE PHOTO. O Πρόεδρος Αναστασιάδης, ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες και ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας Μελβούτ Τσαβούσογλου. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Του Γιαννάκη Ομήρου

Βρισκόμαστε αναμφίβολα σε μια κρίσιμη εθνική και πολιτική συγκυρία. Οι διαπραγματεύσεις των δύο τελευταίων χρόνων, παρά τις συνεχείς δηλώσεις υπεραισιοδοξίας για εντυπωσιακή πρόοδο, κατέρρευσαν ηχηρά στο Κράν Μοντάνα. Και όχι μόνο κατέρρευσαν αλλά για πρώτη ίσως φορά στην ιστορία του Κυπριακού, ο ΟΗΕ δεν παρουσιάζεται διατεθειμένος για νέα πρωτοβουλία, ενώ πλανάται η εικόνα δυσφορίας από πλευράς του Διεθνούς Οργανισμού και της Ε.Ε. για δήθεν ευθύνες της Ελληνικής Κυπριακής πλευράς για το ναυάγιο.

Αν θέλουμε να προβούμε σε μια ρεαλιστική αποτίμηση των δεδομένων, θα πρέπει αβίαστα να διαπιστώσουμε την πικρή αλήθεια, ότι βρισκόμαστε στη χειρότερη στιγμή του Κυπριακού τα τελευταία 43 χρόνια για την Ελληνική πλευρά. Όχι μόνο γιατί ένα καθαρό πρόβλημα εισβολής-κατοχής και παραβίασης κανόνων του Διεθνούς Δικαίου έχει παραμορφωθεί σε τέτοιο και τόσο βαθμό αλλά, ακόμα χειρότερα, επιρρίπτονται, όχι επίσημα ακόμα, αδικαιολόγητα ευθύνες στο θύμα αντί στον θύτη για την αδυναμία επίτευξης λύσης. Η φράση του, αποδεδειγμένα καλών προθέσεων κ. Γκουτέρες, για «καλή τύχη σε Νότιους και Βόρειους» είναι μια κραυγαλέα σαφής προειδοποίηση για την απροσδιόριστης χρονιότητας διατήρηση του status quo. 

Πώς όμως φτάσαμε στο σημερινό θλιβερό σημείο; Να ξεκινήσουμε από την περίοδο που ακολούθησε το Σχέδιο Ανάν και την απόρριψή του από τη συντριπτική πλειοψηφία του Κυπριακού Ελληνισμού. Είχαμε την πρώτη αναζωπύρωση των προσπαθειών για επανάληψη των διαπραγματεύσεων το 2006 με τη συμφωνία της 8ης Ιουλίου και τη «συμφωνημένη επιστολή Γκαμπάρι». Τι προέβλεπαν; Ότι προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις, θα έπρεπε να διαμορφωθεί επαρκής διαπραγματευτική βάση αλλά, και το σημαντικότερο, να υπάρξει γεφύρωση θέσεων επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού. Αντί όμως να τηρηθούν αυτές οι προϋποθέσεις, αλόγιστα και ασυλλόγιστα, επί δύο Προέδρων, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με αμφίσημου και ατελούς περιεχομένου συμφωνίες με την τουρκική πλευρά. Χωρίς καν να επιχειρηθεί η γεφύρωση των θέσεων επί των ουσιωδών πτυχών του Κυπριακού, κάτι στο οποίο σοφά η επιστολή Γκαμπάρι επικεντρωνόταν. Ακόμα χειρότερο, όταν ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις μετά τη συμφωνία της 11ης Φεβρουαρίου 2014, υπήρξε κατανόηση και από Ε/Κ και από Τ/Κ πλευράς, κάτι που δηλώθηκε πλειστάκις και δημοσίως, ότι θα υπήρχε διασταυρούμενη συζήτηση όλων των κεφαλαίων του Κυπριακού. Παρά ταύτα υπήρξε εξαντλητική συζήτηση των κεφαλαίων της διακυβέρνησης, της κατανομής των εξουσιών, της οικονομίας, των σχέσεων με την Ε.Ε., όχι όμως των κεφαλαίων της διεθνούς πτυχής, δηλαδή της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Αλλά και του εδαφικού, αφού η κατοχή εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας αφορά στην Τουρκία και όχι τους Τουρκοκύπριους.

Αποτέλεσμα η τουρκική πλευρά να «παίρνει» στα θέματα της εσωτερικής πτυχής, χωρίς όμως να «δίνει» στο εδαφικό, την ασφάλεια και τις εγγυήσεις.

Όμως και η διαπραγματευτική τακτική, κατ’ επιεική έκφραση, υπήρξε αλλοπρόσαλλη, αφού όροι και προϋποθέσεις που ετίθεντο εγκαταλείπονταν με δικολαβίστικα και μη πειστικά επιχειρήματα. Όπως, η εγκατάλειψη της προϋπόθεσης για προηγούμενη συμφωνία ή ακτίνα συμφωνίας στη διεθνή πτυχή, προκειμένου να συνεχιστεί ο διάλογος για την εσωτερική πτυχή.

Με λίγα λόγια, άλλο θέμα η άτεγκτη τουρκική στάση εξ αιτίας της οποίας υπήρξε η κατάρρευση των συνομιλιών και άλλο θέμα οι λανθασμένες και ασυνεπείς στάσεις της πλευράς μας που οδήγησαν, στην καλύτερη περίπτωση, στην τήρηση ίσων αποστάσεων από το διεθνή και τον ευρωπαϊκό παράγοντα στο θέμα των ευθυνών του ναυαγίου του Κραν Μοντάνα.

Τώρα στο όνομα της «περισυλλογής» δεν είναι νοητή ούτε η αμηχανία, ούτε η δικαιολογία της θερινής ραστώνης για απραξία και ακινησία, μπροστά στις κινήσεις της Τουρκίας για νέα τετελεσμένα σε υλοποίηση του προαναγγελθέντος από καιρού Σχεδίου «Β». Χρειάζεται επειγόντως σχεδιασμός, κινήσεις και πρωτοβουλίες. Όπως η ουδέποτε υλοποιηθείσα προεκλογική εξαγγελία για διαμόρφωση περιγράμματος βασικών αρχών λύσης του Κυπριακού το οποίο να κατατεθεί ενώπιον της διεθνούς και της ευρωπαϊκής κοινότητας.

Ώρα για θαρραλέα αυτοκριτική και κυρίως γρήγορη έξοδος από την αμηχανία, ανάκτηση της αναγκαίας αυτοπεποίθησης, προγραμματισμός και εφαρμογή αποτελεσματικού σχεδίου δράσης.

Σημείωση.: Ο εκπρόσωπος του Γ.Γ. του ΟΗΕ Στέφαν Ντούτζαρικ  δήλωσε ότι η Ειρηνευτική Δύναμη θα παραμείνει στην Κύπρο για να συνεχίσει να ελέγχει τη γραμμή μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Θα πρέπει ωστόσο να υποδειχθεί στον κ. Ντούτζαρικ ότι η «γραμμή» δεν είναι μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της στρατιωτικής κατοχής της Τουρκίας. Αυτό κατέστη απολύτως σαφές και σημειολογικά αδιαμφισβήτητο όταν κατά την εκεχειρία του 1974 ο Διοικητής της Ειρηνευτικής Δύναμης στην παρουσία του Αρχηγού της Εθνικής Φρουράς και του Αρχηγού των Τουρκικών κατοχικών δυνάμεων, καθόρισε τη γραμμή καταπαύσεως του πυρός και όχι τη «διαχωριστική γραμμή» ή τη «νεκρή ζώνη» όπως λανθασμένα λέγεται πολλές φορές και από επίσημης κυπριακής πλευράς.

*Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *