Στον στρατηγικό διάλογο με τις ΗΠΑ απαιτείται σοβαρότητα: Δεν μπορούν Κατρούγκαλος-Καλπαδάκης

Ο πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας μιλάει στην έναρξη της 3ης Ευρωαραβικής Συνόδου που διοργανώθηκε στην Αθήνα στο Μέγαρο Μουσικής, Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2018. ΑΠΕ-ΜΠΕ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ, Andrea Bonetti

Του ΜΙΧΑΛΗ ΙΓΝΑΤΙΟΥ

Η έναρξη του στρατηγικού διαλόγου της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών, είχε συμφωνηθεί στη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, και είχε χαρακτηριστεί ένα σημαντικό γεγονός και από τις δυο πλευρές.

Θυμάμαι ότι ένας Αμερικανός διπλωμάτης, που τον συνάντησα στο λόμπι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στη διάρκεια της επίσκεψης του Πάνου Καμμένου, και ο οποίοςμου είπε να δώσω μεγάλη σημασία, διότι θα γίνουν σημαντικά πράγματα.

Στις 13 Δεκεμβρίου, λοιπόν, και σύμφωνα με το αρχικό πρόγραμμα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο, θα υποδεχόταν στην Ουάσιγκτον τον Έλληνα ομόλογό του, Νίκο Κοτζιά. Μαζί θα καθόριζαν τη νέα στρατηγική σχέση, την οποία έχει ανάγκη η Ελλάδα, διότι περιλαμβάνει και στρατιωτικά, και διπλωματικά και οικονομικά οφέλη.

  • Ήταν μία επιτυχία του επίμονου πρώην υπουργού Εξωτερικών της χώρας μας, που ξεκίνησε από τον περασμένο Μάιο, όταν είχε συναντήσει ξανά τον κ. Πομπέο. Οι Αμερικανοί αναγνώρισαν ότι έχουν και υποχρεώσεις όταν οι χώρες σύμμαχοι τους δείχνουν την πίστη, την οποία απαιτούν. Η αλήθεια είναι ότι οι σχέσεις ήταν πάντα μονόδρομος υπέρ των ΗΠΑ και εις βάρος της Ελλάδας. Ήταν μέγα λάθος, που ακόμα δεν έχει διορθωθεί. Ας ελπίσουμε ότι τώρα θα συμβεί.

Με τον στρατηγικό διάλογο, αυτή η αδικία θα μπορούσε να τερματιστεί, εάν η Ελλάδα, βέβαια, αποφασίσει να ασχοληθεί σοβαρά. Δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί ο στρατηγικός διάλογος, απλά και μόνο επειδή ήταν «παιδί» του Νίκου Κοτζιά. Για την Ελλάδα εργαζόταν, όχι για για τον εαυτό του.

Για όσους δεν γνωρίζουν ή αδυνατούν να καταλάβουν, τα πράγματα είναι απλά: όταν μία μεγάλη δύναμη, όπως η Αμερική και η Ρωσία, λάβει την μεγάλη αυτή απόφαση, να εισέλθει σε στρατηγική συμμαχία, αυτό από μόνο του είναι ένα σπουδαίο γεγονός.

  • Το ερώτημα, λοιπόν, που τίθεται είναι ποιος θα αντιπροσωπεύει την Ελλάδα σε αυτή τη συνάντηση με τον κ. Πομπέο και την ομάδα του. Υπουργός Εξωτερικών είναι πλέον ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος εκείνη την ημέρα πρέπει να βρίσκεται στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών.

Θα είναι λάθος να επιχειρήσει να στείλει κάποιον άλλο για να τον αντιπροσωπεύσει, διότι αυτόματα υποβαθμίζει τον διάλογο και θα έλεγα ότι ταυτόχρονα τον υπονομεύει. Με λίγα λόγια, είναι πολύ σοβαρή υπόθεση, για να την αναλάβει ο κάθε «ανόητος» που νομίζει πως η εξωτερική πολιτική είναι πολύχρωμες πανάκριβες γραβάτες…

Οπότε ο πρωθυπουργός θα πρέπει να λύσει τον «γόρδιο δεσμό» και να βρίσκεται στις 13 Δεκεμβρίου στην Ουάσιγκτον, όπου θα μπορούσε με άνεση να συναντήσει, εκτός του κ. Πομπέο, και τον αντιπρόεδρο Μάικ Πένς και τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζον Μπόλτον.

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να τον αντιπροσωπεύσει ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης. Αυτή είναι μία πρακτική που χρησιμοποιούν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες.

  • Η στρατηγική συμμαχία με την Αμερική είναι απαραίτητη. Όπως απαραίτητη είναι και η παρουσία του Πρωθυπουργού στις συναντήσεις του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του Λευκού Οίκου, μιας και επέλεξε να αποδεχθεί την παραίτηση του κ. Κοτζιά.

Με λίγα λόγια: Ούτε ο κ. Γεώργιος Κατρούγκαλος μπορεί να αντιπροσωπεύσει τον Αλέξη Τσίπρα. Ούτε ο κ. Ευάγγελος Καλπαδάκης. Οι συζητήσεις για τον στρατηγικό διάλογο απαιτούν παίκτες βαρέων βαρών…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *