Συγγραφείς, εκδότες, αναγνώστες: Αβέβαιο παρόν- αμφιλεγόμενο μέλλον

Σε παρατεταμένη κρίση βρίσκεται το βιβλίο σε Ελλάδα και Κύπρο https://government.gov.gr

Του ΛΟΥΚΑ ΑΞΕΛΟΥ

 «Τα βιβλία είναι οι καλύτερες αποσκευές για το ταξίδι της ζωής»

Μονταίνιος

Είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται ποικιλοτρόπως με το βιβλίο, ότι ακόμα και η προσπάθεια σωστής ταξινόμησης των προβλημάτων που γέννησαν και γεννάνε οι βαθιές ανακατατάξεις της τελευταίας τριακονταετίας στον χώρο του, δεν προσφέρεται σε εύκολες λύσεις και απλουστευτισμούς.

Ως εκ τούτου, στόχος και αυτού του άρθρου, είναι να διατυπώσει, μια κατ’ αρχήν προσέγγιση σε δύο ζητήματα, που φαίνεται να απασχολούν αρκετούς.

Το πρώτο αφορά τους συγγραφείς του σήμερα και την σχέση τους με το γράψιμο, αλλά και την καθόλου εκδοτική δραστηριότητα. Το δεύτερο την σχέση του σημερινού αναγνωστικού κοινού με το βιβλίο και την κίνηση των ιδεών. Προφανές είναι ότι και τα δυο ζητήματα άπτονται με την προοπτική του ελληνικού βιβλίου, τόσο ως παρόν όσο και ως μέλλον.

ΔΕΝ ΤΕΝΤΩΝΕΙ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΤΗΝ ΧΟΡΔΗ ΤΟΥ Ο ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ

Είναι γεγονός ότι η κρίση περιόρισε τον αριθμό των κυκλοφορούντων βιβλίων, αλλά ενίσχυσε και ίσως αύξησε – συντε-λούντων των δωρεάν δυνατοτήτων του ηλεκτρονικού έντυπου λόγου –, τον αριθμό αυτών που επιδιώκουν να καθιερωθούν ως συγγραφείς.

Είναι γνωστή και έχει ποικίλως σχολιαστεί η «μετανάστευση» κυρίως δημοσιογραφικών αλλά και άλλων πληθυσμών (θεατρικών κ.λπ.) στις επικράτειες της λογοτεχνίας, με αποτελέσματα όχι πολύ απέχοντα από αυτά που τα γερμανικά φύλα δημιούργησαν στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.

Πράγματι, έχουμε φτάσει στο σημείο να έχει δημιουργηθεί, ένα πλήθος συγγραφέων οι οποίοι έχουν μπει στην λογική της κατασκευαστικής βιοτεχνίας – βιομηχανίας.

Η αξία των εν λόγω συγγραφέων δεν έχει ακόμα αποδειχθεί, εφόσον δεν έχει περάσει ένα αναγκαίο βάθος χρόνου, προκειμένου να διαπιστώσουμε την αντοχή των έργων τους.

Όμως είναι εντυπωσιακό να σου λέει κάποιος ότι «βιάζομαι να γράψω γιατί πρέπει να παραδώσω το ετήσιο (ενίοτε και εξάμηνο) μυθιστόρημά μου για τα Χριστούγεννα». Όσο και αν τέτοια περιστατικά δείχνουν μιαν «επαγγελματοποίηση» που εμπεριέχει και θετικές πτυχές, ωστόσο, με όρους λειτουργικούς η υπαγωγή της τέχνης σε διαδικασία «φορντισμού», αναδεικνύει τα αδιέξοδα.

Το να «στήνονται» δηλαδή βιβλία ετήσιου και όχι πάντα βίου, όπως λ.χ. βιβλία που γράφονται για να προβληθούν στην μικρή οθόνη και ακόμη χειρότερα, βιβλία δημοσιογραφικές – κατά κανόνα – κατασκευές, όπου το στοιχείο της παραλογοτεχνικής συνταγής είναι κραυγαλέα κυρίαρχο. (Το ίδιο αποκρουστικό δεν συμβαίνει, άλλωστε, με τους/τις εκατοντάδες νεόκοπους/ες σεφ, της «παραδοσιακής κ.ά. κουζίνας», που δίνουν εξετάσεις για το μελλοντικό επάγγελμά τους ως γκαρσονιών, βασανίζοντάς μας και βασανιζόμενοι στα τηλεοπτικά παράθυρα;).

Και αυτά ακριβώς τα φαστ-φουντ προϊόντα είναι που οι φιλόδοξοι μάγειροι-συγγραφείς απαιτούν να εκδοθούν.

Είναι αλήθεια, ότι αρκετές φορές το επιτυγχάνουν συμμαχώντας με «αντιστοίχου φιλοσοφίας» εκδότες – χαρτοτυπωτές. Η πλέον όμως συχνή διαδικασία είναι αυτή της κρυφής οικονομικής κάλυψης των εξόδων, έναντι του εκδοτικού-ανταποδοτικού τέλους.

Δεν θα στεκόμουν αρκετά στο παραπάνω παράδειγμα αν δεν αποτελούσε μιαν ακόμη απτή πραγματικότητα του καθολικού μας κατήφορου στα χρόνια των Μνημονίων.

Επί της ουσίας, είμαι βαθιά πεπεισμένος ότι η παρουσιαζόμενη συγγραφική έκρηξη, το πλήθος των νέων συγγραφέων και κυρίως ποιητών, αποτελεί μιαν ακόμη πτυχή της καθόλου μεταπολιτευτικής κρίσης.

Για να το διατυπώσω και διαφορετικά:

Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, κάτι που για μένα ήταν και θα είναι πάντα πολύ σημαντικό.

Οι αρχαίοι έλεγαν ότι «δεν τεντώνει στον καθένα την χορδή του ο Απόλλωνας». Ο Τσαρούχης, ότι «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις», και με βάση την κυρίαρχη εικόνα φαίνεται  να έχει δίκιο. Όμως εγώ ποτέ δεν συμφιλιώθηκα με την τσαρούχεια διαπίστωση. Υπομονετικά από το παράθυρό μου βλέπω να καταφθάνουν στο νεκροταφείο τα φέρετρα με το σπουδαίο – υποτίθεται – έργο των κορυφαίων του κατασκευασμένου best seller ισμού της προηγούμενης ή προπροηγούμενης χρονιάς.

ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΕΞΩΦΥΛΛΟΙ

Είναι γεγονός, ότι σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες ο πυρήνας του πραγματικού αναγνωστικού κοινού έχει κατ’ ολίγον διευρυνθεί. Σε αντίθεση όμως με την οριακή αυτή διεύρυνση έχει μεγαλώσει ένας ευρύς περίγυρος   υποψήφιων   φιλαναγνωστών,   τους  οποίους  εγώ  ονομάζω βιβλιοεξώφυλλους.

Οι εν λόγω δυνητικοί αναγνώστες ελκύονται είτε από την διαφήμιση, είτε από τις τηλεοπτικές σειρές. Αυτό είναι το υπαρκτό κοινό που αντιστοιχεί ακριβώς σε αυτή την περιώνυμη διεύρυνση της αγοράς του βιβλίου. Το αποτέλεσμα είναι να προκύπτει ένα αρνητικό ισοζύγιο ανάμεσα στην προσφορά και την ζήτηση, τουλάχιστον όσον αφορά τα ποιοτικά βιβλία.

Κι’ αυτό γιατί (είναι στα «επιτεύγματα» όλων ανεξαίρετα των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων 1974-2018) επικρατεί η λογική της ήσσονος προσπάθειας.

Λίγοι είναι εκείνοι που πραγματικά διαβάζουν ή βιώνουν ένα βιβλίο. Η ανάγνωση σήμερα από την συντριπτική πλειονότητα του κοινού, που ενισχύεται και από το συνολικά διαμορφωμένο κλίμα, είναι η ανάγνωση η οποία γίνεται στο τραίνο, στις διακοπές ή μισή ώρα πριν τον ύπνο. Φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου κακό, αλλά η αποσπασματική και επιφανειακή ανάγνωση δεν σου δίνει την δυνατότητα του να φιλτράρεις τα πράγματα,  να αναμετρηθείς με τα μεγάλα έργα. Επομένως προτιμάς ένα βιβλίο το οποίο αναπαριστά την καθημερινή σου εμπειρία και σου δίνει το άλλοθι πως έχεις επαφή  με τα δρώμενα της τέχνης και του πολιτισμού.

Η σημερινή εκδοτική πραγματικότητα στην κυκλοφοριακή σφαίρα όσον αφορά τους Έλληνες (και όχι τους ξένους) συγγραφείς, παρουσιάζει την εξής εικόνα.

Αν εξαιρέσουμε τους αξιόλογους νεκρούς συγγραφείς, που κάποια στιγμή δικαιώνονται ίσως και κυκλοφοριακά, η σχέση των σύγχρονων άξιων δημιουργών με την εμπορική επιτυχία είναι αμφιλεγόμενη. Υπάρχουν λίγοι συγγραφείς που η αξία τους «ανταμείβεται» και με την ευρύτερη κυκλοφορία του έργου τους. Υπάρχουν όμως και πολλοί άλλοι που το έργο τους, αν και καθ’ όλα άξιο βρίσκονται στο περιθώριο, διότι, είτε λόγω αδυναμίας, είτε για λόγους αρχών, δεν έχουν ενταχθεί στο σύστημα, και ακόμα πιο βαθιά στις ποικίλες λογοτεχνικές «στοές».

Ανάμεσα στις δυο αυτές κατηγορίες στέκεται, κατά την γνώμη μου, ο κύριος όγκος, η δεσπόζουσα κατηγορία των νέου τύπου συγγραφέων, αποδεκτών της λογικής του φαστφουνταδισμού και στον χώρο της λογοτεχνίας.

Είναι σαφές ότι τα πράγματα δεν βαίνουν καλώς εις την Αποικίαν. Ωστόσο, παρά την κυριαρχία του νεοταξικού αριστεροδεξιού νεοφιλελευθερισμού, που δεσπόζει στα γνωστά σε όλους κυκλώματα που λυμαίνονται την πολιτιστική μας ζωή, διαμορφώνοντας στην κύρια πλευρά και τους όρους της κυκλοφορίας, ο αντίπαλός τους, εν προκειμένω όλοι εμείς, «οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς, οι Σελευκείς και οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες», υπάρχουμε και το βασικότερο δεν ερωτοτροπούμε με την ευθανασία.

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ

Είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον να απαντήσουμε στο ερώτημα αν υπάρχει ή όχι προοπτική για το ελληνικό βιβλίο.

Ως εκ τούτου, εκείνο που μου μένει είναι να διατυπώσω την άποψή μου «αρνητικά».

Πως δηλαδή καμιά προοπτική δεν μπορεί να υπάρξει αν δεν χαραχθεί μια άλλη στρατηγική που θα δρομολογήσει με την  βασανιστική  προσπάθεια για την ανάδειξη άλλων κριτηρίων, την νέα αντίληψη σε σχέση με τον καθημερινό βίο και τις αξίες του πολιτισμού.

Μια  αντίληψη που θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση την άσκηση των μικρών παιδιών στο διάβασμα, που πιστεύει ότι ο αγώνας για την ανάδειξη της ουμανιστικής παιδείας σε κεντρικό εκπαιδευτικό προαπαιτούμενο, οφείλει να συνδέεται άρρηκτα με την εμπέδωση της πεποίθησης για τον πνευματικό πλούτο και ευφορία που παρέχει η οργανική σχέση του ενεργού πολίτη-αναγνώστη με το αρχαίο ή σύγχρονο κείμενο, που αποδέχεται ως επιλογή ζωής την «διαρκή επανάσταση», για την ανακάλυψη ενός μείζονος αγαθού, όπως η βαθύτερη και ουσιαστικότερη γοητεία-μαγεία του γραπτού λόγου.

Η προοπτική του ελληνικού βιβλίου, νοούμενου ως πολιτισμικού αγαθού και όχι ως απλού εμπορεύματος, είναι-παρ’ όλες τις επιμέρους ιδιορρυθμίες-, συνδεδεμένη με την δοκιμασία στην οποία, λόγω παγκοσμιοποίησης, μπαίνουν όλες οι ιθαγενείς κουλτούρες και τα επιμέρους στοιχεία τους.

Ελπίζω, όπως ο Αντρέ Σιφρίν «σε αυτές τις αρχαϊκές δυνάμεις, όπως η πεισματική υπεράσπιση της εθνικής ιδιαιτερότητας». Ο Φρειδερίκος Ένγκελς, τόνιζε, και δεν θα σταματήσω να το επαναλαμβάνω, ότι ο Ερρίκος Ίψεν λ.χ. έγινε μεγάλος συγγραφέας, όχι παρά την  επαρχιακή του γενέτειρα, όχι παρά την μικρή του χώρα, αλλά εξαιτίας αυτής . Σκεφτείτε τον Σολωμό και τον Κάλβο χωρίς Επτάνησα, τον Καβάφη χωρίς Αλεξάνδρεια, τον Παπαδιαμάντη χωρίς Σκιάθο, τον Καζαντζάκη χωρίς Κρήτη. Ας σοβαρευτούμε.

Θεωρώντας, λοιπόν, ότι ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει, φρονώ ότι παρ’ όλο που τα δεδομένα είναι μάλλον αρνητικά, το ισχυρό πολιτισμικό μας υπόβαθρο, η πλούσια και ιστορική γλώσσα μας, και η διακριτή παρουσία της νεότερης λογοτεχνίας μας – ειδικότερα, της στην πρώτη παγκοσμίως γραμμή πυρός, ποίησή μας- αποτελούν μια σταθερά που στα χέρια όσων την πιστεύουν, είναι να την παλέψουμε για να της δώσουμε την πρέπουσα και αρμόζουσα θέση στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα.

Αυτό προφανώς απαιτεί δουλειά υποβάθρου, αγώνα σκληρό για την διαμόρφωση μιας σύγχρονης πολιτιστικής-εκπαιδευτικής στρατηγικής που θα  συμβάλει στην ποιοτική άνοδο της στάθμης της  εγχώριας εκδοτικής παραγωγής και θα σχεδιάσει μια συστηματική επιθετική πολιτική στον τομέα της μετάφρασης ελληνικών έργων, στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

  • Ο Λουκάς Αξελός είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διδάξει ιστορία της νεότερης Ελλάδας στο Πανεπιστήμιο της Κύπρου. Διευθύνει από την ίδρυσή τους τις εκδόσεις “Στοχαστής” και το περιοδικό “Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου Έρευνας και Κριτικής”.

ΠΗΓΗ: sl.press.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *