Συνομιλίες ομαλοποίησης μετά την άρση τετελεσμένων: Το μήνυμα της Ουάσινγκτον προς Άγκυρα με τις κυρώσεις

Δοκιμή του πυραυλικού συστήματος S-400 από τις Ένοπλες Δυνάμεις της Ρωσίας στην Ashuluk, στην περιοχή του Astrakhan. EPA, MAXIM SHIPENKOV

Του ΚΩΣΤΑ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

Η απόφαση των ΗΠΑ για τη λήψη κυρώσεων κατά της Τουρκίας για το θέμα των S-400, συνιστά ένα βήμα, που αναμένεται ότι θα προκαλέσει επιπτώσεις στην κατοχική δύναμη, κυρίως θα πλήξει την πολεμική βιομηχανία της και ως συνέπεια τούτου και την οικονομία. Η απόφαση της Ουάσινγκτον ανακοινώθηκε μερικά 24ωρα μετά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο συγκάλυψε τις τουρκικές παρανομίες. Η Ε.Ε., περιλαμβανομένης της Ελλάδος και της Κύπρου, επέδειξε ατολμία και σύρθηκε από τη γερμανική ηγεμονία σε ένα παιχνίδι που βολεύει τον Ερντογάν και επιβραβεύει την επεκτατική του πολιτική. Η στάση που υιοθετήθηκε από την Ένωση και καταγράφηκε στα Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ήταν και αποτέλεσμα της παρέμβασης, μέσω Πολωνίας, του ΝΑΤΟ.

Τώρα υπάρχει ένα δεδομένο: Η Ε.Ε., της οποίας δύο κράτη-μέλη δέχονται επίθεση, απέφυγε να λάβει μέτρα κατά της Τουρκίας. Οι ΗΠΑ, που δεκαετίες συγκάλυπταν τις τουρκικές παρανομίες, αποφάσισαν κυρώσεις.

Η Ουάσινγκτον, «ταλαιπωρούσε» εδώ και χρόνια το θέμα των κυρώσεων. Ο απερχόμενος Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος είχε στενές ιδιωτικές σχέσεις με τον Ερντογάν «φρέναρε» τις όποιες αποφάσεις, παρά το γεγονός ότι η κατοχική Τουρκία παραβίαζε τους αμερικανικούς νόμους. Γιατί, όμως, τώρα έγινε ένα πρώτο βήμα; Ήταν μια κίνηση της τελευταίας στιγμής από την απερχόμενη κυβέρνηση ή εξαναγκάσθηκε κάτω από την πίεση των θεσμών να το πράξει; Ο Πρόεδρος Τραμπ, ως γνωστόν, έχει απειλήσει να ασκήσει βέτο, παρά το γεγονός ότι και στα δύο νομοθετικά σώματα οι πλειοψηφίες ήταν άνω του 80%. Συνεπώς αναγκάσθηκε να πράξει τούτο.

Είναι σαφές πως η εφαρμογή της νομοθεσίας, οι κυρώσεις, η αντιπαράθεση των ΗΠΑ με την Τουρκία, δεν σημαίνει και απόφαση της Ουάσινγκτον για εγκατάλειψη της Άγκυρας, για αποπομπή της από το συμμαχικό μαντρί. Δεν έχουν φθάσει οι σχέσεις τους σε σημείο ρήξης, καθώς τούτο δεν εξυπηρετεί καμιάν από τις δύο χώρες. Η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ, όταν θα αναλάβει την εξουσία, θα επιστρέψει, όπως φαίνεται, στην περιοχή και το ζητούμενο είναι ποιο ρόλο θα θέλει να έχει η κατοχική Τουρκία. Πώς θα γίνει εκ νέου η ανακατανομή ισχύος όταν είναι σαφές πως η Ουάσινγκτον δεν καλοβλέπει την Αίγυπτο, τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και ασφαλώς το Ιράν;

Πάντως, το μήνυμα του απερχόμενου ΥΠΕΞ, Μάικ Πομπέο, είναι ξεκάθαρο για τις προθέσεις της χώρας του και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί:

  • «Η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος και ένας σημαντικός περιφερειακός εταίρος ασφάλειας για τις Ηνωμένες Πολιτείες και επιδιώκουμε να συνεχίσουμε την από δεκαετιών ιστορία της παραγωγικής μας συνεργασίας στον τομέα της άμυνας, απαλείφοντας το εμπόδιο της κατοχής από την Τουρκία των S-400, το συντομότερο δυνατό».

Οι ΗΠΑ ως μεγάλη δύναμη θέτει μια βασική προϋπόθεση προς την κατοχική Τουρκία. Οι σχέσεις δεν θα επηρεασθούν, δεν είναι επιλογή της Ουάσινγκτον τούτο, ωστόσο, για να υπάρξει ομαλοποίηση πρέπει να επιστρέψουν/ καταστρέψουν/ ακινητοποιήσουν το ρωσικό πυραυλικό σύστημα.

Είναι σαφές πως οι ΗΠΑ δεν συζητά με την Άγκυρα στη βάση τετελεσμένων, που επιβάλλει η κατοχική δύναμη. Συζητά μετά την άρση του τετελεσμένου, που στην προκειμένη περίπτωση είναι η αγορά και η εγκατάσταση των S-400. Οι ΗΠΑ είναι υπερδύναμη και θέτει προϋποθέσεις, που είναι εν πολλοίς και αυτονόητες. Πως δεν μπορεί να διεξάγονται συζητήσεις, συνομιλίες στη βάση τετελεσμένων. Αυτό θα μπορούσε να το προτάξει η Ε.Ε. στις συζητήσεις με την Άγκυρα. Αυτό θα έπρεπε να το κάνουν Ελλάδα και Κύπρος, παρόλο που δεν είναι υπερδυνάμεις. Όταν προτάσσουν το αυτονόητο έχουν και πιθανότητες για αποτέλεσμα. Διαφορετικά θα κινούνται μεταξύ αδιεξόδου και προσαρμογής στις τουρκικές αξιώσεις.

ΣΗΜ: Αυτή η προσπάθεια για τις αμερικανικές κυρώσεις πρέπει να πιστωθεί σε ανθρώπους που έδρασαν αθόρυβα αλλά ουσιαστικά. Ο αείμνηστος Νίκος Μούγιαρης, που χρηματοδότησε την προσπάθεια, με τις αγγελίες στη New York Times για την πώληση των F-35, οι ακτιβιστές του HALC, που ίδρυσε ο Ν. Μούγιαρης, με ηγέτη τον Έντι Ζεμενίδη, ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Μενέντεζ. Αλλά και ο δικός μας, ο Μιχάλης Ιγνατίου, όπως κι άλλοι.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *