Τα δεδομένα μετά τη διάσκεψη της Γενεύης και οι «πραγματικές πραγματικότητες» σήμερα στην Κύπρο

Ο Κύπριος κυβερνητικός εκπρόσωπος ομιλεί στους δημοσιογράφους. Φωτογραφία ΚΑΤΙ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Γράφει ο Δρ. Μιχάλης Κοντός *

Ανεξαρτήτως της όποιας κριτικής ή της όποιας θριαμβολογίας σε σχέση με το αποτέλεσμα της πρώτης φάσης της διεθνούς διάσκεψης για το κυπριακό, έχουν αναδειχθεί κάποια διπλωματικά ατού που είχε (και έχει) στα χέρια της η Κυπριακή Δημοκρατία (και κατ’ επέκταση η ελληνοκυπριακή πλευρά) και που μπορεί (ή θα μπορούσε) να χρησιμοποιήσει εν όψει της συνέχισης της διαδικασίας.

Η χρησιμότητα των εγγυήσεων

Κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα η Τουρκία απώλεσε μεγάλο μέρος της διεθνούς της αξιοπιστίας, τόσο εξ’ αιτίας της επαμφοτερίζουσας εξωτερικής της πολιτικής, όσο και λόγω του αυξανόμενου δείκτη αυταρχισμού στο εσωτερικό της χώρας. Ως αποτέλεσμα, η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την ευκαιρία να καλύψει γεωπολιτικά κενά, στο βαθμό βέβαια των δυνατοτήτων και του μεγέθους της (κάτι που έγινε εν μέρει με την προώθηση της διαδικασίας έρευνας και εκμετάλλευσης του φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ, αλλά και με τις τριμερείς συνεργασίες), αλλά και να επηρεάσει τις απόψεις τρίτων σε σχέση με το ενδεικνυόμενο αποτέλεσμα των διαδικασιών επίλυσης του κυπριακού. Κυρίως δε, αυτό το στοιχείο θα μπορούσε να αποδειχτεί καταλυτικό σε σχέση με την βασική πτυχή της διεθνούς διάστασης του κυπριακού, που είναι αυτή των εγγυήσεων.

Είναι σαφές ότι μια Τουρκία που θα εγγυάται (πόσο δε μάλλον με παρουσία στρατού και δικαίωμα επέμβασης) την ασφάλεια και εδαφική ακεραιότητα της ομόσπονδης Κύπρου θα αποτελούσε έμμεση απειλή για τα συμφέροντα και άλλων κρατών της περιοχής, αλλά και μεγάλων δυνάμεων και ιδιωτικών φορέων που διατηρούν συμφέροντα εδώ. Το γεγονός αυτό καταδεικνύεται δεδομένης της αστάθειας στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και του απρόβλεπτου στοιχείου που διέπει τον κ. Ερντογάν και την πολιτική του.

Κατά συνέπεια, υπήρχε πεδίον δόξης λαμπρό για τη δημιουργία ενός «διεθνούς κλοιού» γύρω από την Άγκυρα επί του προκειμένου, δεδομένης μάλιστα και της σοβαρής αδυναμίας της τουρκικής επιχειρηματολογίας σχετικά με την χρησιμότητα των εγγυήσεων. Όπως ορθά υπονοεί στην τοποθέτησή του κατά την πρόσφατη διεθνή διάσκεψη ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, αλλά και ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μέσω της πρότασης που παρουσίασε, οι απειλές που προβάλλει η τουρκοκυπριακή κοινότητα δεν αντιμετωπίζονται με την παρουσία τουρκικού στρατού, αλλά με την ύπαρξη κατάλληλα εξοπλισμένης και διαρθρωμένης αστυνομικής δύναμης.

Επ’ αυτού φαίνεται ότι η διεθνής κοινότητα μπορεί να δει θετικά τις απόψεις της ελληνικής και της ελληνοκυπριακής πλευράς. Εάν βέβαια είχε γίνει κατορθωτή κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα (που υπήρχαν οι διεθνοπολιτικές προϋποθέσεις) μια δημόσια δήλωση κάποιου υψηλόβαθμου Αμερικανού αξιωματούχου υπέρ της επανεξέτασης του καθεστώτος των εγγυήσεων (όπως έκανε η Μόσχα), ως επίσης και αν είχε γίνει κατορθωτή η ουσιαστική συμμετοχή των πέντε μονίμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας στη διεθνή διάσκεψη, οι προοπτικές επίτευξης του στόχου της κατάργησης των εγγυήσεων θα είχαν ενισχυθεί σημαντικά.

Συνίδρυση vs. συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας

Η ελληνοκυπριακή πλευρά προβάλλει με κάθε ευκαιρία (άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο έντονα) την ανάγκη η νέα τάξη πραγμάτων που θα προκύψει μετά τη λύση του κυπριακού να βασίζεται στη μετεξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτή η θέση έχει ουσιαστική σημασία, καθ’ ότι σε περίπτωση που συμβεί το αντίθετο, δηλαδή η νέα τάξη πραγμάτων βασιστεί στη συνίδρυση του ομόσπονδου κράτους από δύο ισότιμες οντότητες, αυτό θα εξυπακούεται, ουσιαστικά, διχοτόμηση της κυριαρχίας: τα δύο συνιδρυτικά κράτη εκχωρούν κυριαρχία στο ομόσπονδο κράτος, άρα σε περίπτωση μελλοντικού αδιεξόδου θα έχουν ισχυρά ερείσματα νομιμοποίησης της άποψης ότι το κάθε συνιδρυτικό κράτος θα μπορεί να «πάρει την κυριαρχία του και να φύγει» (όπως πράττει το Ηνωμένο Βασίλειο, αποχωρώντας από την ΕΕ).

Έχοντας αυτό υπόψη, φαίνεται ότι η τουρκική πλευρά, η οποία εμμένει στην συνίδρυση, ενδιαφέρεται περισσότερο για το προικοσύμφωνο, παρά για τον γάμο. Από την άλλη, η Κυπριακή Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη να διαφυλάξει εκ των προτέρων τα συμφέροντά της, ακόμα και σε περίπτωση κατάρρευσης μιας μελλοντικής συμφωνίας και να έχει τη δυνατότητα, εν τοιαύτη περιπτώσει, να επικαλεστεί επιστροφή στο καθεστώς του 1960.

Πριν αλλά και κατά την πρόσφατη διεθνή διάσκεψη, η Άγκυρα κατέβαλε έντονες προσπάθειες υποβάθμισης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την άλλη, η σύνθεση της διάσκεψης δεν ήταν τέτοια που να επιτρέπει την μεγιστοποίηση των διπλωματικών δυνατοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας προς την κατεύθυνσης της εδραίωσης της παρουσίας της στην μετά τη λύση τάξη πραγμάτων. Επιπλέον, το πλαίσιο λύσης που υιοθετείται κατά τον τρέχον γύρο διαπραγματεύσεων, το οποίο καθορίζεται από το κοινό ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου, του Φεβρουαρίου του 2014, δημιουργεί ένα πεδίο ασαφειών και διφορούμενων ερμηνειών εξ’ αιτίας της διαφορετικής μετάφρασης του όρου «συνιστώντα κράτη» από τις δύο πλευρές.

Συνεπώς, οι διαπραγματεύσεις προχωρούν στη βάση αυτής της ασάφειας και των διαφορετικών ερμηνειών που δίνει η κάθε πλευρά, άρα το αποτέλεσμα, λογικά (εάν και εφ’ όσον υπάρξει συμφωνία εντός αυτού του πλαισίου) θα είναι κάτι μεταξύ μετεξέλιξης και συνίδρυσης, με αμφίβολη έκβαση σε περίπτωση μελλοντικής κατάρρευσης. Εν τούτοις, η τοποθέτηση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, κ. Γκουτιέρες, ο οποίος αναφέρθηκε στην «Κυπριακή Δημοκρατία και τις κοινότητές της», αλλά και η παρουσία στη Γενεύη της ΕΕ (της οποίας η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί κράτος μέλος) διά του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενισχύουν την θέση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αποτελεί μέρος της διαδικασίας και της μελλοντικής συμφωνίας. Μένει να φανεί αν, κατά το υπόλοιπο των διαπραγματεύσεων, θα γίνει κατορθωτή η αντιμετώπιση των ασαφειών του πλαισίου με τρόπο που μια ενδεχόμενη συμφωνία να σέβεται και να περιχαρακώνει την (μετεξελισσόμενη) Κυπριακή Δημοκρατία ως τον μοναδικό και ουσιαστικό φορέα κυριαρχίας στην νέα τάξη πραγμάτων.

Οι «πραγματικές πραγματικότητες»

Και στα δύο προαναφερθέντα ζητήματα, τα δημοσίως προβαλλόμενα επιχειρήματα της τουρκικής πλευράς βασίζονται σε παρωχημένες αντιλήψεις που εδράζονται στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί κατά την περίοδο 1963-1964. Η προσπάθεια να απαλειφθεί από την ιστορία το στίγμα της παρανομίας της εισβολής του 1974, αλλά και να νομιμοποιηθούν τα τετελεσμένα της, θα συνεχιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της τρέχουσας διαδικασίας. Τόσο η θέση για συνέχιση των εγγυήσεων, όσο και εκείνη περί συνίδρυσης του ομόσπονδου κράτους, παραγνωρίζουν έναπολύ βασικό ιστορικό δεδομένο: η Κυπριακή Δημοκρατία συνέχισε την πορεία της και μετά το 1964 και μετά το 1974, απολαμβάνοντας διεθνούς αναγνώρισης και πετυχαίνοντας πρόοδο σε όλους τους τομείς.

Τόσο το 1964, όσο και το 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία διέπετο από χαμηλό δείκτη πολιτικής και δημοκρατικής ωριμότητας, που (συνεργουσών των εξωτερικών επεμβάσεων, κυρίως από πλευράς Τουρκίας) συνέβαλε στην διχοτόμηση του νησιού και στην αποξένωση των δύο κοινοτήτων. Υπήρχαν χωριστές ατζέντες μεταξύ των δύο κοινοτήτων, οι οποίες περιλάμβαναν ακόμα και την διάλυσή του κράτους. Η δημοκρατία, ως πολίτευμα, δεν ήταν εδραιωμένη και υπήρχαν αντιλήψεις περί εναλλακτικών επιλογών, πέραν της ομαλής δημοκρατικής διαδοχής. Επιπλέον, υπήρχε ένα θολό πλαίσιο διεθνούς παρεμβατισμού στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο λόγω του καθεστώτος εγγυήσεων, όσο και εξ’ αιτίας της διεθνούς έντασης που επικρατούσε λόγω Ψυχρού Πολέμου και των εσωτερικών καταστάσεων στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Όλα αυτά άλλαξαν μετά την καταστροφή του 1974, έστω και σε συνθήκες de facto διχοτόμησης. Η δημοκρατία ως πολίτευμα εδραιώθηκε και θεωρείται πλέον από τους Κύπριους ως μοναδική επιλογή (the only game in town), η βία και οι κεντρόφυγες τάσεις εξέλειπαν, οι θεσμοί εδραιώθηκαν και η οικονομία εκσυγχρονίστηκε. Τρανή απόδειξη, η εύκολη εκπλήρωση από πλευράς της Κυπριακής Δημοκρατίας των εξαιρετικά αυστηρών κριτηρίων της Κοπεγχάγης και η ένταξή της στην ΕΕ ως πλήρους μέλους (κάτι για το οποίο η Τουρκία π.χ. πασχίζει εδώ και 12 χρόνια, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα). Συχνά η τουρκική πλευρά επικαλείται τις «νέες πραγματικότητες» που υφίστανται στο νησί μετά το 1963-63 και, κυρίως, μετά το 1974 και την ανακήρυξη της «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Εν τούτοις, οι «πραγματικές πραγματικότητες» είναι αυτές που περιγράφονται πιο πάνω και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα όχι μόνο της εσωτερικής τάξης πραγμάτων εντός Κύπρου, αλλά και της περιφερειακής και διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Συνεπώς, είναι προς το συμφέρον των δύο κοινοτήτων η προσαρμογή σε αυτές. Η τουρκοκυπριακή κοινότητα δικαιούται να αισθάνεται μέρος αυτής της τάξης και μπορεί πλέον να αισθάνεται ασφαλής εντός αυτής. Ως εκ τούτου, η «επιδιόρθωση» του διαπραγματευτικού πλαισίου, με τρόπο που να αποφευχθεί οριστικά το ενδεχόμενο να χαθούν όσα με κόπο, ιδρώτα και αίμα κτίστηκαν από τον κυπριακό λαό, προβάλλει ως ύψιστη αναγκαιότητα.

  •  Λέκτορας Διεθνών Σχέσεων, Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *