Τα έγγραφα που κατατέθηκαν το 2009 από τις δυο πλευρές για το κεφάλαιο της Ασφάλειας

FILE PHOTO. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες σε γεύμα στο Κραν Μοντάνα με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Νίκο Αναστασιάδη και τον κατοχικό ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί. ΚΥΠΕ/ Κάτια Χριστοδούλου

Κατά τη  σημερινή μέρα στη Διάσκεψη για την Κύπρο (3 Ιουλίου 2017) αναμένεται να κατατεθούν έγγραφα την ασφάλεια και τις εγγυήσεις από όλες τις πλευρές. Προκειμένου να υπάρχει ένα υπόβαθρο αξιολόγησης των εγγράφων αυτών, παρουσιάζονται τα έγγραφα που κατατέθηκαν στις συνομιλίες το 2009, την τελευταία φορά που έγινε κατάθεση εγγράφων για τα ζητήματα αυτά.

Η Ελληνοκυπριακή πλευρά είχε καταθέσει δύο έγγραφα. Το πρώτο έγγραφο κατατέθηκε στις 9 Ιουλίου. Το δεύτερο κατατέθηκε δώδεκα μέρες μετά, στις 17 Ιουλίου, ως απάντηση στο τουρκικό έγγραφο. 

To περιεχόμενο του πρώτου Ελληνοκυπριακού εγγράφου

Το  πρώτο έγγραφο που κατέθεσε η Ελληνοκυπριακή πλευρά είχε έκταση πέντε σελίδων αναφοράς.  Στο έγγραφο εκφράζεται η άποψη ότι η ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ έχει δημιουργήσει μια νέα προοπτική για τον λαό της Κύπρου, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Δεν υπάρχει ανάγκη «να επιστρέψουν στο αναχρονιστικό σύστημα ασφαλείας της Συνθήκης Εγγυήσεως και της Συνθήκης Συμμαχίας». Αυτή η προοπτική που προσφέρει η ΕΕ θα ενδυναμωθεί περαιτέρω με την επικύρωση μιας συμφωνημένης λύσης του Κυπριακού από τις δύο κοινότητες σε ξεχωριστά δημοψηφίσματα. Τα δικαιώματα του Ομόσπονδου Κράτους, των ομόσπονδων τμημάτων και των δύο κοινοτήτων της Κύπρου θα διασφαλίζονται από την ΕΕ, η οποία προσφέρει μια ομπρέλα προστασίας που εγγυάται ένα ασφαλές μέλλον για όλους τους πολίτες χωρίς τον φόβο των διακοινοτικών προστριβών, πολιτικών ή στρατιωτικών επεμβάσεων από τρίτα κράτη. Η ΕΕ προσφέρει επίσης περιφερειακή σταθερότητα και καλές σχέσεις γειτονίας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και  Βασικών Ελευθεριών θα προστατεύσει περαιτέρω τα άτομα και τα δικαιώματά τους.

Στο έγγραφο σημειώνεται ότι υπήρξαν κάποιες συγκλίσεις στην Ομάδα Εργασίας για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις και διαπιστώνει ότι παραμένουν ουσιαστικές διαφωνίες πάνω σε θεμελιώδη ζητήματα. Υποστηρίζεται ότι τα επεμβατικά δικαιώματα υφιστάμενων ή μελλοντικών κρατών μελών της ΕΕ δεν θα προσδώσουν κανένα όφελος στην Κύπρο, ένα κράτος μέλος της ΕΕ. Πρόσθεσε, επίσης, ότι η Κύπρος θα πρέπει να συμμετέχει επί ίσοις όροις σε όλους τους πυλώνες της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου και του πυλώνα της ασφάλειας. Στο έγγραφο εκφράζεται η άποψη ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων νιώθει ανασφαλής έναντι των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας, ιδιαίτερα έναντι του δικαιώματος μονομερούς επέμβασης και παρουσίας ελληνικών και τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων στην Κύπρο, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους. Αυτό το αίσθημα διαπιστώνεται από το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν. Εκτός από το γεγονός ότι οι πρόνοιες των Συνθηκών αυτών παραβιάζουν τον Καταστατικό Χάρτη των ΗΕ και το Διεθνές Δίκαιο, η πιθανή παρουσία ξένων στρατευμάτων μετά τη λύση θα έχει αρνητικές επιπτώσεις και «θα ενθαρρύνει εθνικιστικά αισθήματα».

Υποστηρίζεται επίσης ότι η συνεχής επίκληση των γεγονότων του 1963 και του 1974 για τη συνέχιση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στο νησί δεν είναι πειστική. Το γεγονός ότι από το 2003 πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 10 εκατομμύρια «διαβάσεις» Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, χωρίς οποιοδήποτε επεισόδιο βίας, αποτελεί απόδειξη ότι οι δύο κοινότητες μπορούν να ζήσουν και να εργαστούν από κοινού υπό καθεστώς ειρήνης.

 

Το έγγραφο τονίζει ότι ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα ασφάλειας για τους Ελληνοκύπριους είναι το ζήτημα των χρονοδιαγραμμάτων για την εφαρμογή της λύσης, ιδιαίτερα ο τρόπος διαχείρισης των μεταβατικών περιόδων. Άλλες βασικές παράμετροι που θα επηρεάσουν τη στάση των Ελληνοκυπρίων, αφορούν την ταχεία ολοκλήρωση της αποστρατικοποίησης της «Ενωμένης Κυπριακής Δημοκρατίας», την αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων και τη διάλυση όλων των κυπριακών δυνάμεων. Επιπλέον, καθοριστικής σημασίας για τους Ελληνοκύπριους είναι η ανάληψη της ευθύνης για την ασφάλεια του κράτους από τις ομοσπονδιακές αρχές σε συνεργασία με τη δύναμη των ΗΕ το συντομότερο δυνατό μετά την επικύρωση της συμφωνίας.

Το έγγραφο επικεντρώνεται και στα στοιχεία εκείνα που θα θεμελιώσουν «ένα αξιόπιστο μηχανισμό εφαρμογής μιας διευθέτησης». Παρουσιάζονται έξι στοιχεία που θα συναποτελέσουν ένα σχέδιο για μια συνολική διευθέτηση, η οποία «θα μπορέσει να εξασφαλίσει την ειρήνη, την ασφάλεια και την εφαρμογή της λύσης»:

  1. Απαιτούνται αξιόπιστες διεθνείς εγγυήσεις που θα διασφαλίζουν την εφαρμογή της λύσης, «με σοβαρές συνέπειες για οποιοδήποτε μέρος παραβιάσει τους όρους της διευθέτησης και απειλήσει την κυριαρχία και την ενότητα του κράτους», κατά την έκφρασή του. Προτείνεται η λήψη απόφασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας κάτω από το Κεφάλαιο VII, για την εξουσιοδότηση μιας «Δύναμης Επιβολής των Ηνωμένων Εθνών», η οποία, μαζί με μια «Επιτροπή Παρακολούθησης», θα διασφαλίσει την ομαλή και ειρηνική εφαρμογή των όρων της λύσης. Ο Γενικός Γραμματέας θα κάνει συχνές εκθέσεις για την κατάσταση επί του εδάφους. Η Επιτροπή Παρακολούθησης, η οποία θα αποτελείται από όλα τα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, θα εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη και θα συνεργάζεται με όλες τις πλευρές, θα αξιολογεί την πρόοδο επί του εδάφους, θα δίνει έγκυρη προειδοποίηση για πιθανές παραβιάσεις των προνοιών της συμφωνίας και θα εισηγείται την ανάληψη δράσης όπου και όποτε χρειαστεί.
  2. Προτείνεται όπως η ΕΕ διαδραματίσει κάποιο ρόλο στην εφαρμογή της διευθέτησης, στη βάση τριών επιχειρημάτων: (1) έχει κάποιο ρόλο σε ειρηνευτικές αποστολές, (2) δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη για την εφαρμογή μιας λύσης στην Κύπρο και (3) η Τουρκία, η οποία επιδιώκει να ενταχθεί στην ΕΕ, δεν θα πρέπει να έχει αντίρρηση σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο.
  3. Στόχος είναι η πλήρης αποστρατικοποίηση της «Ενωμένης Ομόσπονδης Κυπριακής Δημοκρατίας», όπως ορίζεται σε διάφορα Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας. Μια αποστρατικοποιημένη «Ενωμένη Ομόσπονδη Κυπριακή Δημοκρατία», με μια Δύναμη των ΗΕ υπεύθυνη για την εφαρμογή της διευθέτησης, είναι ο πιο αποτελεσματικός, λογικός και νόμιμος τρόπος για τη διασφάλιση της ειρήνης.
  4. Μακροχρόνια χρονοδιαγράμματα στην εφαρμογή της διευθέτησης δεν είναι αποδεχτά, ούτε γίνεται αποδεχτός ένας παθητικός ρόλος για τη Δύναμη των ΗΕ.
  5. Η παρουσία εποίκων αποτελεί μια επιπλέον απειλή κατά της ασφάλειας. Πολλοί από τους εποίκους έχουν υπηρετήσει στις Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις και έτυχαν μακρόχρονης στρατιωτικής εκπαίδευσης.
  6. Η Ευρωπαϊκή Ένωση περιορίζει την πιθανότητα συγκρούσεων στο εσωτερικό των κρατών μελών της ή ανάμεσα στα κράτη μέλη της. Οι απειλές που θα αντιμετωπίσει «μια επανενωμένη Κύπρος» και θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, απορρέουν από τρέχουσες «προκλήσεις ασφάλειας», όπως η τρομοκρατία. Τέτοιου είδους απειλές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από μια «επανενωμένη Κύπρο», ως μέρος των υποχρεώσεών της έναντι της ΕΕ και ως μέρος άλλων διεθνών υποχρεώσεων. Γι’ αυτό τον λόγο, «το ομόσπονδο κράτος θα χρειαστεί να έχει ανάλογες μη στρατιωτικές δομές ασφαλείας».

Σύμφωνα με το έγγραφο, στην Ομάδα Εργασίας για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις υπήρξε σύγκλιση για το ζήτημα αυτό. «Συμφωνήσαμε», υποστηρίζεται, «ότι το ομόσπονδο κράτος θα έχει μια ισχυρή και δυναμική ομοσπονδιακή αστυνομική δύναμη, ακτοφυλακή, εθνική αρχή ασφαλείας, κέντρο διαχείρισης κρίσεων, μονάδα εναέριας ασφάλειας και μια μονάδα πληροφοριών για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος».

Ως παράδειγμα για την ανάγκη συμμετοχής «μιας επανενωμένης Κύπρου»  σε μη στρατιωτικές δραστηριότητες της ΕΠΑΑ, το οποίο τεκμηριώνει και την ανάγκη διάθεσης της επικράτειας της Κύπρου σε διεθνείς αποστολές, οι οποίες θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται είτε από το Συμβούλιο Ασφαλείας είτε από το Συμβούλιο της ΕΕ, παρατέθηκε η κρίση στον Λίβανο το 2006 και η συνεισφορά της Κύπρου στην αντιμετώπιση της κρίσης αυτής. Ο κ. Χριστόφιας τόνισε ότι τέτοιου είδους αποφάσεις που θα αφορούν είτε τη συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΠΑΑ είτε τη διάθεση της επικράτειας της χώρας σε διεθνείς αποστολές θα πρέπει να λαμβάνονται από «την Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση της Κύπρου και όχι από τρίτα κράτη».

To περιεχόμενο του τουρκικού εγγράφου

Η τουρκική πλευρά παρουσίασε έγγραφο με τίτλο «Σημεία της Τουρκοκυπριακής Πλευράς για το Ζήτημα της Ασφάλειας και των Εγγυήσεων». Το έγγραφο ασχολείται με έξι επιμέρους πτυχές. Αρχικά γίνεται αναφορά στις Συνθήκες που υπογράφηκαν το 1960. Υποστηρίζεται ότι ο συνεταιρισμός του 1960—δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία—εγκαθιδρύθηκε μέσω διεθνών συμφωνιών ανάμεσα στους Τουρκοκύπριους και τους Ελληνοκύπριους, από τη μια, και τις εγγυήτριες δυνάμεις, από την άλλη. Αυτές οι Συνθήκες δημιούργησαν μια νέα κατάσταση πραγμάτων, η οποία αντανακλά ένα εσωτερικό ισοζύγιο ανάμεσα στις «δύο πλευρές» στο νησί και ένα εξωτερικό ισοζύγιο ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Το τελευταίο επιβεβαιώνει το ελληνοτουρκικό ισοζύγιο που θεσμοθετήθηκε με τη Συνθήκη της Λοζάννης το 1923. Σύμφωνα με το τουρκικό έγγραφο, οι Συνθήκες του 1960 μπορούν να αναθεωρηθούν μόνο μέσω μιας διαδικασίας που να εμπλέκει τις εγγυήτριες δυνάμεις, την ελληνοκυπριακή πλευρά και την τουρκοκυπριακή πλευρά, οι οποίες θα δώσουν τη συγκατάθεσή τους. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, στο πλαίσιο των συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων μπορούν να συζητηθούν μόνο θέματα ασφάλειας που δεν σχετίζονται με τις Συνθήκες του 1960.

Στο έγγραφο γίνεται μια ιστορική ανάλυση των Συνθηκών του 1960, σύμφωνα με την οποία το καθεστώς εγγυήσεων και η παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στο νησί είναι αναγκαία για την τουρκοκυπριακή κοινότητα, λόγω των γεγονότων του 1960 και λόγω της αποτυχίας των Ηνωμένων Εθνών να προστατεύσουν τους Τουρκοκύπριους. Σύμφωνα με το έγγραφο, οι Τουρκοκύπριοι υπέστησαν επίθεση και αναγκάστηκαν να ζουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. Υποστηρίζεται, επίσης, ότι η απουσία ένοπλης αντιπαράθεσης στο νησί σήμερα είναι ένας ισχυρός παράγοντας που δικαιώνει το σύστημα εγγυήσεων και συνηγορεί στη συνέχισή του.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις πρόσφατες αποτυχίες του συλλογικού συστήματος ασφάλειας του ΟΗΕ και στην αδυναμία των διακανονισμών ασφάλειας της ΕΕ, όπως και την ανεπάρκεια άλλων περιφερειακών θεσμών ασφάλειας, στην αντιμετώπιση εθνοτικών αντιπαραθέσεων και στον τερματισμό ένοπλων συγκρούσεων. Η αποτυχία του ΟΗΕ την περίοδο 1963-74, θεωρείται ως ένα στοιχείο καθοριστικής σημασίας. Οι Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να εμπιστεύονται οποιονδήποτε άλλο εγγυητή εκτός από την Τουρκία. Η εμπειρία του παρελθόντος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συνέχιση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας έχουν ζωτική σημασία για τους Τουρκοκύπριους.

Γίνεται επίσης μια διευκρίνιση για το ζήτημα της «ανάληψης μονομερούς δράσης». Αυτό, σημειώνεται στο τουρκικό έγγραφο, δεν θα πρέπει να γίνεται παρά μόνο όταν υπάρχουν σοβαρές απειλές εναντίον της νέας κατάστασης πραγμάτων, η οποία θα εγκαθιδρυθεί μετά τον συνολικό διακανονισμό του κυπριακού προβλήματος. Για να δώσει περισσότερη «εγκυρότητα» στα επιχειρήματά της, η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η Τουρκία περίμενε 11 χρόνια πριν να «παρέμβει» στο νησί και η «παρέμβασή» της ήταν αποτέλεσμα του στρατιωτικού πραξικοπήματος της Ελλάδας, το οποίο αποτέλεσε μια σοβαρή απειλή ενάντια στη φυσική ύπαρξη του τουρκοκυπριακού «λαού», όπως σημειώνεται στο έγγραφο.

Με βάση τα πιο πάνω, η Συνθήκη Εγγυήσεως πρέπει να παραμείνει σε ισχύ και να καλύπτει mutatis mutandis τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Δηλαδή, «επιπρόσθετα από την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και συνταγματική τάξη το νέου συνεταιρικού κράτους», η Συνθήκη Εγγυήσεως θα πρέπει να καλύπτει και «την ανεξαρτησία, εδαφική ακεραιότητα, ασφάλεια και συνταγματική τάξη των συνιστώντων κρατών». «Αυτό» συνεχίζει το έγγραφο, «είναι ένα ουσιώδες στοιχείο για τη διατήρηση του διζωνικού χαρακτήρα της ομοσπονδίας μας και της βιωσιμότητας της διευθέτησης». Οι αναφορές για τις Συνθήκες του 1960 ολοκληρώνονται με την έκφραση της θέσης ότι θα πρέπει να γίνουν «οι αναγκαίες αναθεωρήσεις» στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, προκειμένου να αντανακλά τη νέα κατάσταση πραγμάτων στην Κύπρο. Αυτή η αναφορά στην Συνθήκη Εγκαθίδρυσης δεν είναι καθόλου διευκρινιστική.

Το δεύτερο σημείο του τουρκικού εγγράφου αναφέρεται στην αποστρατικοποίηση. Υποστηρίζεται η αποστρατικοποίηση μιας «ενωμένης Κύπρου», σύμφωνα με τις σχετικές πρόνοιες των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας. Η διευθέτηση θα προνοεί τη διάλυση «των τοπικών δυνάμεων των δύο πλευρών στο νησί [δηλαδή των ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών δυνάμεων] και επιπλέον τη μείωση των τουρκικών και των ελληνικών δυνάμεων που σταθμεύουν στο νησί σε ένα συμφωνημένο επίπεδο».

Το τρίτο σημείο του εγγράφου αναφέρεται στον ρόλο που θα έχει η Κύπρος στην εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ. Υποστηρίζεται ότι μια αποστρατικοποιημένη Κύπρος θα μπορεί να συμμετέχει μόνο στις μη στρατιωτικές πτυχές της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΕΠΑΑ, η οποία έχει επονομαστεί σήμερα σε «Κοινή Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή της Κύπρου στο μη στρατιωτικό σκέλος της ΕΠΑΑ είναι ο πλήρης σεβασμός των προνοιών του κειμένου της συνολικής διευθέτησης και των προνοιών των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας «και σε καμιά περίπτωση δεν θα υπονομεύει [η συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΠΑΑ] αυτές τις πρόνοιες».

Το τέταρτο σημείο του τουρκικού εγγράφου αφορά τη χρήση της επικράτειας της «ενωμένης Κύπρου» για διεθνείς στρατιωτικές αποστολές. Υποστηρίζεται ότι, «λαμβάνοντας υπόψη το αποστρατικοποιημένο καθεστώτος της ενωμένης Κύπρου, την ισορροπία που εγκαθιδρύθηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία στην περιοχή και την ευαίσθητη φύση των διακανονισμών ασφαλείας, η ενωμένη Κύπρος, προσωρινά, δεν θα πρέπει να είναι ικανή να θέσει την επικράτειά της στη διάθεση διεθνών στρατιωτικών αποστολών, που θα αποβλέπουν στη συμβολή στην περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα, παρά μόνο εάν και τα δύο συνιστώντα κράτη, όπως και η Ελλάδα και η Τουρκία, δώσουν από κοινού τη συγκατάθεσή τους».

Τα δύο τελευταία σημεία του εγγράφου αφορούν (1) τον ρόλο της ειρηνευτικής αποστολής του ΟΗΕ μετά από μια συνολική διευθέτηση και (2) τους μεταβατικούς διακανονισμούς σε σχέση με τις εδαφικές αναπροσαρμογές και τους διακανονισμούς ασφάλειας. Όσον αφορά το πρώτο, υποστηρίζεται η δημιουργία μιας δύναμης του ΟΗΕ, η οποία θα έχει ρόλο παρατηρητή, με στόχο να διευκολύνει την εφαρμογή της συμφωνίας. Υποστηρίζεται επίσης ότι οι όροι εντολής της δύναμης «θα είναι σύμφωνοι με το σύστημα εγγυήσεων». «Δεν θα πρέπει να υπάρχει ιεραρχία μεταξύ της δύναμης των ΗΕ και των δυνάμεων [τουρκικών και ελληνικών] που θα παραμείνουν στο νησί κάτω από τις πρόνοιες τη Συνθήκης Συμμαχίας», συνεχίζει το έγγραφο. Τέλος, όσον αφορά τη μεταβατική περίοδο μετά την επίτευξη συμφωνίας, «μέχρις ότου συμπληρωθεί η διαδικασία που θα αφορά τις πιθανές εδαφικές αναπροσαρμογές και τους διακανονισμούς ασφαλείας, όλες αυτές οι περιοχές [που θα τύχουν αναπροσαρμογής] θα πρέπει να παραμείνουν κάτω από τη διοίκηση της συνιστώσας πολιτείας, ο πληθυσμός της οποίας θα χρειαστεί να επανεγκατασταθεί σε άλλες περιοχές». «Δεν θα υπάρξει καμία ανάμειξη των αρχών των ΗΕ ή της άλλης συνιστώσας πολιτείας, μέχρις ότου ολοκληρωθεί η επανεγκατάσταση αυτών των ατόμων», καταλήγει το έγγραφο.

Είναι ξεκάθαρο ότι το τουρκικό έγγραφο επαναλαμβάνει τις πρόνοιες του Σχεδίου Ανάν για τα ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια, τις εγγυήσεις, τη συμμετοχή της Κύπρου στην ΕΠΑΑ, τη χρήση της επικράτειας της Κύπρου για σκοπούς διεθνών στρατιωτικών αποστολών, τον ρόλο της δύναμης των ΗΕ και τις μεταβατικές διατάξεις για τα εδάφη που θα τύχουν αναπροσαρμογής, καθώς επίσης δίνει μια τυπική τουρκική ερμηνεία του συστήματος ασφαλείας του 1960 και των Συνθηκών που συνδέονται με αυτό. Επαναφέρεται, τέλος, η θέση ότι πρέπει να αναθεωρηθεί και η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, χωρίς όμως να δίνονται περεταίρω εξηγήσεις.

To περιεχόμενο του δεύτερο Ελληνοκυπριακού εγγράφου

Η ελληνοκυπριακή πλευρά κατέθεσε ένα δεύτερο, δεκασέλιδο έγγραφο με τίτλο «Παρατηρήσεις της Ελληνοκυπριακής Πλευράς στο Έγγραφο της Τουρκοκυπριακής Πλευράς Ημερομηνίας 9/7/2009». Σε αυτό το έγγραφο καταγράφονται οι θέσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς. Στο έγγραφο δίνονται απαντήσεις στους τουρκικούς ισχυρισμούς που αφορούν (1) τη δικαίωση του συστήματος συμμαχίας και εγγυήσεων του 1960, (2) την ανάγκη συνέχισης και επέκτασης αυτού του συστήματος στο πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης του Κυπριακού, (3) την ανάγκη επιβολής περιορισμών στην άσκηση κυριαρχίας από το κυπριακό κράτος στο πλαίσιο μιας διευθέτησης και (4) την ανάγκη παραχώρησης προνομίων σε τρίτα κράτη.

Σύμφωνα με το ελληνοκυπριακό έγγραφο, το σύστημα ασφάλειας του 1960 βασίστηκε στη συγκυρία του Ψυχρού Πολέμου, στην ένταση των σχέσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, την πολιτική αποαποικιοποίησης και τα διακοινοτικά επεισόδια. Όλα αυτά οδήγησαν στη συνομολόγηση των Συνθηκών Εγκαθίδρυσης, Συμμαχίας και Εγγυήσεως, οι οποίες περιόριζαν τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην ουσία έδωσαν στο κράτος της Κύπρου μια ατελή ανεξαρτησία. Σήμερα, αυτές οι Συνθήκες θα μπορούσαν να θεωρηθούν άκυρες (void) για δύο λόγους: Πρώτο, παραβιάζουν βασικές αρχές και κανόνες του Διεθνούς Δικαίου και, δεύτερο, υπήρξε ουσιώδης παραβίαση των Συνθηκών αυτών από μέρους των Εγγυητριών Δυνάμεων, με τρόπο που είναι ασύμβατος με τους στόχους και τους σκοπούς που υπηρετούν. Παρόλ’ αυτά, αναφέρεται στο έγγραφο, η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι οι Συνθήκες αυτές παραμένουν σε ισχύ, από τη στιγμή που η διαδικασία που προβλέπεται από το Δίκαιο των Συνθηκών (Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών του 1969) και αφορούν τον τερματισμό της ισχύος τους δεν έχει ακολουθηθεί. Θεωρητικά οι Συνθήκες αυτές θα μπορούσαν να τερματιστούν εάν η Κυπριακή Δημοκρατία προέβαινε στις απαραίτητες—σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο—ενέργειες.

Στο έγγραφο απορρίπτεται η θέση της τουρκοκυπριακής κοινότητας για τη λεγόμενη «ισορροπία» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία ως αναγκαίο στοιχείο των Συνθηκών αυτών, όπως επίσης απορρίπτεται η διατήρηση των Συνθηκών αυτών στο πλαίσιο μιας διευθέτησης. Αρχικά, επισημαίνεται στο έγγραφο, η έννοια της «ισορροπίας» είναι ανακριβής και αυθαίρετη, αν ληφθεί υπόψη ότι η Τουρκία διαθέτει δύναμη τακτικού στρατού περίπου 800,000 ανδρών, ενώ η Ελλάδα περίπου 130,000. Η Τουρκία απέχει από την Κύπρο μόλις 40 μίλια ενώ η Ελλάδα απέχει 300 μίλια. Ένα τουρκικό αεροσκάφος μπορεί να πλήξει την Κύπρο σε 3 λεπτά. Αυτά είναι στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη, από τη στιγμή μάλιστα που η Εθνική Φρουρά θα διαλυθεί και η Κύπρος θα μείνει χωρίς άμυνα.

Το επιχείρημα της τουρκικής πλευράς για την ανάγκη διατήρησης της «ισορροπίας» που θεσμοθετήθηκε ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία με τη Συνθήκη της Λοζάννης θεωρείται προβληματικό, αν λάβει κανείς υπόψη ότι τότε η Κύπρος ήταν κάτω από βρετανική διοίκηση. Η μόνη αναφορά που γίνεται στη Συνθήκη της Λοζάννης για την Κύπρο είναι η οικειοθελής απόφαση της Τουρκίας να παραιτηθεί από κάθε δικαίωμά της έναντι της Κύπρου. Ταυτόχρονα, η τουρκοκυπριακή πλευρά παραβλέπει ένα βασικό κανόνα του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο οι Συνθήκες, όπως αυτή της Λοζάννης, δεσμεύουν μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη και δεν μπορούν να έχουν οποιανδήποτε δεσμευτική ισχύ έναντι άλλων κρατών, πόσο μάλλον έναντι κρατών τα οποία δεν υπήρχαν καν όταν συνομολογήθηκαν οι Συνθήκες αυτές, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία.

Η απάντηση επί των τουρκικών θέσεων συνεχίζει με αναφορά στο επιχείρημα ότι οι Συνθήκες του 1960 δημιούργησαν μια νέα κατάσταση πραγμάτων στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα, υποστηρίζει το ελληνοκυπριακό έγγραφο, οι Συνθήκες αυτές δεν δημιούργησαν απλά μια νέα κατάσταση πραγμάτων, αλλά ένα νέο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία. Το τουρκικό/τουρκοκυπριακό επιχείρημα ότι οι Συνθήκες του 1960 μπορούν να αναθεωρηθούν μόνο από τα συμβαλλόμενα μέρη, τα οποία είναι (κατά τον τούρκικο ισχυρισμό) οι τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και οι δύο κοινότητες της Κύπρου, παραβλέπει το γεγονός ότι Συνθήκες συνομολογούνται μόνο μεταξύ κυρίαρχων κρατών και όχι μεταξύ κοινοτήτων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Συνθήκες του 1960 συνομολογήθηκαν από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις και την Κυπριακή Δημοκρατία. Επομένως, η αναθεώρηση των Συνθηκών του 1960 δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο, δηλαδή με τη συμμετοχή όλων των συμβαλλόμενων μερών, τουτέστιν των τριών εγγυητριών δυνάμεων και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τέλος, το τουρκοκυπριακό επιχείρημα ότι οι ηγέτες των δύο κοινοτήτων μπορούν να συζητήσουν μόνο ζητήματα ασφάλειας που δεν σχετίζονται με τις Συνθήκες του 1960 δεν βρίσκει σύμφωνη την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η αναθεώρηση των Συνθηκών αυτών πρέπει να γίνει με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων κρατών, τίποτα όμως δεν εμποδίζει τις δύο κοινότητες να συζητήσουν όλα τα ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας, τα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνουν και ζητήματα που άπτονται των ίδιων των Συνθηκών του 1960. Εάν τεθεί ζήτημα για μια διεθνή διαδικασία, η ελληνοκυπριακή κοινότητα «δεν θα στεκόταν εμπόδιο στη συζήτηση των Συνθηκών του 1960 μεταξύ των μερών, τα οποία είναι οι εγγυήτριες δυνάμεις και η Κυπριακή Δημοκρατία και όχι οι δύο κοινότητες». Επί του συγκεκριμένου ζητήματος σημειώνεται ότι η Ελλάδα έχει ήδη διακηρύξει τη θέση της για κατάργηση των Συνθηκών Εγγυήσεως και Συμμαχίας, όπως επίσης  η Βρετανία έχει εκφράσει την ετοιμότητά της να συζητήσει οτιδήποτε συμφωνηθεί από τα μέρη και αφορά τις Συνθήκες Εγγυήσεως και Συμμαχίας.

Όσον αφορά την Συνθήκη Εγγυήσεως, το ελληνοκυπριακό έγγραφο σημειώνει τις πρόνοιες του Άρθρου 2 και του Άρθρου 4.  Τονίζεται ότι σε περίπτωση παραβίασης των προνοιών του Άρθρου 2 και ενόσω η κοινή ή συντονισμένη δράση δεν είναι δυνατή, το δικαίωμα ανάληψης δράσης που παραχωρείται σε καθεμία από τις εγγυήτριες δυνάμεις αποβλέπει (σύμφωνα με το Άρθρο 4) μόνο στην επαναφορά της κατάστασης πραγμάτων που δημιουργείται από τη Συνθήκη αυτή. Ταυτόχρονα, σύμφωνα και με το Διεθνές Δίκαιο, σε καμιά περίπτωση η Συνθήκη Εγγυήσεως δεν παράγει δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης. Εξάλλου, η ουσία της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι η παρεμπόδιση της ένωσης της Κύπρου με άλλο κράτος και η παρεμπόδιση της διχοτόμησης του νησιού. Παρόλ’ αυτά, σημειώνεται στο έγγραφο, «το σύστημα ασφάλειας που δημιούργησαν οι Συνθήκες αυτές δεν προστάτευσαν το κράτος της Κύπρου, επειδή η παρέμβαση της ελληνικής Χούντας, την οποία ακολούθησε η εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων, οδήγησαν στη de facto διχοτόμηση, η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα».

Το γεγονός ότι το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως δεν δίνει σε καμιά περίπτωση το δικαίωμα χρήσης φυσικής βίας από μια εγγυήτρια δύναμη, μπορεί να γίνει κατανοητό και από την εμμονή της Τουρκίας—την περίοδο κατά την οποία συζητείτο η Συνθήκη αυτή (1959-60)—για συμπερίληψη του όρου «στρατιωτική δράση» στις πρόνοιες της Συνθήκης. Το αίτημα αυτό δεν έγινε αποδεκτό.

Στο ελληνοκυπριακό έγγραφο σημειώνεται ακόμα πως, έστω και αν γινόταν αναφορά σε στρατιωτική επέμβαση, μια τέτοια αναφορά δεν θα είχε οποιαδήποτε νομική ισχύ. Σύμφωνα με το Άρθρο 53 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, καμιά πράξη επιβολής δεν μπορεί να αναληφθεί με περιφερειακές διευθετήσεις ή από περιφερικούς δρώντες χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας. Όπως επίσης, σύμφωνα με το Άρθρο 103 του Καταστατικού Χάρτη, σε περίπτωση σύγκρουσης ανάμεσα στις υποχρεώσεις των κρατών μελών του ΟΗΕ που απορρέουν από τον Χάρτη αυτό με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από άλλες διεθνείς συμβάσεις, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον Χάρτη θα πρέπει να υπερισχύουν. Ταυτόχρονα, η τουρκική ερμηνεία που δίνεται για το Άρθρο 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι αντίθετη με την πρόνοια του Άρθρου 2(4) του Καταστατικού Χάρτη, σύμφωνα με την οποία όλα τα κράτη μέλη του ΟΗΕ θα αποφεύγουν τη χρήση ή την απειλή χρήσης βίας ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα ή την πολιτική ανεξαρτησία άλλων κρατών. Υπάρχει, τέλος, και η Γνωμάτευση του Νομικού Τμήματος των ΗΕ, (γνωστή και ως η Γνωμάτευση του Καθηγητή Kelsen), σύμφωνα με την οποία κανένα δικαίωμα στρατιωτικής επέμβασης δεν παρέχεται αυτόματα από τις πρόνοιες της Συνθήκης Εγγυήσεως, ούτε και αυτή η Συνθήκη μπορεί να προσδώσει στις εγγυήτριες δυνάμεις δικαίωμα χρήσης βίας, ένα δικαίωμα το οποίο δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση αυτοάμυνας ή κατόπιν εξουσιοδότησης από τα ΗΕ ή κατόπιν πρόσκλησης από την Κυπριακή Δημοκρατία.

Το έγγραφο συνεχίζει με απάντηση στην τουρκική θέση ότι η απουσία ένοπλων συγκρούσεων στην Κύπρο εδώ και πολλά χρόνια είναι αποτέλεσμα των αποτρεπτικών δυνατοτήτων του συστήματος εγγυήσεων, γεγονός που το καθιστά αναγκαίο και απαραίτητο στο πλαίσιο μιας διευθέτησης. Αυτή η ερμηνεία δεν γίνεται αποδεχτή από την ελληνοκυπριακή κοινότητα. Η τουρκική θέση αγνοεί τις συνεχείς επιπτώσεις και τις οδυνηρές συνέπιες στις οποίες υπόκεινται οι Ελληνοκύπριοι από το 1974 έως και σήμερα. Επί του συγκεκριμένου ζητήματος, το ελληνοκυπριακό έγγραφο θέτει ένα ερώτημα: Ποιος θα μπορέσει να πείσει τους Ελληνοκύπριους να αποδεχθούν ένα σχέδιο λύσης σε δημοψήφισμα, εάν δεν καταργηθεί το σύστημα εγγυήσεων του 1960;

Επιπλέον, το ελληνοκυπριακό έγγραφο υποστηρίζει ότι η τουρκοκυπριακή πλευρά παρουσιάζει τα γεγονότα των ετών 1963 και 1974 με μονόπλευρο τρόπο. Οι Ελληνοκύπριοι έχουν τη δική τους ευθύνη για τα γεγονότα, υποστηρίζεται, αλλά δεν μπορεί να παραβλέπει κάποιος τα διχοτομικά σχέδια της Τουρκίας, τα οποία προϋπήρχαν του 1963, τις δολοφονίες Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι μάχονταν υπέρ της συμβίωσης με τους Ελληνοκύπριους την περίοδο 1957-58 και 1960-65, τους βομβαρδισμούς της Τυλληρίας το 1964 από την τουρκική αεροπορία, που σκόρπισαν τον θάνατο και την καταστροφή, την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τους θεσμούς της Κυπριακής Δημοκρατίας κατόπιν τουρκικού σχεδίου, το οποίο υπήρχε επίσης πριν από το 1963, όπως επίσης και τις απειλές που δέχθηκαν οι Τουρκοκύπριοι δικαστές προκειμένου να παραιτηθούν από το αξίωμά τους.

Τα σχέδια της Τουρκίας για εισβολή στην Κύπρο, υποστηρίζεται στο έγγραφο, χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1960. Ο λόγος που η Τουρκία δεν εισέβαλε στην Κύπρο πριν από το 1974 ήταν διότι αποτράπηκε από τρίτα μέρη. Για παράδειγμα, έγιναν συστάσεις και προειδοποιήσεις προς την Τουρκία από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Lyndon Johnson, και τον ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης, Nikita Khrushchev. Επίσης, το Ψήφισμα 186/64 αναδεικνύει την ευθύνη της Τουρκίας για την κατάσταση στο νησί και επιβεβαιώνει τη συνέχιση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπλέον, γίνεται αναφορά στην έκθεση Ghalo Plaza του 1965, η οποία αποδίδει ευθύνες στην τουρκική πλευρά για τα γεγονότα που προκλήθηκαν στην Κύπρο τη δεκαετία του 1960. Τόσο ο κ. Plaza, όσο και ο προκάτοχός του, κ. Tuomioja, εξέφρασαν την κατηγορηματική τους διαφωνία σε ένα γεωγραφικό διαχωρισμό των δύο κοινοτήτων.

Το επιχείρημα της τουρκικής πλευράς, το οποίο αναπτύχθηκε στις προηγούμενες συναντήσεις (όχι κατ’ ανάγκη στο έγγραφο της 9ης Ιουλίου 2009), ότι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας των «συνιστωσών πολιτειών» δεν εξυπηρετεί οποιουσδήποτε αποσχιστικούς σκοπούς, αλλά μόνο τη διασφάλιση των διοικητικών συνόρων των «συνιστωσών πολιτειών», δεν γίνεται αποδεχτό από την ελληνοκυπριακή κοινότητα.  Αντ’ αυτού, προτείνεται συμφωνία για την αναθεώρηση των διοικητικών συνόρων μόνο κατόπιν αποδοχής μιας τέτοιας αναθεώρησης από τις ομόσπονδες μονάδες («federal units»)  στο πλαίσιο ξεχωριστών δημοψηφισμάτων.  Υποστηρίζεται επίσης ότι η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας μπορεί να αφορά, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο, μόνο κράτη και όχι ομόσπονδες μονάδες.

Στο ελληνοκυπριακό έγγραφο καταγράφεται διαφωνία και για τον τρόπο με τον οποίο τοποθετείται η τουρκοκυπριακή κοινότητα στο ζήτημα της αποστρατικοποίησης. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα επαναλαμβάνει τη θέση της για πλήρη αποστρατικοποίηση, όπως κατατέθηκε στο έγγραφο της 9ης Ιουλίου 2009. Σημειώνεται, επίσης, ότι η θέση της τουρκοκυπριακής κοινότητας για αναθεώρηση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης δεν είναι συγκεκριμένη. Η ελληνοκυπριακή θέση επί του προκειμένου είναι ότι «η αναθεώρηση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης δεν έχει εγερθεί ποτέ σε διακοινοτικές συνομιλίες στο παρελθόν, με μόνη εξαίρεση την περίοδο 2003-2004», στο πλαίσιο της συζήτησης για την επιστροφή εδαφών που σήμερα ελέγχονται από τη Βρετανία. «Μια τέτοια αναθεώρηση είναι σίγουρα ευπρόσδεκτη», σημειώνεται στο έγγραφο.  Επί του παρόντος, υποστηρίζεται η επικέντρωση στις προσπάθειες για εξεύρεση μιας συνολικής διευθέτησης.

Στο έγγραφο υποστηρίζεται η θέση ότι η τουρκοκυπριακή κοινότητα υπαναχώρησε στο θέμα της συμμετοχής της «ενωμένης Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Κύπρου» στις μη στρατιωτικές πτυχές της ΕΠΑΑ. Ενώ στην Ομάδα Εργασίας για την Ασφάλεια και τις Εγγυήσεις συμφωνήθηκε ότι τέτοιου είδους αποφάσεις θα λαμβάνονται σε ομοσπονδιακό επίπεδο, χωρίς η συγκατάθεση της Ελλάδας και της Τουρκίας να είναι αναγκαίες, η νέα θέση της τουρκοκυπριακής κοινότητας αποτελεί πισωγύρισμα.

Σύμφωνα με το έγγραφο, η τουρκική θέση για περιορισμούς στη συμμετοχή της Κύπρου στον πυλώνα ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ:

  • Παραβιάζει την κυριαρχία ενός κράτους μέλους της ΕΕ.
  • Παραχωρεί δικαιώματα σε ένα κράτος το οποίο δεν είναι μέλος της ΕΕ.
  • Θα μετατρέψει την Κύπρο σε ένα προτεκτοράτο με περιορισμένη κυριαρχία και θα δώσει την αίσθηση ότι η Κύπρος θα είναι μια αποικία ή ένα εντολοδόχο κράτος.

Για τους λόγους αυτούς, σημειώνεται, η τουρκική θέση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, αλλά ούτε και αποδεκτή. Η ελληνοκυπριακή κοινότητα υποστηρίζει ένα ενωμένο κράτος το οποίο θα είναι κυρίαρχο και ανεξάρτητο και, ως πλήρες και ισότιμο μέλος του ΟΗΕ και της ΕΕ, θα μπορεί να παίρνει αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής σε ομοσπονδιακό επίπεδο, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας συναπόφασης.

Οι δύο τελευταίες σελίδες του ελληνοκυπριακού εγγράφου αφορούν τον ρόλο του ΟΗΕ στο πλαίσιο μιας συνολικής συμφωνίας. Απορρίπτεται η «τουρκική θέση», σύμφωνα με την οποία η Δύναμη των ΗΕ θα έχει καθεστώς παρατηρητή. Αυτή η προοπτική δεν αντιμετωπίζει τους φόβους των Ελληνοκυπρίων. Η ομαλή εφαρμογή των συμφωνηθέντων αναδεικνύεται ως ένα ζήτημα ασφάλειας το οποίο πρέπει να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Για το συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή τον καθορισμό του ρόλου του ΟΗΕ, το έγγραφο της 17ης Ιουλίου 2009 επαναλαμβάνει τις θέσεις που εκφράστηκαν στις 9 Ιουλίου 2009, σύμφωνα με τις οποίες, η Δύναμη των ΗΕ θα πρέπει να λειτουργήσει σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη, με κύρια αποστολή τη διασφάλιση της εφαρμογής των συμφωνηθέντων. Αυτή η Δύναμη θα παραμείνει στο νησί μέχρι την πλήρη εφαρμογή της Συμφωνίας. Επαναλαμβάνεται η θέση για σύσταση μιας Επιτροπής Επιτήρησης και προτείνεται η δημιουργία μιας μονάδας ένοπλης αστυνομικής δύναμης του ΟΗΕ, η οποία θα αναπτυχθεί σε όλη την επικράτεια της Κύπρου προκειμένου, ανάμεσα σε άλλα, να επιβεβαιώσει τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του συνολικού διακανονισμού, καθώς επίσης θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη δίκαιη και ίση μεταχείριση από τις αρχές μιας Ομόσπονδης Μονάδας των ατόμων που προέρχονται από την άλλη Ομόσπονδη Μονάδα και θα παρακολουθεί τις δραστηριότητες της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας και της Αστυνομικής Δύναμης των Ομόσπονδων Μονάδων. Καθίσταται σαφές ότι η τουρκοκυπριακή θέση, σύμφωνα με την οποία η εξουσιοδότηση της Δύναμης των ΗΕ θα πρέπει να είναι συμβατή με το σύστημα εγγυήσεων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Το έγγραφο ολοκληρώνεται με την (επανα)διατύπωση της θέσης της ελληνοκυπριακής κοινότητας πως «οι περιοχές που θα τύχουν αναπροσαρμογής θα ανήκουν νόμιμα στην Ελληνοκυπριακή Ομόσπονδη Μονάδα μόλις η συνολική διευθέτηση τεθεί σε ισχύ και αργότερα [η Ελληνοκυπριακή Ομόσπονδη Μονάδα] θα αναθέσει αρμοδιότητες στα ΗΕ για σκοπούς εφαρμογής της συμφωνίας».

Τέλος, στην τελευταία παράγραφο του εγγράφου σημειώνεται ότι ένα σημαντικό στοιχείο για μια επιτυχή αντιμετώπιση των ζητημάτων ασφάλειας είναι και η ταχεία εφαρμογή της συμφωνίας.

* Τα έγγραφά αυτά, όπως είχαν κατατεθεί στις συνομιλίες, έχουν μεταφραστεί και δημοσιευτεί στο βιβλίο του Καθηγητή Διεθνούς Πολιτικής και Διακυβέρνησης Γιώργου Κέντα, Η Ασφάλεια στο Πλαίσιο Λύσης του Κυπριακού (Εκδόσεις Λιβάνης, 2013)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *