Τα εθνικά θέματα περιμένουν τον Κυριάκο στην γωνία…

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης (2ος Α) συνομιλεί με τον Κύπριο Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη (2ος Δ), κατά την διευρυμένη διμερή συνάντηση Ελλάδας Κύπρου στο Μέγαρο Μαξίμου, Αθήνα 10 Σεπτεμβρίου 2019. ΑΠΕ ΜΠΕ, ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΡΩΝΗΣ

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΑΡΚΑ

Η κυβέρνηση πέτυχε, στις 100 και πλέον ημέρες που μεσολάβησαν από την ορκωμοσία της, να παρουσιάσει μια ανανεωμένη εικόνα της χώρας στο εξωτερικό. Όμως, δυστυχώς, σειρά λαθών και παραλείψεων στο ίδιο διάστημα και η δυσμενέστατη διεθνής συγκυρία συσσωρεύουν άγχη και ανησυχίες για τις επικείμενες εξελίξεις.

Στο μέτωπο της Τουρκίας, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας και η –υπερβολικά παρεμβαίνουσα και τώρα μάλλον προς ευγενική αποπομπή– διπλωματική σύμβουλος του Μαξίμου Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, εξάρτησαν πολλά από τη λεγόμενη “επανεκκίνηση” των διμερών σχέσεων. Ο σχεδιασμός είχε βάση, καθώς ο διάλογος είναι απαραίτητος για την πρόληψη μεγαλύτερων εντάσεων, αλλά αποδείχθηκε υπεραισιόδοξος.

Η συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον πρόεδρο Ερντογάν στη Νέα Υόρκη, στις 25 Σεπτεμβρίου, σφραγίστηκε από τη μη έγερση του ζητήματος των προκλήσεων στο Αιγαίο και από τη δέσμευση σύγκλησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Χωρίς ελληνικούς όρους και υποκύπτοντας στο –επί διετία– αίτημα της Άγκυρας που επιδιώκει να παρουσιάσει, μέσω του Συμβουλίου, ψευδή εικόνα κανονικότητας.

Η ελληνική πλευρά αναχώρησε με θετικές εντυπώσεις από τη Νέα Υόρκη μέχρι που διαψεύστηκε, ελάχιστες μέρες αργότερα, από την επιθετικότερη στρατηγική της Άγκυρας στο μεταναστευτικό, με καταιγισμό δημόσιων και –το χειρότερο– παρασκηνιακών απειλών. Σύμφωνα με εγκυρότατες πηγές, το ελληνικό μήνυμα, που έχει μεταδοθεί στις ΗΠΑ, είναι ότι χωρίς ουσιαστική αμερικανική παρέμβαση είναι πλέον ανεδαφική η προσδοκία της “επανεκκίνησης”.

Τι θέλουν οι ΗΠΑ

Η Ουάσιγκτον θα την επιθυμούσε, ειδικά στα ενεργειακά θέματα, αλλά και οι δικές της προβληματικές σχέσεις με την Άγκυρα δεν επιτρέπουν πολλές ελπίδες. Ταυτόχρονα, στο κεφάλαιο των σχέσεων Ελλάδας-ΗΠΑ, ο υπουργός Εξωτερικών Μάικ Πομπέο στήριξε από τις πρώτες ημέρες τη νέα κυβέρνηση. Ο δε Κυριάκος Μητσοτάκης διαβεβαίωσε αμέσως τον πρεσβευτή Τζέφρι Πάιατ για την ετοιμότητά του να προχωρήσει στην επικαιροποίηση της Αμοιβαίας Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (MDCA) του 1990.

Στο πλαίσιο αυτό, κατά τις συνομιλίες με τον βοηθό υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ στην Αθήνα στις 22 Ιουλίου, ο Νίκος Δένδιας πέτυχε την αμερικανική συναίνεση να λυθεί πρώτα το άμεσο ζήτημα της ανανέωσης του παραρτήματος της MDCA και στη συνέχεια να εξεταστεί η έναρξη διαπραγματεύσεων για αλλαγές στο κυρίως κείμενο της Συμφωνίας. Στα τέλη Αυγούστου, ακολούθησε ερώτημα της αμερικανικής πρεσβείας για τα ανταλλάγματα που θα ζητούσε η Ελλάδα, όπως είναι θεμιτό μεταξύ συμμάχων και συνέβη το 1990.

Οι τότε ανταλλαγείσες επιστολές Σαμαρά-Sotirhos εξασφάλιζαν δωρεάν παροχή 28 αεροσκαφών F-4E, 28 Α-7, έξι P-3A, τεσσάρων αντιτορπιλικών κατευθυνόμενων βλημάτων και επιπλέον δωρεάν βοήθεια 345 εκατομμυρίων δολαρίων από τα προγράμματα FMS. Επιπλέον, πρόσθετο υλικό ανατολικής προέλευσης από τις συμφωνίες αφοπλισμού CFE στην Ευρώπη. Ωστόσο (για άγνωστους λόγους) η κυβέρνηση ούτε παρόμοια ανταλλάγματα ζήτησε, ούτε πρότεινε ημερομηνία διαπραγμάτευσης για τον κορμό της MDCA, με αποτέλεσμα να χαθεί μία ιστορική ευκαιρία.

Η θετική εξέλιξη από την υπογραφή του νέου παραρτήματος της MDCA, στις 5 Οκτωβρίου, είναι η αμερικανική δέσμευση γενναίας χρηματοδότησης των έργων εκσυγχρονισμού και επέκτασης υποδομών στη Σούδα, το Μαράθι, το Στεφανοβίκιο, τη Λάρισα και την Αλεξανδρούπολη. Υπάρχει, επίσης, ενδιαφέρον για την ιδιωτικοποίηση της ΕΑΒ, η οποία συνεργάζεται ήδη με τη Lockheed Martin, αλλά θα πρέπει προηγουμένως να πληρούνται αυστηρά επενδυτικά κριτήρια. Άλλες επενδύσεις δύσκολα θα προέλθουν από τις ΗΠΑ, ενώ συνεχίζεται και η ανησυχία της Ουάσιγκτον για τις σχέσεις Αθήνας-Πεκίνου.

Οι εξελίξεις αιφνιδιάζουν την κυβέρνηση

Παράλληλα, ως προς τα Βαλκάνια, η κυβέρνηση αιφνιδιάστηκε από το βέτο της Γαλλίας και άλλων χωρών στον ορισμό ημερομηνίας ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας, μολονότι υπήρχε πληθώρα πληροφοριών και ως εκ τούτου έπρεπε όλα τα ενδεχόμενα να έχουν εξεταστεί και να έχουν εκπονηθεί σενάρια χειρισμού.

Το χειρότερο είναι ότι η Αθήνα είχε αναλάβει ρόλο “λομπίστα” των Τιράνων και των Σκοπίων στις Βρυξέλλες, χωρίς να ζητήσει από τους πρωθυπουργούς Έντι Ράμα και Ζόραν Ζάεφ προηγούμενες επίσημες (ή έστω άτυπες) δεσμεύσεις. Σήμερα, ο Έντι Ράμα δεν προσφέρει εγγυήσεις για την προστασία της ελληνικής εθνικής μειονότητας και ο Ζόραν Ζάεφ δεν προσαρμόζεται καν στην (κάκιστη) Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και στις στοιχειώδεις σχέσεις καλής γειτονίας.

Η αστάθεια στα Βαλκάνια θα συνεχιστεί, τουλάχιστον κατά το πρώτο εξάμηνο του 2020, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναπαράγει κι ένα λάθος του προκατόχου του. Φέρεται να διαβεβαιώνει ξένους συνομιλητές του ότι η Ελλάδα θα αποδεχθεί οποιαδήποτε συμφωνία Σερβίας-Κοσόβου, άρα συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής συνόρων που αποτελεί ωρολογιακή βόμβα για τη χώρα μας και τα Βαλκάνια.

ΠΗΓΗ: slpress.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *