Τα «παιδιά» που δεν θα παρελάσουν φέτος

FILE PHOTO. Η μαθητική παρέλαση για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, έξω από την  Ελληνική Πρεσβεία στη Λευκωσία/ ΓΤΠ - Σ.ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου στη Λευκωσία θα έχει μια ιστορική ιδιαιτερότητα. Για πρώτη φορά μετά από 60 σχεδόν χρόνια, από τότε που πρωτοξεκίνησαν οι παρελάσεις μπροστά από το Ελληνικό Προξενείο τότε, με τη χαραυγή της Δημοκρατίας μας, δεν θα παρελάσουν οι «παλαιοί πολεμιστές».

Η απουσία τους επιβλήθηκε από τη φυσική και βιολογική νομοτέλεια και τη σωματική τους κόπωση. Ήδη, εδώ και δυο χρόνια, για τους ίδιους λόγους, ο «Σύνδεσμος Βετεράνων Β΄ Παγκοσμίου πολέμου» έχει σταματήσει να οργανώνει τον ετήσιο εορτασμό της 11ης Νοεμβρίου, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Δήμο Λευκωσίας.

Οι Κύπριοι πολεμιστές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου που ζουν ανάμεσά μας είναι λιγότεροι από 200, καθώς τις προηγούμενες δεκαετίες η αποψίλωσή τους ήταν καταιγιστική. Έχοντας αφιερώσει μεγάλο τμήμα από τα τελευταία 35 χρόνια στη μελέτη του κυπριακού εθελοντισμού, ας μου συγχωρηθεί ο προσωπικός τόνος, καθώς στην πορεία αυτής της έρευνας οι Κύπριοι εθελοντές των ελληνικών και των δύο παγκοσμίων πολέμων έγιναν κομμάτι της ζωής μου.

Πρόλαβα να γνωρίσω ως ερευνητής έναν μόνο Κύπριο εθελοντή των Βαλκανικών πολέμων, όμως ευτύχησα, αντίθετα, να συνδεθώ φιλικά με δεκάδες βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, αλλά και με παιδιά ή εγγόνια παλαιών πολεμιστών των ελληνικών και των παγκοσμίων πολέμων. Σε όλους αυτούς, είτε έχουν αποβιώσει είτε είναι εν ζωή, θα στρέφεται η σκέψη μου στην επόμενη παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου:

Στους τελευταίους προέδρους του Παγκυπρίου Συνδέσμου των βετεράνων, τους αείμνηστους Χρίστο Ηλιοφώτου, Ανδρέα Χριστόφη και Λοΐζο Δημητρίου και τον νυν, τον αειθαλή Αντώνη Χατζηιωσήφ. Τον μακαρίτη Κωνσταντίνο Γιαλλουρίδη, πρόεδρο των εθελοντών του Ελληνικού Στρατού.

Τους εθελοντές που αργότερα πολιτεύτηκαν: τον τέως πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη, τους παλιούς βουλευτές, Χρίστο Κουρτελλάρη και Μιχάλη Πουμπουρή που έφυγαν πριν λίγους μήνες από τη ζωή, αλλά και τον παλιό υπουργό, Ανδρέα Μικελλίδη. Τους 373 άνδρες και μια γυναίκα – Κυπρίους εθελοντές του βρετανικού στρατού, Έλληνες, Τούρκους, Αρμένιους, Μαρωνίτες και Λατίνους, που σκοτώθηκαν ή αποβίωσαν εν υπηρεσία κατά το 1939-1945 και είναι θαμμένοι στην Ελλάδα (οι 100 από αυτούς), στην Κύπρο και σε άλλες 22 χώρες, σε 72 στρατιωτικά κοιμητήρια και μνημεία πολέμου. Ακόμη και στη Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κογκ και στην Ινδία.

Τους Κύπριους φοιτητές με το λαμπρό μέλλον που κατατάχθηκαν στον ελληνικό στρατό και απεβίωσαν από πολεμικά τραύματα, έπεσαν μαχόμενοι στην Αντίσταση, ή χάθηκαν στα γερμανικά κρεματόρια του μαζικού θανάτου.

Τις Κύπριες εθελόντριες: Τη λιγομίλητη Στέλλα Σουλιώτη, κατόπιν πρώτη υπουργό της χώρας μας, τις γλυκύτατες Θράκη Ρωσσίδη-Τζόουνς και Νίκη Κικκίδη, τη Θεοδώρα Ιωάννου-Κασκάνη, από τα Πέρα Ορεινής, μελαγχολική στη στρατιωτική της φωτογραφία, που πέθανε εν υπηρεσία και είναι θαμμένη στην Αίγυπτο.

Τους Τουρκοκύπριους εθελοντές, που πολλοί από αυτούς υπηρέτησαν στην Ελλάδα και που είχαν να πουν κι αυτοί τόσες ιστορίες, με πρώτο και καλύτερο τον καλό μου φίλο Μουσταφά Σακίρ, που ονειρευόταν για 65 χρόνια να επιστρέψει στη Μακεδονία και να ευχαριστήσει τις οικογένειες που του είχαν προσφέρει καταφύγιο στα δύσκολα χρόνια της γερμανικής Κατοχής.

Τους άλλους χιλιάδες «ανώνυμους» εθελοντές και εθελόντριες, που είτε διακρίθηκαν στις πολεμικές επιχειρήσεις είτε όχι, είτε ανδραγάθησαν, είτε ήταν απλά μέλη της «Κυπριακής Εθελοντικής Δύναμης».

Στους τόσο πολλούς, περισσότερους από 2000, Κυπρίους αιχμαλώτους (τεράστιο ποσοστό του συνολικού αριθμού) οι οποίοι κρατήθηκαν σιδηροδέσμιοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ιταλία, τη Γερμανία, την Τσεχία και αλλού, και που σχεδόν όλοι είχαν συλληφθεί στην Ελλάδα, καθώς δεν πρόλαβαν να επιβιβαστούν στα βρετανικά πλοία της εκκένωσης.

Σε όσους από τους στρατιώτες άφησαν πίσω τους, στην Ελλάδα, την Ιταλία, ακόμη και τη Γερμανία, μια τρυφερή ερωτική ιστορία, ή τον καρπό αυτού του έρωτα, ένα παιδί που δεν θα το γνώριζαν ή δεν θα το ξανάβλεπαν. Σε αυτούς που όταν θα επέστρεφαν στη σκληρή πραγματικότητα της κυπριακής αγροτικής ζωής, θα ανακαλούσαν για χρόνια γλυκόπικρα στη μνήμη τους το «μόνον της ζωής των ταξίδιον».

Σε όλους αυτούς, τέλος, που όταν τους ρωτούσαν επίμονα οι νεότεροι, εάν «μετάνιωσαν για τη συμμετοχή τους στον πόλεμο», μετά την τραγική διάψευση των πανανθρώπινων ονείρων για ένα καλύτερο μεταπολεμικό αύριο, με την απόδοση της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης στους μικρούς λαούς, παρά την πίκρα τους, απαντούσαν σταθερά ότι θα ξανακατατάσσονταν…

Ας τα σκεφτούμε, όλα αυτά τα παιδιά της Κύπρου, που ύστερα από 60 σχεδόν χρόνια εγκαταλείπουν την πρώτη θέση στην παρέλαση. Και ας τους κρατήσουμε μια θέση στις καρδιές μας.

ΠΗΓΗ: Φιλελεύθερος

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *