Τα πρακτικά ως δεδομένα και το αύριο

Του  ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗ

Η αποκάλυψη των πρακτικών του Κραν Μοντανά του 2017 από τον Φιλελεύθερο, υπήρξε μια σημαντική επιβεβλημένη ενημέρωση προς τον κυπριακό λαό αλλά πέραν και εκτός της Κύπρου.  Μετά από τέσσερα χρόνια ατελείωτων αντιπαραθέσεων γύρω από το θέμα θα έπρεπε ο κυπριακός λαός να πληροφορηθεί απευθείας το τι διημείφθη στις συνομιλίες.  Να διαβάσει τα κείμενα ο κάθε κύπριος πολίτης απευθείας χωρίς μεσολαβητές ερμηνείας να σχηματίσει τη δική του προσωπική άποψη.  Την ίδια ώρα παρεμποδίζεται η Τουρκία και όσοι στο διεθνή χώρο τη στηρίζουν, να παρουσιάζει εκείνη την εκδοχή για τα γεγονότα και υπογραμμίζω τη λέξη γεγονότα, που την συμφέρουν.  Αυτό που καλείται να κρίνει ο αναγνώστης είναι τη γνησιότητα των εγγράφων, τα οποία ουδείς αμφισβήτησε, και από τη στιγμή που είναι γνήσια θεωρώ ότι ο καθένας είναι σε θέση να καταλάβει τι διαβάζει και να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.  Τόσον για το τι έχει συμβεί και τι ελέχθει, όσον και για τη στάση και τους χειρισμούς κάθε εμπλεκόμενου στις συνομιλίες εκείνες.  Γιατί αυτά που έχουν λεχθεί, έχουν λεχθεί και δεν αλλάζουν.  Ως εκ τούτου το ζητούμενο είναι στη βάση αυτής της γνώσης να προωθηθεί σχεδιασμένα η επιδίωξη για επάνοδο του κυπριακού εντός των παραμέτρων του ΟΗΕ και να αποτύχει η εμμονική προσπάθεια της Τουρκίας για «λύση» εκτός των πλαισίων του διεθνούς οργανισμού με στόχο τα δύο κράτη ή τη συνομοσπονδία ή οποιαδήποτε άλλη μορφή διχοτομικής διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Κύπρου.  Δυστυχώς αντί να επικεντρωθούν οι πολιτικές δυνάμεις σ΄ αυτόν  το ζωτικό στόχο, επέστρεψαν στην απίστευτη αντιπαράθεση των ερμηνειών των πρακτικών, όπως το είχαμε προβλέψει από την ώρα που ανακοινώθηκε ότι θα δημοσιευθούν τα πρακτικά.  Η συζήτηση γύρω από τα πρακτικά και την ερμηνεία τους ανάδειξε την ίδια ώρα και την πολυδιάσπαση στο εσωτερικό μέτωπο.  Μια απλή ανάγνωση των ανακοινώσεων των κομμάτων το αποδεικνύει.  Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να επισημανθεί ότι πολλές, όχι μια  μόνο  πολιτική δύναμη συζητούν σήμερα το ενδεχόμενο συνεργασίας τους στις προεδρικές εκλογές, έστω και αν έχουν και σ΄ αυτό το θέμα πολύ διαφορετική ως αντίθετη προσέγγιση και θέση.  Το κυπριακό ως το κατ΄ εξοχήν θέμα για τον τόπο μας δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ανάλογα με τη στιγμή.  Οι θέσεις αρχής του κάθε ενός είναι εκεί και εφόσον μπορεί να εξευρεθεί κοινός παρονομαστής καλώς.  Αν δεν μπορεί τότε κύριος γνώμονας πρέπει να είναι η σαφής και ξεκάθαρη τοποθέτηση.

Η αποκάλυψη των πρακτικών των συνομιλιών του 2017 πρέπει να λειτουργήσουν ως αφετηρία περισυλλογής και υιοθέτησης πρακτικών και προσεγγίσεων οι οποίες να εξυπηρετούν τον στρατηγικό στόχο της απελευθέρωσης και της λύσης εντός των παραμέτρων του ΟΗΕ.  Βοηθούν στο να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα και να απαντηθούν ερωτήματα τα οποία θα βοηθήσουν στην προσπάθεια να επανέλθουμε στις γραμμές που εξυπηρετούν τον αγώνα του κυπριακού λαού.  Για παράδειγμα θα πρέπει όλοι αλλά κυρίως οι πολιτικές  δυνάμεις και η Προεδρία να απαντήσουν υπο το φως των πρακτικών, το ερώτημα γιατί ο Γ.Γ.  του ΟΗΕ με δεδομένες τις τοποθετήσεις που διαβάσαμε, στην έκθεση του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας όχι μόνο δεν επιρρίπτει ευθύνες στην Τουρκία αλλά αντιθέτως την επαινεί.   Αλλά διερωτώμαι αν οι τόσον διαφορετικές προσεγγίσεις στην ερμηνεία των πρακτικών αποτελούν απλά  και μόνο τον τρόπο που ο καθένας τα κατανοεί ή εμπεριέχουν και σοβαρότατες διαφωνίες επι κορυφαίων πτυχών του Κυπριακού.  Για παράδειγμα η παραμονή ή όχι αριθμού τουρκικών στρατευμάτων και μετά την λύση, και αν θα θεωρούνται αυτά τα στρατεύματα κατοχικά ή επιτηρητές της όποιας συμφωνίας ή κάτι άλλο;

Το έχω αναφέρει πολλές φορές και στο παρελθόν.  Αν δεν καταρτίσουμε εμείς ως ε/κ, ένα ολοκληρωμένο σχέδιο λύσης του κυπριακού δεν θα μπορούμε να κρίνουμε και να συγκρίνουμε το περιεχόμενο των όσων κατά καιρούς προτείνονται από τρίτους.  Το υλικό για κάτι τέτοιο υπάρχει.  Υπάρχει στις κατά καιρούς συγκλίσεις και όπου προκύπτει ανάγκη επικαιροποίησης να γίνει, υπάρχει στην ιεράρχηση (κωδικοποίηση) του Εθνικού Συμβουλίου, μετά το δημοψήφισμα επι του Σχεδίου Ανάν, υπάρχει και σε άλλα έγγραφα της ε/κ πλευράς.  Στο κάτω-κάτω γιατί πρέπει να αναμένουμε από τους τρίτους να μας προσκομίσουν το δικό τους σχέδιο, προϊόν των δικών τους προσεγγίσεων, και να μην  καταρτήσουμε το δικό μας, αφού εμάς είναι που καίει κυριολεκτικά η φλόγα του άλυτου Κυπριακού;

Τα πρακτικά φέρνουν και πάλιν ενώπιον μας μια πολύ άσχημη πραγματικότητα.  Το γεγονός ότι η Τουρκία, ανεξαρτήτως των θέσεων που διατυπώνει δεν κρίνεται ως ο κύριος ένοχος της κυπριακής τραγωδίας από το διεθνή παράγοντα, δυστυχώς ούτε από τα Ηνωμένα ΄Έθνη.  Δεν θεωρείται έστω ένας από τους ενόχους.  Αντίθετα αντιμετωπίζεται ως τρίτος, ο οποίος μάλιστα θέλει τάχα να βοηθήσει τις «πλευρές».  Ως και οι πλευρές να είναι μόνο οι ε/κ και οι τ/κ.  Ως να έχουν αυτές, οι δύο κοινότητες, εισβάλει στην πατρίδα τους, την Κύπρο το 1974 και όχι η Τουρκία.  Σε αυτή την πικρή και άδικη εξέλιξη οδηγηθήκαμε και από δικά μας λάθη και ευφάνταστες ιδέες που ορισμένες είχαν υποβολέα εκτός Κύπρου, αλλά σ΄αυτά θα αναφερθώ σε άλλο άρθρο μου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *