Θλιβερό κατάντημα: Όταν Λευκωσία και Αθήνα ξεχνούν την τουρκική κατοχή, οι ξένοι ζητούν «ευελιξία» από τις δυο πλευρές

Άνοιξαν το πρωί της Παρασκευής, 4 Ιουνίου 2021, τα οδοφράγματα για διακίνηση από και προς τα κατεχόμενα, έπειτα από συμφωνία μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας Νίκου Αναστασιάδη και του Ερσίν Τατάρ. - ΚΥΠΕ Κάτια Χριστοδούλου

Του ΠΑΝΙΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Λένε ότι οι συναντήσεις Μπάιντεν-Ερντογάν και Μητσοτάκη-Ερντογάν, που θα πραγματοποιηθούν στο περιθώριο της επικείμενης συνόδου του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες, ενδέχεται να είναι καθοριστικές για το τι μέλλει γενέσθαι σε σχέση με τη συμπεριφορά της Τουρκίας σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Για να υπάρξουν όμως προοπτικές βελτίωσης της κατάστασης, οι όποιες συνομιλίες και διαπραγματεύσεις θα πρέπει να στηρίζονται στην αποδοχή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των αρχών του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ακόμη και στην περίπτωση που «εξαιρεθεί» η τουρκική επιθετικότητα, είναι αδιανόητο να επιδιώκεται η απενοχοποίηση της Τουρκίας εφόσον συνεχίζεται το έγκλημα της κατοχής στην Κύπρο.

Ξεκάθαρη θέση για αυτή την κατάφορη παραβίαση κάθε έννοιας δικαίου δεν έχουν ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση και φυσικά ούτε Ρωσία και Κίνα. Αντιθέτως, αντιμετωπίζουν το κυπριακό πρόβλημα ως μία δικοινοτική σύγκρουση, επιχειρώντας να βοηθήσουν ώστε να «τα βρουν» μεταξύ τους Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, με σκοπό να μοιραστούν την εξουσία και το έδαφος.

  • Πέρα από τα οποιαδήποτε συμφέροντα που διέπουν αυτή την μόνιμη πια και εντελώς απαράδεκτη τακτική (έχει πλέον υιοθετηθεί επίσημα από την Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών και σε μεγάλο βαθμό από το Συμβούλιο Ασφαλείας του διεθνούς Οργανισμού), βασικότερη αιτία είναι η ανυπαρξία μίας σταθερής και συγκροτημένης πολιτικής από μέρους του Ελληνισμού.

Για 47 σχεδόν χρόνια, οι πλείστες ηγεσίες σε Λευκωσία και Αθήνα άγονται και φέρονται σύμφωνα με τις παραμέτρους του εκάστοτε σκηνικού που στήνει ο ξένος παράγοντας (κυρίως το Λονδίνο και η Άγκυρα) και, τις περισσότερες φορές, το αποτέλεσμα είναι προδιαγεγραμμένο.

Αν ανατρέξουμε στα γεγονότα μετά το διπλό έγκλημα του προδοτικού πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής τον Ιούλιο του 1974 (για να μην πάμε ακόμα πιο πίσω), διαπιστώνουμε σωρεία υποχωρήσεων και αναθεωρήσεων που όχι μόνο έχουν αλλοιώσει αισθητά τον επιδιωκόμενο στόχο, αλλά τον έχουν παραμορφώσει, με αποτέλεσμα η ελληνική (ελλαδική και ελληνοκυπριακή) θέση να πλησιάζει τις πάγιες διχοτομικές επιδιώξεις της Τουρκίας.

Αφού η Λευκωσία και η Αθήνα «κατάφεραν» να εγκλωβιστούν στις βρετανοτουρκικές μεθοδεύσεις, μέσω της «άτυπης» πενταμερούς διάσκεψης στη Γενεύη που συγκάλεσε ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, χωρίς τη συμμετοχή της ΕΕ, τώρα ζητούν από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν, να παρέμβει προς την Τουρκία.

Από τη στιγμή, όμως, που η Ουάσιγκτον, παρά τις αντισυμμαχικές αποφάσεις του Ερντογάν, προσπαθεί να κρατήσει την Τουρκία στο «δυτικό στρατόπεδο» και εφόσον από μέρους του Ελληνισμού δεν υπάρχει διεκδικητική πολιτική για απελευθέρωση του σκλαβωμένου μέρους της Κύπρου, αλλά μία απονευρωμένη διάθεση για οδυνηρό συμβιβασμό, αναπόφευκτα ο Αμερικανός ηγέτης στην ουσία δεν έχει να προσφέρει πολλά πράγματα.

Με τις έως τώρα επιλογές και ενέργειες της ελληνοκυπριακής πλευράς και με τη γενικότερη εικόνα που επικρατεί σε σχέση με την έλλειψη πανεθνικής στρατηγικής για απελευθέρωση και επανένωση της Κύπρου, είναι μάλλον αδύνατον να αναμένουμε ότι μπορεί να προκύψει κάποια ενθαρρυντική εξέλιξη από τέτοιου είδους συναντήσεις. Το Κυπριακό, ήδη, μετά τη διάσκεψη στη Γενεύη, εισήλθε σε άλλη τροχιά επίλυσης – κλεισίματος.

Οι Τούρκοι επιμένουν σε λύση δυο κρατών. Ο πρόεδρος Μπάιντεν ενδεχομένως να πει στον Ερντογάν ότι θα πρέπει να επιδείξει ευελιξία. Και στη γλώσσα της πολιτικής και της διπλωματίας «ευελιξία» σημαίνει «γεφύρωση του χάσματος». Ανάμεσα στα δυο κράτη και τη διζωνική (δικοινοτική, χαλαρή) ομοσπονδία βρίσκεται η συνομοσπονδία.

Η Τουρκία στόχευε πάντα σε μια τέτοια διχοτομική λύση για να κατέχει το βόρειο μέρος και να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει όλο το νησί. Σήμερα, έφτασε στο σημείο, με την βοήθεια του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών και με την ανοχή Λευκωσίας και Αθήνας, να βάζει και επίσημα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων τη θέση για δυο κράτη.

  • Ο εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αναφερόμενος στην πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία των υπουργών Εξωτερικών ΗΠΑ και Κύπρου, Άντονι Μπλίνκεν και Νίκου Χριστοδουλίδη, ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούν επίσης και τις δύο πλευρές να επιδείξουν την απαραίτητη ειλικρίνεια, ευελιξία και συμβιβασμό προκειμένου να εξευρεθεί κοινό έδαφος για επανέναρξη των συνομιλιών στο Κυπριακό».

Αυτά λοιπόν συμβαίνουν όταν οι ηγεσίες της Λευκωσίας και της Αθήνας δεν μιλούν για κατοχή και εποικισμό και «σύρονται» σε απαράδεκτες διαδικασίες που δρομολογούνται από την Άγκυρα και το Λονδίνο και κατευθύνονται από την Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών.

Η Τουρκία κατέκτησε εδάφη και θάλασσες, λεηλάτησε, βίασε, έκλεψε, άλλαξε τα ελληνικά τοπωνύμια, κουβάλησε στο νησί εκατοντάδες χιλιάδες έποικους, επιχειρεί να εξισλαμοποιήσει τα κατεχόμενα, διατηρεί 40 χιλιάδες στρατεύματα και απαιτεί λύση δυο κρατών στην Κύπρο ώστε να νομιμοποιήσει την παρανομία της και τα εγκλήματά της με τη συγκατάθεση της διεθνούς κοινότητας.

Αλλά, οι εκπρόσωποι του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Φόρεϊν Όφις, του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών και του Γ.Γ. του ΟΗΕ καλούν τις δυο πλευρές (κοινότητες) στο νησί να επιδείξουν «πολιτική βούληση» και «ευελιξία», λες και δεν υπάρχει πουθενά τουρκική κατοχή.

Ποιοι όμως ευθύνονται γι’ αυτό το θλιβερό κατάντημα;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *