Θρησκεία, βία και γεωπολιτική

Το εξώφυλλο του Charlie Hebdo

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΛΑΝΤΗ

Από τα μέσα Οκτωβρίου και μέχρι σήμερα εκδηλώθηκαν μια σειρά από αιματηρές τρομοκρατικές επιθέσεις σε μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, αρχικά στο Παρίσι και τη Λυών και μετά στη Βιέννη. Κατά του Samuel Paty για τα σκίτσα του Charlie Hebdo, μετά στην εκκλησία στη Νίκαια και τέλος στη Βιέννη. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι επιτιθέμενοι είχαν σχέση με την φονταμενταλιστική και τζιχαντιστική εκδοχή του σουνιτικού ισλαμισμού. Εδώ , επίσης, πρέπει να προσμετρηθεί και η επίθεση Τούρκων κατά Αρμενίων στη Λυών, την προηγούμενη εβδομάδα, που οδηγεί τη Γαλλία προς την κατεύθυνση απαγόρευσης των «Γκρίζων Λύκων» ως φιλοτρομοκρατικής οργάνωσης.

Η επιλογή του προέδρου Μακρόν να ανεβάσει σε ορισμένα δημόσια κτίρια τα σκίτσα του Charlie Hebdo ενδεχομένως όξυνε τη δυναμική του «ιερού πολέμου», όμως δεν τη δημιούργησε. Αυτή έχει σαφώς εγγενή χαρακτήρα. Διεθνή και γεωπολιτικό, σε μεγάλο βαθμό. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο 18χρονος Τσετσένος που δολοφόνησε τον καθηγητή δεν ήταν μουσουλμάνος της Γαλλίας ούτε μετανάστης, αλλά είχε φτάσει στη Γαλλία πολύ λίγο πριν από τη δολοφονία.

Από την αρχή σχεδόν αυτής της «πολιτισμικής» κρίσης, ο ρόλος του Ερντογάν υπήρξε κεντρικός. Γεγονός που συνδέθηκε και με τη ματαίωση της συμφωνίας μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας για την αποστολή ιμάμηδων από την Τουρκία σχετικά με τη λειτουργία των τζαμιών στη Γαλλία. Καθώς και με το μποϋκοτάρισμα των γαλλικών εμπορευμάτων από την Τουρκία και άλλες ισλαμικές χώρες. Ο Ερντογάν επιτέθηκε προσωπικά στον Μακρόν ως «ψυχοπαθή», ενώ ο τελευταίος προσπαθεί σαφώς να οργανώσει μια αντιερντογανική συναίνεση εντός της Ε.Ε., κάτι που γίνεται ευχερέστερο μετά το χτύπημα στη Βιέννη. Αυτή η αντιερντογανική και «αντιφονταμενταλιστική» πολιτική συναίνεση θα ενισχύσει σαφώς τον κεντρικό πολιτικό ρόλο της Γαλλίας και του ίδιου του Μακρόν έναντι της Γερμανίας μέσα στην Ε.Ε. Πόσο μάλλον που η Γερμανίδα καγκελάριος μετά τη Βιέννη πήρε και αυτή σαφή θέση ότι «η ισλαμική τρομοκρατία είναι ο κοινός μας εχθρός», παρά τη σαφώς φιλική στάση της Γερμανίας προς την Τουρκία, που στηρίζεται σε ισχυρά κοινά οικονομικά συμφέροντα, αλλά έχει και πιο βαθιές ιστορικές ρίζες.

Διαμορφώνεται μια συμβολική αντιπαράθεση όπου ο Ερντογάν εμφανίζεται ως ο εγγυητής του Ισλάμ απέναντι στη «δυτική ύβρη», ενώ ο Μακρόν ως ο εγγυητής των δυτικών ελευθεριών και της ασφάλειας της Δύσης έναντι του τζιχαντισμού. Πέραν του αυτονόητου δικαιώματος κάθε κράτους να προστατεύει την ασφάλεια των πολιτών του απέναντι σε ένα κύμα τυφλής τρομοκρατίας, έναντι όλων και όχι μόνο των φορέων εξουσίας, αυτή η αντιπαράθεση έχει αυτονόητα και γεωπολιτικό υπόβαθρο, αφού ο Μακρόν είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που έχει ως τώρα, λόγω των συμφερόντων της Γαλλίας στη Μεσόγειο, τη Βόρειο Αφρική και τη Μέση Ανατολή, σαφώς αντιπαρατεθεί στη μεγάλη άνοδο της Τουρκίας ως περιφερειακής και πιθανόν και διεθνούς δύναμης.

Όμως, σε αυτή τη δυναμική του «ιερού πολέμου» έχουν προστεθεί και άλλοι παράγοντες στις ισλαμικές χώρες, πέραν της Τουρκίας. Και μάλιστα σε τόνους πολύ πιο ακραίους από τον Ερντογάν. Ο πρώην πρωθυπουργός της Μαλαισίας, Mahathir Mohamad, δήλωσε σε μια συνέντευξή του πριν από λίγες ημέρες ότι οι μουσουλμάνοι έχουν δικαίωμα (λόγω της προσβολής της θρησκείας τους από τη Γαλλία) να σκοτώσουν εκατομμύρια Δυτικούς. Ολόκληρος ο χώρος του πιο ακραίου σουνιτικού ισλαμισμού και ιδίως του σαλαφικού-ουαχαμπιτικού ρεύματος φαίνεται να κινητοποιείται και να λαμβάνει έντονη αντιδυτική στάση. Αυτό που φαίνεται να είναι πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι πλέον πίσω από τη φανατική πτέρυγα του Ισλάμ κινείται ως βασικός ηγέτης η Τουρκία και όχι πια η Σαουδική Αραβία, που ήταν η αρχική κοιτίδα του.

Η Δύση αντιμετωπίζει όλη αυτή την εξέλιξη, πέρα από τα αυξανόμενα μέτρα καταστολής, με μεγάλη αμηχανία. Αμηχανία για τον απλό λόγο ότι τα νεοαποικιακά ιδίως κράτη της Ευρώπης (Γαλλία, Βρετανία κ.λπ.) έχουν εκατομμύρια πολίτες μουσουλμάνους, αλλά και όλα τα κράτη της Ευρώπης πλέον έχουν πολυπληθή μουσουλμανικό μεταναστευτικό πληθυσμό. Μια θρησκευτική ανάφλεξη θα μπορούσε να προκαλέσει μικρούς ή μεγάλους εμφυλίους πολέμους. Αμηχανία, επίσης, για τον απλό λόγο ότι ιδίως η Βρετανία και η Γαλλία (μαζί με τις ΗΠΑ) εν πολλοίς στήριξαν υλικά την άνοδο του ακραίου ισλαμισμού –βλέπε ISIS ή FSA– με τις πολιτικές τους στη Συρία, τη Λιβύη, το Ιράκ και αλλού. Αλλά και προκάλεσαν αγανάκτηση με τις δικές τους αποικιακές επεμβάσεις (π.χ. Γαλλία στο Μάλι), μέρος της οποίας διοχετεύεται στον τζιχαντισμό ελλείψει κοσμικής πολιτικής απάντησης.

Η τοποθέτηση περί «Ισλαμοαριστεράς»

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, που θυμίζει τη θέση του Σάμιουελ Χάντινγκτον περί «σύγκρουσης των πολιτισμών», έχει αναπτυχθεί πρόσφατα από τον συγγραφέα Πασκάλ Μπρυκνέρ αλλά και άλλους συγγραφείς, κυρίως του κεντρώου και κεντροδεξιού χώρου, η θέση ότι η πιο ακραία ή αντικαπιταλιστική τάση της Αριστεράς συμμαχεί συστηματικά με τον φονταμενταλισμό, βλέποντάς τον ως χρήσιμο όπλο κατά του καπιταλισμού ή του δυτικού ιμπεριαλισμού (1). Αυτό κατά τη γνώμη τους, συγκροτεί μια μορφή «Ισλαμοαριστεράς», κατηγορία που απευθύνουν κυρίως στο βρετανικό τροτσκιστικό κόμμα SWP (Socialist Workers’ Party) ή σε άλλες αριστερές οργανώσεις, που ασχολούνται εμφατικά ή και κυρίαρχα με τον αγώνα κατά της «ισλαμοφοβίας».

Η άποψη του Μπρυκνέρ αντανακλά έναν φιλελευθερισμό πιο σαφώς δυτικοκεντρικό-διαφωτιστικό και πιο ρεαλιστικό από τον μεταμοντέρνο φιλελευθερισμό της «πολυπολιτισμικότητας» και της απόλυτης ανεκτικότητας προς το διαφορετικό. Έναν φιλελευθερισμό που κάπως αντιλαμβάνεται ότι η πλήρης ανεκτικότητα μπορεί να δημιουργήσει μια δυναμική όπου ο «ανεχόμενος», ιδίως στις ακραίες εκδοχές του, μπορεί να προβάλει μιαν αξίωση κυριαρχίας κι όχι απλώς ισότιμης και αρμονικής συμβίωσης. Επίσης, η εικόνα αριστερών οργανώσεων, ιδίως της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, οι οποίες χάριν της «μη ισλαμοφοβίας» αποποιούνται την πολιτική κριτική στον τζιχαντισμό, ακόμη και σε τρομοκρατικές καθαρά δράσεις του, είναι, δυστυχώς βέβαια, πολύ πραγματική. Στη χώρα μας, μετά τα τζιχαντιστικά πρόσφατα χτυπήματα, με την εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος τοποθετείται φιλογαλλικά περισσότερο ως κρατικό κόμμα και όχι λόγω της «αριστεροσύνης» του, τόσο το ΚΚΕ αλλά και τόσο, ή ακόμη παραπάνω, οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ποίησαν την νήσσα για τα χτυπήματα. Οι τελευταίες, ιδίως, θεωρούν βέβηλο και «ισλαμοφοβικό» ακόμη και να αναφέρεται κανείς στην τυφλή τρομοκρατία του τζιχαντιστικού Ισλάμ. Το να θέτεις το ζήτημα του κινδύνου ρατσιστικών αντιισλαμικών δράσεων εν είδει συλλογικής ευθύνης είναι μεν βάσιμο. Το να παρασιωπάς, όμως, ή να υποτιμάς τρομερά το πρόβλημα αυτής της ανορθολογικής τυφλής βίας σε μετατρέπει τελικά σε βουβό απολογητή της.

Νομίζουμε, όμως, ότι η αιτία αυτής της μάλλον διεθνούς στάσης πολλών αριστερών οργανώσεων δεν αφορά τόσο ή κυρίως τη χρήση του τζιχάντ ως αντικαπιταλιστικού ή αντιιμπεριαλιστικού όπλου. Δεν βρισκόμαστε το 1920 στην Μπουχάρα, όπου ο Ζηνόβιεφ στο Συνέδριο των Λαών της Ανατολής ζητούσε τη συμμαχία Τρίτης Διεθνούς και Ισλάμ κατά του βρετανικού ιμπεριαλισμού. Η στάση αυτή των αριστερών οργανώσεων αφορά, κυρίως, την ιδεολογική παράδοσή τους, πλέον σχεδόν άνευ όρων, στον μεταμοντέρνο δικαιωματισμό και σε μια «θρησκευτικού τύπου» προσήλωση στην ετερότητα και τη διαφορά. Όποιος είναι «έτερος» έχει όλα τα δικαιώματα ή προνόμια στη δράση του, χωρίς κανένα όριο, ενώ οι «όμοιοι» (δηλαδή ο μη μουσουλμανικός δυτικός πληθυσμός, που πλέον μόνο πολύ μερικά είναι χριστιανικός) φέρουν συλλογικά την ευθύνη για κάθε έγκλημα ή εξουσιαστική δράση των δυτικών κρατών και η ίδια η θυσίασή τους καθίσταται μια δραστηριότητα υποφερτή, που απαγορεύεται να την επικρίνεις. Αυτοί, βέβαια, δεν είναι κανόνες αρμονικής συνύπαρξης των πολιτισμών. Η διαπλοκή των οργανώσεων αυτών με τις ΜΚΟ της «επιχειρηματικής πολυπολιτισμικότητας» οξύνει ακόμη παραπάνω το πρόβλημα. Η επίκριση σε βίαιες πρακτικές του ακραίου Ισλάμ μπορεί να σημάνει και στέρηση της υλικής και χρηματικής στήριξης αυτών των οργανώσεων, εν μέρει τουλάχιστον, από το διεθνές δίκτυο του δικαιωματισμού. Στο δε κοινό τους, όπως το έχουν διαμορφώσει νοητικά, μπορεί να εκληφθεί ως «ισλαμοφοβική» ή και δυτικοκεντρική-φιλοϊμπεριαλιστική ή εθνικιστική. Κάτι τέτοιο δεν θα «πούλαγε»» καλά σε επικοινωνιακό επίπεδο. Η επιμονή στις ιδεολογικές διακηρύξεις ενέχει και μια γενναία διάσταση κυνισμού.

Παραπομπές
1) Βλ. σε Pascal Bruckner, «The Tyranny of Guilt. An Essay on Western Masochism», Princeton University Press , 2010, κ.α.

ΠΗΓΗ: https://edromos.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.