Θύμα πολιτικής αναβλητικότητας η οικονομία

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΡΥΔΗ

Αυτή την ώρα που ο πληθωρισμός βρίσκεται σε ανοδική πορεία, η κυπριακή οικονομία, όπως βέβαια και οι πολίτες, καλούνται για ακόμα μια φορά να πληρώσουν το τίμημα της ακρίβειας.

Καλούνται όμως –δυστυχώς– να πληρώσουν ακόμα ένα σκληρό τίμημα. Αυτό της αναβλητικότητας, της ατολμίας και του εφησυχασμού της μεγάλης πλειοψηφίας του πολιτικού συστήματος.

Το λέμε τούτο γιατί:

Πρώτον: Από την κυπριακή οικονομία απουσιάζει ο υγιής ανταγωνισμός. Υπάρχουν καρτέλ (π.χ. στα καύσιμα, στις τράπεζες κ.λ.π.), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και τους πολίτες.

Υπάρχουν μονοπώλια και ολιγοπώλια που εκμεταλλεύονται τη δεσπόζουσα θέση τους.

Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της Επιτροπής Προστασίας Ανταγωνισμού (ΕΠΑ), ο ανταγωνισμός σε μεγάλο εύρος της αγοράς είναι από ανύπαρκτος έως περιορισμένος.

Στις 5 Φεβρουαρίου 2020 –με την ευκαιρία της συζήτησης των υπερχρεώσεων των τραπεζών και των τιμών των αεροπορικών εισιτηρίων– λέχθηκε στη Βουλή πως η ΕΠΑ χρειάζεται τεχνολογική αναβάθμιση και άλλα εργαλεία υψηλής ψηφιακής πολιτικής, για να μπορέσει να κάνει ικανοποιητικά και ποιοτικά τη δουλειά της. Και τούτο γιατί, οι εταιρείες που νοθεύουν τον ανταγωνισμό, τεχνολογικά την έχουν ξεπεράσει, αφού διαθέτουν καλύτερο τεχνολογικό οπλοστάσιο.

Πρόκειται για ένα θέμα και μια αδυναμία που υφίσταται και σήμερα. Κατά καιρούς χάθηκαν υποθέσεις στα δικαστήρια, λόγω προβληματικών διορισμών που έκανε η κυβέρνηση στην ΕΠΑ. Αυτή η κατάσταση αποτελεί τροχοπέδη στην απρόσκοπτη λειτουργία της Επιτροπής.

Για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ΕΠΑ υπάρχουν και διαχρονικές πολιτικές ευθύνες. Η Επιτροπή πρέπει να στελεχωθεί με το απαραίτητο και καλά καταρτισμένο προσωπικό, ώστε να μπορέσει με αποτελεσματικό τρόπο να μελετήσει όλες τις υποθέσεις που βρίσκονται ενώπιον της, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν καρτέλ σε μια σειρά προϊόντων και υπηρεσιών πρώτης ανάγκης. Ανάλογης στελέχωσης πρέπει να τύχει και η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή, η οποία καλείται να διεκπεραιώσει ένα τεράστιο όγκο εργασίας, προς όφελος πάντα του πολίτη και του δημοσίου συμφέροντος.

Δεύτερον: Η Κύπρος, παρά την ολόχρονη ηλιοφάνεια, είναι απόλυτα εξαρτώμενη στο πετρέλαιο. Η Κύπρος, όπως αναφέρουν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, έχει τον τρίτο υψηλότερο δείκτη ενεργειακής εξάρτησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με 93.4%. Σχεδόν όλη η ενέργεια (94.9%) που καταναλώνεται στην Κύπρο προέρχεται από τη χρήση προϊόντων πετρελαίου.

Και αυτό σημαίνει πως, κάθε φορά που αυξάνεται διεθνώς η τιμή του «μαύρου χρυσού», (όπως καθιερώθηκε να λέγεται το πετρέλαιο), στην Κύπρο χύνουμε τα μαύρα δάκρυα της απρονοησίας.

Σήμερα φαίνεται πως, ως χώρα, δεν εκπληρώσαμε έγκαιρα και αποτελεσματικά τις ενεργειακές μας υποχρεώσεις και αυτό κοστίζει και σε χρήματα, αλλά κοστίζει και στο περιβάλλον.

Πληρώνουμε εκατομμύρια ευρώ σε ρύπους. Τουλάχιστον το 1/5 των λογαριασμών της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (ΑΗΚ) είναι ενεργειακές επιβαρύνσεις. Είναι επιβαρύνσεις απρονοησίας, αναβλητικότητας, ατολμίας και πολιτικού εφησυχασμού.

Και το θέμα βεβαίως δεν είναι σημερινό, αλλά χρονολογείται. Να θυμίσω μόνο πως, επί διακυβέρνησης του μ. Δημήτρη Χριστόφια, επί των τιμολογίων της ΑΗΚ επιβάλλετο 1.9% ως επιπρόσθετη χρέωση (χαρακτηρίσθηκε τότε ως χαράτσι), λόγω της καθυστέρησης στην έλευση του φυσικού αερίου.

Ήταν το 2011-2012. Σήμερα, ως προς τα ενεργειακά, είμαστε περίπου θεατές στο ίδιο έργο. Είμαστε πολύ πίσω στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).  Πρόσφατα, έρευνα που έγινε από τον οίκο ΕΥ (Ernst and Young), δείχνει πως η Κύπρος δεν βρίσκεται στον κατάλογο των 40 χωρών ανά τον κόσμο με τον ψηλότερο δείκτη ελκυστικότητας επενδύσεων που αφορούν τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Στη Βουλή, αυτή την εποχή, στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, εξετάσθηκε το θέμα των ΑΠΕ στον γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα. Φαίνεται πως και εδώ υπάρχει σοβαρή καθυστέρηση (ίσως λόγω και της ανάμειξης πολλών κυβερνητικών υπηρεσιών), με τους ειδικούς να μιλούν για την ανάγκη εισαγωγής των ΑΠΕ στον πρωτογενή τομέα με τρόπο απλό, γρήγορο και όχι γραφειοκρατικό.

Περιορισμένες οι συγκοινωνίες 

Τρίτον: Στην Κύπρο δεν υπάρχει το φθηνό δημόσιο μεταφορικό μέσο. Απουσιάζουν οι δημόσιες βιώσιμες συγκοινωνίες. Ως εκ τούτου, οι Κύπριοι πολίτες είναι απόλυτα εξαρτώμενοι από το ιδιωτικό αυτοκίνητο, με ό,τι αυτό ισοδυναμεί για τη ρύπανση του περιβάλλοντος και τον ιδιωτικό οικογενειακό προϋπολογισμό.

Γίνονται εδώ και χρόνια κουβέντες και συζητήσεις, αλλά το αποτέλεσμα κινείται γύρω από τον άξονα του μηδέν, αφού το κυκλοφοριακό πρόβλημα, αντί να ελαχιστοποιείται, καθημερινά πολλαπλασιάζεται.

Θυμάμαι αρκετούς υπουργούς Συγκοινωνιών να κάνουν τη διαδρομή Τσέρι – Λευκωσία με το λεωφορείο για να δουν τι ακριβώς συμβαίνει. Ούτε τότε έγινε κάτι δραστικό. Απλά τούς έμεινε εκείνους ο περίπατος και εμάς το πρόβλημα. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, με την ακρίβεια των καυσίμων να τραβά την ανηφόρα, βλέπουμε εδώ και χρόνια χιλιάδες Κύπριους (που έχουν εξοικειωθεί με την τουρκική κατοχή) να πηγαίνουν στα κατεχόμενα και να αγοράζουν φθηνά και αμφιβόλου ποιότητας καύσιμα.

Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση, το επίσημο κράτος στέκεται με απάθεια. Βλέπει, σιωπά και ανέχεται δίπλα από την Κυπριακή Δημοκρατία να δραστηριοποιείται μια παραοικονομία, με ό,τι αυτό ισοδυναμεί για τη νομιμότητα, αλλά και για τα έσοδα του δημοσίου.

Τελευταία ελπίδα διόρθωσης αυτής της παρανομίας αποτελεί η πρόσφατη δήλωση του υπουργού Οικονομικών Κωνσταντίνου Πετρίδη (στον Φιλελεύθερο, 19 Οκτωβρίου 2021), σύμφωνα με την οποία «θα πρέπει να αυξηθούν οι έλεγχοι από τις Τελωνειακές Αρχές στα οδοφράγματα και στην Πράσινη Γραμμή», καθώς, όπως είπε, έφθασαν ενώπιον του καταγγελίες, σύμφωνα με τις οποίες βυτιοφόρα μεταβαίνουν από τις ελεύθερες περιοχές στα κατεχόμενα και ανεφοδιάζουν τα οχήματά τους με καύσιμα.  Σημειώνουμε την υπουργική δημόσια δήλωση και αναμένουμε. Ελπίζουμε να μην μείνει και αυτός ο υπουργός εκτεθειμένος με τα λεγόμενα του.

Συμπέρασμα: Αλλαγή νοοτροπίας και αντιλήψεων

Συμπερασματικά και καταληκτικά λέμε πως πρέπει να αλλάξουμε συμπεριφορές, αντιλήψεις και νοοτροπίες. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας πρέπει να εγκαταλείψει τον εφησυχασμό και την αναβλητικότητα και να βοηθήσει την Κύπρο να αλλάξει ταχύτητα και βηματισμό, αν θέλουμε να διαχειριστούμε σωστά το απαιτητικό αύριο.

Κάποιοι επιστήμονες, με την καθοδήγηση και εποπτεία του Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας, ετοίμασαν με επιστημοσύνη και τεχνοκρατική αντίληψη τη «Μακροπρόθεσμη Στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη της κυπριακής οικονομίας», με γενικό τίτλο «Όραμα 2035». Πολύ φοβούμαι πως οι πολιτικοί μπορούν, στην προσπάθεια υλοποίησης του οράματος, να τους τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια.

Ή να δημιουργήσουν άλλα προβλήματα και δυσκολίες στην εφαρμογή του.

Η συμπεριφορά που επέδειξε το πολιτικό σύστημα στη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αλλά και της Δικαιοσύνης είναι χαρακτηριστική για το τι μπορεί να συμβεί σε άλλες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.

Ανάλογη συμπεριφορά αδικαιολόγητης καθυστέρησης επιδείχθηκε από τις πολιτικές δυνάμεις και για την ψήφιση του νομοσχεδίου που προέβλεπε τη σύσταση της Ενιαίας Υπηρεσίας Επιθεώρησης. Ένα θέμα που έφερε τη σύμφωνη γνώμη των κοινωνικών εταίρων έκανε στη Βουλή τρία χρόνια μέχρι να ψηφιστεί σε νόμο.

Στην οικονομία, ο χρόνος είναι χρήμα και οι σωστές αποφάσεις είναι αυτές που λαμβάνονται στην ώρα τους. Η Κύπρος του αύριο δεν αντέχει άλλους πολιτικούς πειραματισμούς και ακροβασίες. Ενόσω καθυστερούμε να αντιληφθούμε τα απλά και αυτονόητα, θα κάνουμε ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω.

* Υπεύθυνος Τμήματος Οικονομικών Μελετών ΣΕΚ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *