Τι να κάνουμε στο Κυπριακό; Οι σοβαρές ανατροπές της ισορροπίας που καθιερώθηκε το 1974

Η σημαία της ντροπής στον κατεχόμενο Πενταδάκτυλο.. EPA/KATIA CHRISTODOULOU

Του Άγγελου Μ. Συρίγου

Η εισβολή και κατοχή καθιέρωσε την ηγεμονία της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτό φαίνεται από όλες τις προτάσεις επιλύσεως του Κυπριακού που αντανακλούν την τουρκική ισχύ και προσπαθούν να ικανοποιήσουν την επιθυμία της Άγκυρας να έχει παρουσία και να ελέγχει τις εξελίξεις στο νησί μακροπρόθεσμα. 

Τον τελευταίο καιρό τα πράγματα δείχνουν ότι βρισκόμαστε ενώπιον σοβαρών ανατροπών της ισορροπίας που καθιερώθηκε το 1974. Η πρώτη ανατροπή έρχεται από την κυπριακή ΑΟΖ. Δίπλα στο μικρό κοίτασμα «Αφροδίτη» έρχεται το κοίτασμα «Καλυψώ» οι ακριβείς διαστάσεις του οποίου είναι ακόμη άγνωστες. Εξαιρετικά ευοίωνες εμφανίζονται οι προοπτικές και για το τεμάχιο 10 που θα ερευνήσει η EXXON MOBIL. Εάν προστεθούν και τα κοιτάσματα στην αιγυπτιακή και στην ισραηλινή ΑΟΖ, μπορεί να καταστεί οικονομικά βιώσιμη η λειτουργία του αγωγού EastMed.

Ο αγωγός θα μεταφέρει το αέριο από την ανατολική Μεσόγειο στην Ελλάδα δια Κρήτης και από εκεί στις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης. Η ύπαρξη εναλλακτικής πηγής ενεργειακής τροφοδοσίας της ΕΕ είναι κάτι που θέλουν και οι ευρωπαϊκές χώρες και η Αμερική που επιθυμεί να περιορίσει την εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό αέριο.

Η δεύτερη ανατροπή σχετίζεται με την ασφάλεια της Δύσεως. Υπάρχει μία «ζώνη της ειρήνης» και μία «ζώνη του πολέμου». Τα τελευταία χρόνια τα όρια των δύο ζωνών έχουν μετακινηθεί. Η Τουρκία επί δεκαετίες υπήρξε το προπύργιο της Δύσεως και το τελευταίο ασφαλές καταφύγιο της «ζώνης της ειρήνης» δίπλα στη «ζώνη του πολέμου». Μετά το 2010, όμως, οι στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας την έχουν σύρει στη ζώνη του πολέμου. Επίσης, κυρίως λόγω Ερντογάν, δεν  εγγυάται ως χώρα τον προσανατολισμό της προς την Δύση. Οι υποψίες του τελευταίου για τις διασυνδέσεις των ΗΠΑ με τους επίδοξους πραξικοπηματίες του Ιουλίου 1026 τον ωθούν μακριά από τη Δύση. Τα πράγματα δεν έχουν ακόμη κατασταλάξει. Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν να «χάσουν» την Τουρκία, όπως έγινε με το Ιράν το 1979. Ανέχονται τον Ερντογάν και δεν πιέζουν τα πράγματα ιδιαιτέρως. Έχουν, όμως, αρχίσει να προετοιμάζονται για την επόμενη ημέρα. Ελλάδα και Κύπρος αντιμετωπίζονται πλέον ως τα ακραία όρια της «ζώνης της ειρήνης».

Σε αυτό το πλαίσιο καλείται να λειτουργήσει ο Ελληνισμός την αμέσως επόμενη περίοδο. Η κάθε μία από τις δύο αναμενόμενες ανατροπές που προαναφέρθηκαν, θα αρκούσε για να παγώσει οποιεσδήποτε σκέψεις για επανέναρξη των εκ προοιμίου αδιέξοδων συνομιλιών για το Κυπριακό, ή για προτάσεις όπως η λύση των δύο κρατών. Για πρώτη φορά από το 1974 οι προοπτικές εμφανίζονται ευοίωνες για ριζική αλλαγή των ισορροπιών στην ανατολική Μεσόγειο και ενίσχυση του γεωπολιτικού αποτυπώματος Ελλάδος-Κύπρου.

Στόχοι μας τους αμέσως επόμενους μήνες πρέπει να είναι κατ’ αρχάς η ολοκλήρωση του ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η Τουρκία αντιλαμβάνεται το διακύβευμα και είναι διατεθειμένη να προχωρήσει ακόμη και σε πολεμικές ενέργειες. Μέσω συμμαχίων πρέπει να προετοιμαζόμαστε για αυτό το ενδεχόμενο.

Παράλληλος στόχος της εξωτερικής μας πολιτικής πρέπει να είναι η ανάδειξη του άξονα Ελλάδος-Κύπρου ως κύριου παράγοντα πολιτικής σταθερότητας και βάσεως συμμαχιών στο ευρύτερο ασταθές περιβάλλον της ανατολικής Μεσογείου. Στην περίπτωση της Κύπρου αυτό σημαίνει ότι τα ζωτικά συμφέροντα της Δύσεως περνούν μέσα από τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας υπό τη σημερινή της μορφή.

Εάν όλα πάνε καλά και με τα κοιτάσματα και με τη ενίσχυση Ελλάδος-Κύπρου στα μάτια της Δύσεως, μπορούμε να έχουμε αυξημένες ελπίδες ότι ίσως βρεθεί μια λύση για το Κυπριακό που να προσιδιάζει στη δομή ενός σύγχρονου κράτους. Θα βοηθήσει να τεθεί καλύτερα το ερώτημα εάν η Δύση προτείνει σχέδια όπου η Τουρκία θα έχει επεμβατικά δικαιώματα, εγγυήσεις και θα διατηρεί και αριθμό κατοχικών στρατευμάτων. Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα ήθελε το μελλοντικό κράτος της Κύπρου (με τους σημαντικούς ενεργειακούς πόρους) να είναι ενεργούμενο του Ερντογάν; Είναι στο χέρι της διπλωματίας Ελλάδος και Κύπρου να ξαναθέσουν τους όρους του παιχνιδιού συνολικά.

* Αναπληρωτής καθηγητής διεθνούς δικαίου & εξωτερικής πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *