Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και τα ΜΟΕ που οδήγησαν σε μεγαλύτερα οφέλη για την τουρκική πλευρά

FILE PHOTO. Το οδόφραγμα στη Ζώδια που άνοιξε το 2005/ Χρίστος Αβρααμίδης/ ΓΤΠ

 Του Ανδρέα Θεοφάνους

Όταν στις 23 Απριλίου 2003 οι κατοχικές αρχές προχώρησαν μονομερώς στη μερική άρση των απαγορεύσεων στην ελεύθερη διακίνηση, δημιουργήθηκε ένα πανηγυρικό κλίμα και πολλοί έσπευσαν να το παραλληλίσουν με την πτώση του τείχους του Βερολίνου.  Η σύγκριση όμως ήταν άστοχη. 

Ενώ στην περίπτωση της Γερμανίας η πτώση του τείχους σηματοδοτούσε την αποκατάσταση της ενότητας της χώρας, στην Κύπρο εκ των πραγμάτων ισχυροποιήθηκε το κατοχικό καθεστώς οικονομικά, κοινωνικά αλλά και πολιτικά. Η κίνηση Ντενκτάς, σε συνεργασία με την Άγκυρα, αποσκοπούσε αφ’ ενός στην εκτόνωση της πίεσης έναντι του κατοχικού καθεστώτος και αφ’ ετέρου στη δημιουργία θετικών εντυπώσεων διεθνώς.

Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το αφήγημα της τουρκικής πολιτικής ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν μπορούν να συμβιώσουν και ως εκ τούτου η θέση ότι «η αυστηρή διζωνικότητα ή και ακόμα ο οριστικός διαχωρισμός είναι απαραίτητος». Είναι προφανές ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν αξιοποίησε επαρκώς τα δεδομένα.  Η πολιτική ηγεσία ακολουθούσε αμήχανα τις εξελίξεις. Το κυριότερο όμως σφάλμα ήταν ότι δεν αξιοποίησε τη δυναμική για να υποβάλει πλαίσιο αρχών για λύση με μια ενοποιητική ομοσπονδιακή φιλοσοφία καθώς και εισηγήσεις για περαιτέρω μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης με αμοιβαία οφέλη.  Το τι ακολούθησε είναι γνωστό.

Αναμφίβολα οι κινήσεις και τα μονομερή μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης έγιναν με τρόπο που οδήγησαν σε πολύ μεγαλύτερα οφέλη για την τουρκική πλευρά.  Υπήρξε η οικονομική ένεση, το άνοιγμα των Τουρκοκυπρίων προς τον έξω κόσμο (παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να γίνεται λόγος περί απομόνωσης) και η αναβάθμιση του κατοχικού καθεστώτος.  Και όλα αυτά χωρίς να υπάρξουν χειροπιαστά οφέλη για τους Ελληνοκύπριους. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι μετά τις 23 Απριλίου του 2003 οι Τουρκοκύπριοι απολαμβάνουν αρκετά από τα αγαθά της Κυπριακής Δημοκρατίας και της ΕΕ (μετά την 1 Μαΐου 2004) χωρίς όμως υποχρεώσεις.

Εάν οι κινήσεις για αναβάθμιση του κοινωνικοοικονομικού επιπέδου των Τουρκοκυπρίων συνοδεύονταν με κάποιες παραχωρήσεις προς την ελληνοκυπριακή πλευρά (π.χ. επιστροφή της κλειστής πόλης της Αμμοχώστου) αυτό θα ήταν ένα ουσιαστικό και βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Αντί τούτου, συνεχίσθηκε η εκμετάλλευση ελληνοκυπριακών περιουσιών με αμείωτο ρυθμό καθώς και η αμφισβήτηση της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, η τουρκική πολιτική έκτοτε όχι μόνο δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε διάθεση για ένα έντιμο συμβιβασμό αλλά παραμένει προσηλωμένη στους στόχους της. Η τουρκοκυπριακή πλευρά, σε πλήρη σύμπλευση με την Άγκυρα, εξακολουθεί, μεταξύ άλλων, να προωθεί τέσσερις βασικούς στόχους:

  1. τη νομιμοποίηση της κατοχικής οντότητας,
  2. την ουσιαστική βελτίωση της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης στην κατεχόμενη Κύπρο,
  3. τη δημιουργία νέων δημογραφικών δεδομένων στην Κύπρο,
  4. τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αντικατάστασή της από μια ομοσπονδο-συνομοσπονδιακή οντότητα.

Τα τελευταία χρόνια η Κυπριακή Δημοκρατία προσπάθησε να αναπτύξει και μια ενεργειακή στρατηγική η οποία όμως έχει τους τελευταίους μήνες αμφισβητηθεί έντονα από την Άγκυρα. Η τουρκοκυπριακή ηγεσία έχει ακολουθήσει την Άγκυρα και σε αυτή την επιλογή της. Πέραν τούτου θα ήταν απρονοησία να παραγνωρίσουμε την Ισλαμοποίηση που λαμβάνει χώρα στα κατεχόμενα καθώς και τις δημογραφικές αλλαγές με τον συνεχιζόμενο εποικισμό.

Είναι προφανές ότι θα πρέπει να επαναξιολογηθεί η πολιτική μας.  Ταυτόχρονα θα πρέπει να κατανοηθεί ότι η εκάστοτε τουρκοκυπριακή ηγεσία δεν μπορεί να κάνει οποιοδήποτε ουσιαστικό βήμα χωρίς την έγκριση της Άγκυρας. Υπογραμμίζεται συναφώς ότι οι διαπραγματεύσεις κατέρρευσαν τον περασμένο Ιούλιο παρά το γεγονός ότι εν πολλοίς εξυπηρετούντο οι τουρκικοί στόχοι με την υφιστάμενη βάση των συνομιλιών. Ήταν ο τουρκικός μαξιμαλισμός που οδήγησε σε αυτό το αποτέλεσμα.

Αναμφίβολα απαιτείται νηφαλιότητα, σοβαρότητα καθώς και πειστικό αφήγημα για μια νέα προσέγγιση στο Κυπριακό. Θα ήταν λάθος να συνεχισθεί μια πολιτική η οποία όχι μόνο δεν οδήγησε σε θετικά αποτελέσματα αλλά έχει επικίνδυνα διολισθήσει προς τις τουρκικές θέσεις.

*Πρόεδρος του Κυπριακού Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Υποθέσεων καθώς και του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Διακυβέρνησης του Πανεπιστημίου Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *