Το δια παραλείψεως εθνικό έγκλημα Λευκωσίας και Αθήνας

Άτυπη Πενταμερής Διάσκεψη για το Κυπριακό Παλάτι των Εθνών, Γενεύη, Ελβετία Εναρκτήριες αναφορές του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών κ. António Guterres, των ηγετών των δύο κοινοτήτων και των Υπουργών Εξωτερικών των τριών εγγυητριών δυνάμεων. ΚΥΠΕ

Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΛΥΓΕΡΟΥ

Στο τέταρτο άρθρο αυτής της τετραλογίας για τη στρατηγική διάσταση του Κυπριακού, θα αναφερθώ στο σκανδαλώδες γεγονός ότι Λευκωσία και Αθήνα χειρίζονται το Κυπριακό λες και δεν έχει αλλάξει τίποτα στις σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και τη Δύση ευρύτερα, λες και βρισκόμαστε 15 χρόνια πριν. Στην πραγματικότητα, πρόκειται δια παραλείψεως εθνικό έγκλημα. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχουν συντελεστεί βαρυσήμαντες γεωπολιτικές μετατοπίσεις που επηρεάζουν καθοριστικά την περιοχή μας.

Η αναγνώριση της Αρμενικής Γενοκτονίας είναι ο πιο πρόσφατος κρίκος σε μία αλυσίδα δημόσιων ή παρασκηνιακών πληγμάτων που η Ουάσινγκτον έχει καταφέρει τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία. Είναι κοινό μυστικό ότι οι σχέσεις τους είναι στα όρια της ρήξης. Μπορεί οι Αμερικανοί να ελπίζουν ακόμα ότι θα επαναφέρουν την Τουρκία στο “δυτικό μαντρί”, αλλά ήδη προετοιμάζονται και για το χειρότερο σενάριο, δημιουργώντας σταδιακά εναλλακτικές λύσεις. Κεντρικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία παίζει η Ελλάδα, όπως έχει φανεί από τις στρατιωτικές διευκολύνσεις που έχει ήδη παραχωρήσει στις ΗΠΑ και από όσες πρόσθετες βρίσκονται σε φάση συνομιλιών.

Όταν, λοιπόν, υπάρχει ένα τόσο αρνητικό κλίμα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις και ένα αντιστρόφως τόσο θετικό κλίμα στις ελληνοαμερικανικές, είναι δυνατόν το Κυπριακό να έχει αφεθεί να αντιμετωπίζεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα τα τελευταία 10 χρόνια; Κι όμως, είναι. Και γι’ αυτό πρωτίστως και κυρίως ευθύνη έχουν η Αθήνα και η Λευκωσία, οι οποίες, ως άμεσα ενδιαφερόμενες-θιγόμενες θα έπρεπε όχι μόνο να έχουν εγείρει ζήτημα, αλλά και να το έχουν μετατρέψει σε κεντρικό άξονα της ελληνικής και κυπριακής διπλωματίας.

Μπορεί κανείς να καταλάβει γιατί το 2004 οι ΗΠΑ στήριξαν με κάθε τρόπο το σχέδιο Ανάν. Τότε, ο Ερντογάν ήταν “αγαπημένο παιδί” τους, ο “ισλαμοδημοκράτης” που (στο μυαλό τους) θα λειτουργούσε σαν φιλοδυτικό παράδειγμα για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο. Για μία ακόμα φορά τα δυτικά πολιτικά επιτελεία και οι βαρύγδουπες δεξαμενές σκέψης διαψεύσθηκαν οικτρά.

Γραφειοκρατική διαχείριση

Σήμερα, λοιπόν, που όλη εκείνη η “αναμφισβήτητη σοφία” για την Τουρκία του Ερντογάν έχει βρει τη θέση που της αξίζει στα σκουπίδια της Ιστορίας, δεν θα έπρεπε Αθήνα και Λευκωσία να το εκμεταλλευθούν; Γιατί αφήνουν το Κυπριακό να παραμένει στην τρέχουσα γραφειοκρατική διαχείριση χαμηλόβαθμων διπλωματών του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι οποίοι λειτουργούν με κεκτημένη ταχύτητα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις αλλαγές στη “μεγάλη εικόνα”;

Γιατί στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο δεν υπενθυμίζουν σε κάθε ευκαιρία στην Ουάσινγκτον πόσο αρνητικά θα είχαν επηρεαστεί τα αμερικανικά συμφέροντα εάν είχε περάσει το σχέδιο Ανάν; Δεν πρόκειται για ισχυρισμό. Συμφέρει την Ουάσιγκτον η γεωπολιτικά πολύτιμη Κύπρος να περιέλθει επί της ουσίας στον γεωστρατηγικό έλεγχο μίας Τουρκίας, η οποία σταθερά εδώ και χρόνια διολισθαίνει μακριά από τη Δύση; Προφανώς όχι. Κι αυτό δεν πρόκειται να το αρνηθεί κανείς σοβαρός Αμερικανός αξιωματούχος.

Είναι κοινό μυστικό ότι η Γραμματεία του ΟΗΕ κινείται στο πλαίσιο που της είχε υπαγορεύσει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τις προηγούμενες δεκαετίες. Γιατί, λοιπόν, Αθήνα και Λευκωσία αφήνουν να συνεχίζεται αυτό; Επιχειρήματα που αγγίζουν την αμερικανική ευαισθησία έχουν και μάλιστα πολύ ισχυρά. Γιατί δεν τα θέτουν στις διπλωματικές επαφές όλων των επιπέδων, με σκοπό να προκαλέσουν μία αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής;

Όπως προανέφερα, δεν πρόκειται για ανεδαφική επιδίωξη. Οι τουρκικές επιδιώξεις στην Κύπρο απειλούν τα πραγματικά συμφέροντα των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο, έστω κι αν τα στερεότυπα που έρχονται από το παρελθόν και η γραφειοκρατική αδράνεια δεν έχουν ακόμα επιτρέψει στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ να προσαρμόσει την πολιτική του για το Κυπριακό στα νέα γεωπολιτικά δεδομένα.

Δια παραλείψεως εθνικό έγκλημα

Η αμερικανική εξωτερική πολιτική γενικά θυμίζει τάνκερ. Στρίβει (αλλάζει) πολύ αργά. Χαρακτηρίζεται από γραφειοκρατική αδράνεια, η οποία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν πρόκειται για ένα ζήτημα που δεν βρίσκεται στις πρώτες σειρές της αμερικανικής ατζέντας. Και στην Ουάσινγκτον, βεβαίως, δεν κοιμούνται και ξυπνάνε με το μυαλό τους στο Κυπριακό.

Πολύ περισσότερο, όταν οι άμεσοι ενδιαφερόμενοι-θιγόμενοι, η Λευκωσία και η Αθήνα, δεν κάνουν πραγματικά τίποτα για να επανατοποθετήσουν το Κυπριακό στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που ήδη διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Απλώς, συνεχίζουν να επαναλαμβάνουν με κραυγαλέο πολιτικό αυτισμό την αποδεδειγμένα από τα γεγονότα αδιέξοδη θέση “λύση στη βάση της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας”!

Ας μην ξεχνάμε ότι κάτω από αυτόν τον τίτλο έχει συσσωρευθεί ένα διαπραγματευτικό κεκτημένο, το οποίο οδήγησε στο δυνάμει καταστροφικό σχέδιο Ανάν και δεν μπορεί να οδηγήσει παρά μόνο σε παραλλαγή εκείνου του σχεδίου. Είναι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο που η αναθεώρηση στρατηγικής από μηδενική βάση είναι κάτι περισσότερο από επιβεβλημένη. Έπρεπε να είχε γίνει το 2004, αλλά κάλιο αργά παρά ποτέ.

Τουλάχιστον πάγωμα

Όταν, λοιπόν, Λευκωσία και Αθήνα συμπεριφέρονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, προφανώς δεν θα είναι η Ουάσινγκτον που θα αλλάξει το πλαίσιο για ένα ελληνικό πρόβλημα. Θα μπει σε διαδικασία να αναθεωρήσει την πολιτική της μόνο εάν ωθηθεί από τους άμεσα θιγόμενους προς αυτή την κατεύθυνση. Αλλά κι αν οι Αμερικανοί διστάσουν να αλλάξουν πολιτική, σίγουρα θα συμφωνήσουν πως είναι και για το δικό τους συμφέρον να παγώσουν τις διπλωματικές διαδικασίες που δρομολογεί ο Γκουτέρες μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο με τον Ερντογάν και τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Το ίδιο ισχύει και για το Ισραήλ. Μπορεί για τους Ισραηλινούς να είναι εφιάλτης η Κύπρος να περάσει υπό τον γεωστρατηγικό έλεγχο της Τουρκίας, αλλά δεν είναι αυτοί που θα ορίσουν τον τρόπο και το πλαίσιο επίλυσης του Κυπριακού. Εάν, όμως, η Λευκωσία και η Αθήνα άλλαζαν γραμμή πλεύσης, εάν απεγκλωβίζονταν από την παγίδα της δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας και αναζητούσαν εναλλακτική στρατηγική, το Τελ Αβίβ θα έσπευδε για το δικό του συμφέρον να τις στηρίξει και τοπικά και στις ΗΠΑ μέσω του εβραϊκού λόμπι.

Αυτό είναι το πραγματικό τοπίο στο Κυπριακό, έστω κι αν Λευκωσία και Αθήνα εμμένουν αυτιστικά στην εδώ και δεκαετίες διπλωματική πεπατημένη. Δεν συνειδητοποιούν, άραγε, ότι όλο αυτό το γεωστρατηγικό πλέγμα που έχει υφανθεί τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο και το οποίο απομονώνει την Τουρκία, θα διαλυθεί εάν δρομολογηθούν διαδικασίες λύσης του Κυπριακού όχι μόνο με συνομοσπονδία, αλλά και με την “δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία” που έχει κάνει σημαία η ελληνοκυπριακή και ελλαδική πλευρά; Όπως έδειξε και το σχέδιο Ανάν, άλλωστε, αυτός ο τίτλος δεν είναι τίποτα άλλο από ένα υβρίδιο. Ομοσπονδίας, όπου συμφέρει την τουρκική πλευρά και συνομοσπονδίας επίσης όπου συμφέρει την τουρκική πλευρά.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *