Το διεθνές σύστημα στην εποχή της πανδημίας: Η μεταβαλλόμενη διεθνής τάξη και οι συνέπειες του COVID-19

ΣΚΙΤΣΟ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΓΚΟΥΜΑ

Του ΜΙΧΑΛΗ ΚΟΝΤΟΥ

Η εποχή μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χαρακτηρίζεται από μια ραγδαία αυξανόμενη ένταση του φαινομένου της διεθνούς οργάνωσης, δηλαδή της δημιουργίας διεθνών οργανισμών και της αντίστοιχης δέσμευσης των κυρίαρχων κρατών στα πλαίσια θεσμών και κανόνων διεθνούς συμπεριφοράς. Κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή σε αυτή την τάση προστέθηκε και το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης και, λίγο αργότερα, η τεχνολογική επανάσταση της επικοινωνίας και του διαδικτύου των πραγμάτων.

Η εξελικτική αυτή διαδικασία συνοδευόταν (και ενισχυόταν) όλα αυτά τα χρόνια από ένα πλέγμα αξιών δυτικής προέλευσης αλλά παγκόσμιας αντανάκλασης, στο επίκεντρο των οποίων βρισκόταν η ιδέα της ανεπίστρεπτης ανθρώπινης προόδου και της υπέρβασης των εθνο-κρατικών στεγανών. Η θεωρία των διεθνών σχέσεων έχει επιχειρήσει να διαχειριστεί αυτό το φαινόμενο με διάφορους τρόπους, από διάφορα σημεία εκκίνησης. Αρκετές θεωρίες, παρά τις διαφορετικές τους εστιάσεις, κατατείνουν στο ότι στη μεταπολεμική εποχή έχει διαμορφωθεί ένα είδος πλουραλιστικής, παγκόσμιας κοινωνίας, στα πλαίσια της οποίας τα κράτη, οι διεθνείς οργανισμοί, ιδιωτικοί  οικονομικοί παράγοντες και άτομα τελούν σε μια σχέση πολυεπίπεδης και βαθιάς αλληλεπίδρασης πολλαπλών κατευθύνσεων. Μοιράζονται κοινούς κανόνες, στάσεις και αποδεκτές συμπεριφορές και συγκροτούν μια παγκόσμια τάξη πραγμάτων που κινείται στο ενδιάμεσο μεταξύ της βίαιης αναρχίας και της επιθυμητής διεθνούς δικαιοσύνης.

Το ξέσπασμα της πανδημίας του COVID-19 έχει καταδείξει μια σειρά από αδυναμίες σε όλα τα επίπεδα της παγκόσμιας κοινωνίας. Η παγκόσμια κρίση, αποτέλεσμα της εν λόγω πανδημίας, έρχεται σε μια εποχή κατά την οποία, αφ’ ενός, τα κύματα μετανάστευσης και προσφυγικών ροών προκαλούν έντονες συζητήσεις σχετικά με τη βιωσιμότητα του καθεστώτος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. αφ’ εταίρου, οι πάλαι ποτέ στέρεοι πυλώνες της διεθνούς φιλελεύθερης τάξης (Ηνωμένες Πολιτείες και Ηνωμένο Βασίλειο) φαίνεται να υποχωρούν από τον κεντρικό ρόλο παγκόσμιας πολιτικής και οικονομικής ηγεσίας στον οποίο βρέθηκαν κατά τη μεταπολεμική και μεταψυχροπολεμική περίοδο. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι αδυναμίες αυτές φαίνεται να υπογραμμίζουν σημαντικές τάσεις αλλαγής στο διεθνές σύστημα, οι οποίες προϋπήρχαν αλλά πιθανόν να επιταχυνθούν μέσα στα επόμενα χρόνια λόγω και των συνεπειών της πανδημίας. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά πώς επηρεάζονται τα δύο βασικά επίπεδα της παγκόσμιας κοινωνίας: η διεθνής οργάνωση και το κράτος.

  • Διεθνής οργάνωση, διεθνής φιλελεύθερη τάξη και παγκοσμιοποίηση: αλλεπάλληλοι, μεταδοτικοί κραδασμοί

Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ιδρύθηκε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), με βασικό σκοπό τη διαφύλαξη της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Επρόκειτο για τον πρώτο οικουμενικό διεθνή οργανισμό, επίκεντρο ενός εκτεταμένου συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης μαζί με μια σειρά ειδικευμένων οργανώσεων, που κάλυπτε ολόκληρο σχεδόν το θεματικό φάσμα της εθνικής αρμοδιότητας. Λίγα χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του ’50, με τις συνθήκες του Παρισιού και της Ρώμης, ιδρύθηκαν οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες. Αποτέλεσαν το πρώτο, επαναστατικό εγχείρημα εκχώρησης κρατικής κυριαρχίας η οποία, μέχρι τότε, αποτελούσε θέσφατο για το πολιτικά και νομικά απροσπέλαστο κράτος. Οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες εξελίχθηκαν και άκμασαν και, παρά τα προβλήματα, έκαναν άλλο ένα θαρραλέο βήμα στις αρχές της δεκαετίας του ’90: ιδρύθηκε τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) η οποία, πέραν του κεκτημένου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κυρίως οικονομικής φύσεως), πρόσθεσε στο ενωσιακό οικοδόμημα επιπλέον πυλώνες πολιτικής ενοποίησης.

Η ευφορία που κυριάρχησε στο δυτικό κόσμο μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης δημιούργησε αντιλήψεις περί μιας οριστικής νίκης της φιλελεύθερης δημοκρατίας και της οικονομίας της αγοράς, εις βάρος του ολοκληρωτισμού και της κεντρικά σχεδιασμένης οικονομίας. Η εξέλιξη αυτή έδωσε ώθηση σε ένα αμοιβαία ενισχυόμενο δίπολο, κυρίαρχο πλέον στα πλαίσια της διεθνούς κοινότητας: αφ’ ενός, οι φιλελεύθερες πολιτικές ιδέες και αρχές όπως η προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων  και, αφ’ εταίρου, ένα κύμα οικονομικής παγκοσμιοποίησης, με τον καθοριστικό περιορισμό των εμποδίων στις διεθνείς οικονομικές συναλλαγές. Και οι δύο τάσεις έτειναν να περιορίζουν την κρατική κυριαρχία και να θέτουν εν αμφιβόλω τον κεντρικό ρόλο του κράτους ως βασικού δρώντος στα πλαίσια του διεθνούς συστήματος, προς όφελος των διακυβερνητικών οργανισμών, αλλά και δρώντων της ιδιωτικής σφαίρας (πολυεθνικές εταιρείες, μη κυβερνητικοί οργανισμοί κλπ). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΕ (σταδιακά αλλά σταθερά) υιοθέτησε μια ενιαία αγορά χωρίς περιορισμούς διακίνησης, ένα ενιαίο νόμισμα, έναν νομικά δεσμευτικό Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ενώ επισήμως αντιλαμβανόταν τη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ως γραμμική και διαρκώς εξελισσόμενη, όπως μαρτυρεί το προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (“ever-lasting Union”).

Εν τούτοις, μέσα από αυτή την πρωτοφανή άνθιση των φαινομένων της διεθνούς οργάνωσης κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, καθίστανται πλέον εμφανείς οι αδυναμίες και, ίσως, τα όρια αυτής της διαδικασίας. Σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία, στα πλαίσια μιας σύνθετης οικονομικής αλληλεξάρτησης με βαθιές ρίζες στα κράτη και τις τοπικές κοινωνίες, με ένα πυκνότατο επικοινωνιακό πλέγμα, οι κραδασμοί (ειδικά οι κρίσεις εκείνες που λόγω του χαρακτήρα τους μεταδίδονται εύκολα) τείνουν να επηρεάζουν ταχύτατα ολόκληρο το παγκόσμιο δίκτυο. Το χαρακτηριστικό αυτό καθιστά τα επιτεύγματα των προηγούμενων δεκαετιών ευάλωτα και τις σχετικές θεωρητικές παραδοχές αναθεωρήσιμες. Π.χ. τα τρομοκρατικά κτυπήματα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το κύμα τρομοκρατικών κτυπημάτων που ακολούθησε στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και αλλού, έφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της προστασίας των ατομικών ελευθεριών. Τα μέσα π.χ. τα οποία χρησιμοποίησε η αμερικανική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του φαινομένου, όπως η κήρυξη ενός «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» και ο νόμος Patriot, ήταν χαρακτηριστικά. Ή η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία ξεκίνησε από τις Ηνωμένες Πολιτείες και, με μεγάλη ευκολία, εξαπλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο, προκαλώντας σοβαρούς τριγμούς στα θεμέλια της ΕΕ και μια μεγάλη ρήξη στις σχέσεις του ευρωπαϊκού βορρά με τον ευρωπαϊκό νότο. Πιο πρόσφατα, η προσφυγική κρίση, απότοκο κυρίως του πολυετούς πολέμου στη Συρία, δημιούργησε κεντρόφυγες τάσεις εντός της ΕΕ ως προς την τήρηση των ανοικτών εσωτερικών συνόρων, αλλά και έντονες συζητήσεις ως προς τη βιωσιμότητα του διεθνούς καθεστώτος εξέτασης αιτήσεων ασύλου, αλλά και των σχετικών ευρωπαϊκών ρυθμίσεων.

Το κράτος: η επιστροφή του 

Η κρατική κυριαρχία και η σημασία της για το ευρύτερο πλέγμα των διεθνών σχέσεων δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί. Εκείνο που, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, είχε αμφισβητηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες ήταν η πρωτοκαθεδρία του κράτους: με την ανάπτυξη των διεθνών οργανισμών, την παγκοσμιοποίηση και την τεχνολογική πρόοδο τα κρατικά σύνορα καθίσταντο, σύμφωνα με αυτή την άποψη, πορώδη και, σε κάποιες περιπτώσεις, μόνο συμβολική σημασία είχαν. Οι κρατοκεντρικές θεωρίες της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, οι οποίες απέδιδαν ιδιαίτερη έμφαση στην κατανομή ισχύος μεταξύ των κρατών και την ισορροπία δυνάμεων ως οι κατ’ εξοχήν θεσμοί άτυπης οργάνωσης του άναρχου διεθνούς συστήματος, αμφισβητήθηκαν. Εν τούτοις, από τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας, η υποχώρηση της παγκόσμιας αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας και η έκρηξη νέων γεωπολιτικών ανταγωνισμών σε περιοχές όπως η Μέση Ανατολή και η Ανατολική Ασία, μετέβαλαν άρδην τη συζήτηση. Πλέον αυτό που αμφισβητείται δεν είναι ο ρόλος του κράτους ή της κρατικής κυριαρχίας, αλλά η βιωσιμότητα της διεθνούς οργάνωσης, της διεθνούς φιλελεύθερης τάξης και της παγκοσμιοποίησης.

Περαιτέρω, το κράτος, ως κάτοχος του νόμιμου μονοπωλίου της βίας και ο κατ’ εξοχήν πάροχος ασφαλείας, επανέρχεται ως αυστηρός και απροσπέλαστος νομοθέτης, ένας Leviathan ο οποίος επιχειρεί με κάθε μέσο να διασφαλίσει την εσωτερική τάξη και κοινωνική ηρεμία, εις απάντηση των πολυσύνθετων προκλήσεων της εποχής μας. Ο κλονισμός του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας και η άνοδος της ακροδεξιάς στην ηπειρωτική Ευρώπη, η επέλαση του αυταρχισμού στις παρυφές αυτής, αλλά και η ανάδειξη αμφιλεγόμενων ηγετών (αμφίβολης δέσμευσης απέναντι στην μεταπολεμική διεθνή τάξη) στον αγγλοσαξονικό κόσμο αποτελούν συμπτώματα αυτής της τάσης, με επιταχυντική επίδραση. Είναι εμφανές ότι ο δυτικός κόσμος επαναπροσδιορίζεται και τα ιδεολογήματα των περασμένων δεκαετιών εγκαταλείπονται προς όφελος ενός αναδυόμενου κρατοκεντρισμού. Επιπλέον, η ελλιπής εφαρμογή των αρχών του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ και η εσωτερική αμφισβήτηση των μεταπολεμικών πολυμερών ρυθμίσεων συλλογικής άμυνας (π.χ. ΝΑΤΟ), κατατείνουν προς ανάκαμψη της αρχής της αυτοβοήθειας ως του έσχατου μέσου για την ασφάλεια των κρατών από κάθε μορφής εξωτερικές απειλές.

Τι νέο μας φέρνει ο COVID-19;

Η πανδημία του νέου κορωνοϊού COVID-19 δεν αποτελεί φυσικά κοινωνικό, οικονομικό ή πολιτικό φαινόμενο. Εν τούτοις, ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη επιδιώκουν να τον αντιμετωπίσουν, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει την παγκόσμια οικονομία και τις κοινωνίες εν γένει αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα μελέτης για τις κοινωνικές επιστήμες. Θα μπορούσαμε όμως να υποστηρίξουμε ότι δεν προσθέτει τίποτα στις τάσεις που αναλύονται πιο πάνω, απλώς τις επιβεβαιώνει και τις επιταχύνει.

Αφ’ ενός η παγκοσμιοποίηση κλονίζεται έντονα, ίσως ανεπανόρθωτα: Η σύνθετη αλληλεξάρτηση μεταξύ παραγόντων της δημόσιας και ιδιωτικής σφαίρας φαίνεται να αποτελεί πλέον βασικό σημείο αδυναμίας της παγκόσμιας οικονομίας, ιδιαίτερα η έντονη κινητικότητα που την χαρακτηρίζει (αγαθών, υπηρεσιών, κεφαλαίου και ατόμων). Αυτό ισχύει τόσο λόγω της μεταδοτικότητας της κρίσης, όσο και εξ αιτίας του γεγονότος ότι πλήττονται άμεσα τομείς οι οποίοι στηρίζονται κατ’ εξοχήν σε αυτή την κινητικότητα: ο τουρισμός, οι μαζικές μεταφορές, το λιανικό εμπόριο κ.α. Ο υψηλός δείκτης εξάρτησης των κρατών από τις εισαγωγές αποτελεί σοβαρή αδυναμία των σύγχρονων εθνικών οικονομιών, η οποία επιστρέφει σαν μπούμεραγκ τα κτυπήματα που δέχτηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες οι μικρής κλίμακας εθνικές ή τοπικές βιομηχανίες ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης και των οικονομιών κλίμακας (π.χ. η αδυναμία κρατών, ακόμα και βιομηχανικά προηγμένων, να διασφαλίσουν τις ανάγκες τους σε ιατρικά αναλώσιμα).

Αφ’ ετέρου, αναδεικνύεται περαιτέρω σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο ο μαρασμός των δυτικών αξιών και του διεθνούς ρόλου της Ευρώπης και του αγγλοσαξονικού κόσμου. Η ΕΕ εμφανίζεται για μια ακόμα φορά εσωτερικά διχασμένη ενώπιον μιας κρίσης, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλουν ως παραδείγματα προς αποφυγή ως προς τη διαχείριση της πανδημίας, ενώ, την ίδια στιγμή, η Κίνα δράττεται της ευκαιρίας να επιδείξει την ετοιμότητά της να περάσει το κατώφλι και να καταστεί η νέα ηγέτιδα δύναμη στο διεθνές σύστημα.

Ως προς το κράτος, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει τέλειο μοντέλο πρόσληψης και αντιμετώπισης κρίσεων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις κρίσεων με έντονη διαχυτικότητα, όπως είναι η πανδημία του COVID-19. Όσο πιο μικρός και αθέατος είναι ο εχθρός, τόσο πιο δύσκολος είναι στην αντιμετώπιση. Ως εκ τούτου, τα κράτη αναγκάστηκαν να λάβουν μέτρα πρωτοφανή, ιδιαίτερα για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Εικόνες όπως η σύλληψη πολιτών που βγήκαν για τζόκινγκ, το πλήρες lock-down και η απαγόρευση των κοινωνικών συναθροίσεων και της οικονομικής δραστηριότητας με διατάγματα είναι κάτι για το οποίο κανείς δεν θα στοιχημάτιζε μέχρι και λίγους μήνες προηγουμένως. Είναι εμφανές ότι το κράτος, ακόμη και στις ώριμες φιλελεύθερες δημοκρατίες, παίρνει τα ηνία στα χέρια του με τρόπο που θυμίζει στρατιωτικές δικτατορίες της δεκαετίας του ’70.

Από τον Άννα στον Καϊάφα

Πολύ συχνά, πολιτικές δυνάμεις και κινήματα στην Ευρώπη και τη Β. Αμερική διαφόρων ιδεολογικών αποχρώσεων έστρεφαν τα πυρά τους κατά της παγκοσμιοποίησης, ενώ ασκούσαν έντονη κριτική τόσο στον ΟΗΕ όσο και στην ΕΕ, αλλά και σε άλλα εγχειρήματα διεθνούς οργάνωσης. Με το διεθνές σύστημα να αποβάλλει σταδιακά τα φιλελεύθερα ιδεολογήματα που συνόδευαν τη διεθνή οργάνωση και να κατατείνει ολοένα και περισσότερο προς τον κρατοκεντρισμό και την αρχή της αυτοβοήθειας, πολύ πιθανόν σύντομα να δούμε τις ατομικές ελευθερίες να συρρικνώνονται ακόμη περισσότερο και τις διεθνείς εντάσεις να αυξάνονται. Το μέλλον του δυτικού κόσμου ως το επίκεντρο της παγκόσμιας κοινωνίας διαγράφεται ζοφερό, ιδιαίτερα να λάβει κανείς υπόψη και την άνευ προηγουμένου κρίση ηγεσίας στις δυτικές κοινωνίες.

Πολύ πιθανόν όμως σύντομα, ιδιαίτερα εάν οι διεθνο-πολιτικές και οικονομικές συνθήκες το επιτρέψουν, τα κράτη να ανακαλύψουν ξανά τις αρετές της διεθνούς συνεργασίας. Είναι σαφές ότι σε περιόδους κρίσης η διεθνής οργάνωση υποχωρεί προς όφελος των πλέον απόλυτων ερμηνειών της κρατικής κυριαρχίας. Μπορεί αυτή τη στιγμή να μην είναι τόσο ορατό, είναι όμως αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι η διεθνής οργάνωση παράγει, εν καιρώ ηρεμίας, εργαλεία που αποδεικνύονται πολύτιμα βοηθήματα εν καιρώ κρίσης. Ο ρόλος π.χ. του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ίσως αποδειχθεί σημαντικός, όπως και ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), παρά τις διαφωνίες εντός της ΕΕ ως προς τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Τα κράτη (κυρίως οι μεγάλες δυνάμεις) θα πρέπει να εργαστούν σκληρά προκειμένου να διαμορφώσουν μια νέα, βιώσιμη διεθνή τάξη που να ανταποκρίνεται στα δεδομένα της σύγχρονης εποχής.

  • Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Πανεπιστήμιο Λευκωσίας

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *