Το δίκαιο και το άδικο, το νόμιμο και το παράνομο, το κρίνει, πριν από το κράτος δικαίου με τα όργανά του, το κράτος της τηλεόρασης

Του Νίκου Χαραλάμπους

Η διάδοση των νέων ηλεκτρονικών τεχνολογιών έχει προκαλέσει τα τελευταία χρόνια μια έκρηξη χωρίς προηγούμενο στον τομέα της δημόσιας πληροφόρησης. Οι πληροφορίες διαδίδονται αστραπιαία και τα μέσα που τις αναπαράγουν έχουν πολλαπλασιαστεί μαζί με τη δύναμη όσων τα διαχειρίζονται. Συχνά, τα ΜΜΕ, με τη δύναμη που διαθέτουν,  επεμβαίνουν κατά τρόπο επικίνδυνο στις αρμοδιότητες των θεσμών του κράτους, παραβιάζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών. 

Μια τέτοια επέμβαση στο θεσμό της Δικαστικής Εξουσίας, είναι το φαινόμενο της «τηλεοδικίας». Όταν διαπραχθεί ένα έγκλημα ή ξεσπάσει ένα «σκάνδαλο» που συνεγείρουν την κοινή γνώμη, σπεύδουν οι «τηλεδικαστές» να δικάσουν, με  τη μέθοδο της διαπόμπευσης και μερικές φορές, της χυδαιότητας.

Προβάλλουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς σαν αποδεδειγμένες αλήθειες, στήνουν άλλο ένα δικαστήριο για να καταδικάσουν με συνοπτικές διαδικασίες. Το δίκαιο και το άδικο, το νόμιμο και το παράνομο, το ηθικό και το ανήθικο το κρίνει, πριν από το κράτος δικαίου με τα όργανά του, το κράτος της τηλεόρασης με τους αστέρες του.

Τελευταία, παρατηρήθηκε μια έξαρση του φαινομένου της τηλεοδικίας εξαιτίας των δηλώσεων του δημάρχου Πάφου κ. Φαίδωνος σχετικά με το θέμα της διαχείρισης των τουρκοκυπριακών περιουσιών, που χαρακτηρίστηκε  «διαχρονικό» σκάνδαλο. Δεν έχω πρόθεση να ασχοληθώ στο παρόν άρθρο με τον τρόπο που ο κ. Φαίδωνος επιλέγει να καταγγέλλει ενέργειες και συμπεριφορές που θεωρεί ο ίδιος σκάνδαλα. Θα αρκεστώ μόνο να υποδείξω ότι ο ενδεδειγμένος τρόπος για ένα δημόσιο πρόσωπο, για να καταγγέλλει πράξεις οι οποίες, αν αποδειχθούν, συνιστούν ποινικά αδικήματα, είναι να απευθύνεται πρώτα στα καθ’ ύλην αρμόδια όργανα του κράτους και να καταθέτει τα στοιχεία που διαθέτει.

Δεν συνάδει με την ιδιότητά του να ενεργεί ως υποκινητής, αυτουργός ή συναυτουργός τηλεοδικιών οι οποίες, σε αρκετές περιπτώσεις δεν διαπομπεύουν μόνο το υπό κρίση πρόσωπο, αλλά παραβιάζουν και το τεκμήριο αθωότητας του συγκεκριμένου προσώπου. Σχετική είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην υπόθεση Κώνστα ν. Ελλάδος, Αίτηση αρ. 53466/07, ημερ. 24.5.2011.

Στην υπόθεση εκείνη,  είχαν γίνει δηλώσεις από ανώτατους αξιωματούχους στην Ελλάδα ότι ο κ. Κώνστας, ο οποίος ήταν πρύτανης πανεπιστημίου, ήταν ένοχος διάπραξης συγκεκριμένων αδικημάτων και το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υπήρξε αθέμιτη επέμβαση στο τεκμήριο αθωότητας του συγκεκριμένου ατόμου. Το κακό που προκαλείται στον «στιγματισμένο» είναι ανεπανόρθωτο. Όταν κάποτε αποκαλυφθεί η αλήθεια, θα είναι αργά. Και στη περίπτωση ακόμη που η αποκαλυφθείσα αλήθεια μεταδοθεί από τα ΜΜΕ, η μετάδοση δεν θα έχει την έκταση και την απήχηση που είχε η διαπόμπευση.

Γίνεται επίκληση της ανάγκης πληροφόρησης του κοινού. Η σωστή πληροφόρηση των πολιτών προϋποθέτει υπεύθυνη ερευνητική δημοσιογραφία,  ώστε οι πληροφορίες που μεταδίδονται να είναι αντικειμενικά ακριβείς.

Τούτο, δεν επιτυγχάνεται όταν το κυρίως έργο της «πληροφόρησης» των πολιτών  μετατίθεται στις ανέξοδες «συνεντεύξεις» στα  «πρωινάδικα» και στις βραδινές «πολιτικές» εκπομπές, όπου παρατηρούμε  την παρέλαση από τη μικρή οθόνη πολιτικών και πολιτικάντηδων οι οποίοι, με μόνα προσόντα αυτά του αθυρόστομου και «καβγατζή», αποφαίνονται, με  μια ανιαρή αλλά και εκνευριστική προσπάθεια προσωπικής αυτοδιαφήμισης, ως από καθέδρας δικαστές.

Όμως, θα πρέπει να ομολογηθεί ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων οι λειτουργοί των ΜΜΕ, παραβιάζοντας  τα δικαιώματα τού υπό κρίση προσώπου, ελαύνονται από γνήσια επαγγελματικά ελατήρια, για να εκπληρώσουν  την πιο σημαντική πτυχή της αποστολής τους, την ενημέρωση του κοινού. Στην αντίπερα όχθη βρίσκεται το δικαίωμα της πληροφόρησης και, ακόμη, το δικαίωμα της έκφρασης γνώμης.  Η ελευθερία της πληροφόρησης, όπως και η ελευθερία της γνώμης, αποτελούν ουσιαστικά στοιχεία της δημοκρατίας. Χωρίς τις ελευθερίες αυτές, δεν είναι δυνατή η διαμόρφωση γνήσιας κοινής γνώμης. Γνήσιος δημοκρατικός πολίτης είναι ο σωστά ενημερωμένος πολίτης.

Με βάση τη νομολογία του ΕΔΔΑ και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου, η ελευθερία της πληροφόρησης, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις,  εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες, αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν.

Αυτό απαιτεί  ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Η προστασία της φήμης ενός ατόμου πρέπει να σταθμίζεται με τα δικαιώματα της ελευθερίας της πληροφόρησης  και της ελευθερίας της έκφρασης γνώμης. (Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 (1986) 8 Ε.Η.R.R. 407 para. 41, Απόφαση ημερομηνίας 25/04/2007 στην υπόθεση της Vereinigung Bildender Künstler κατά Αυστρίας, (Προσφυγή αρ. 68354/01), Απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Φιλελεύθερος Λτδ, και Δώρου Γεωργιάδη κ.ά. ημερ. 17/7/2014).

Ο γράφων, ως Επίτροπος Διοικήσεως, ασχολήθηκε με το θέμα αυτό. Στην Ετήσια Έκθεσή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για το έτος 1996,  παρατήρησε τα ακόλουθα: «Η σύγκρουση των πιο πάνω δικαιωμάτων μπορεί να αποφευχθεί με τη στάθμιση των συγκρουόμενων αγαθών. Κανένα από αυτά τα αγαθά δεν είναι υπέρτερο ή υποδεέστερο του άλλου». Ο δημοσιογράφος θα πρέπει να σταθμίσει «αν ο βαθμός της συγκεκριμένης προσβολής του ατομικού δικαιώματος προστασίας της τιμής και υπόληψης είναι ανάλογος προς το προστατευτέο στη συγκεκριμένη περίπτωση δημόσιο συμφέρον της ενημέρωσης του κοινού». Με άλλα λόγια, είναι απαραίτητη και εδώ  ή εφαρμογή  της αρχής της αναλογικότητας.

* Πρώην Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, πρώην Επίτροπος Διοικήσεως

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.