Το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού χώρου έπρεπε να εξακολουθεί να αποτελεί κορυφαία επιλογή στρατηγικής του Ελληνισμού

FILE PHOTO. Την πρώτη τους επίσημη συνάντηση είχαν στην Αθήνα ο νέος υπουργός Άμυνας Σάββας Αγγελίδης με τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Πάνο Καμμένο. Φωτογραφία: ΥΠΑΜ

Του Γιαννάκη Λ. Ομήρου     

Η ενδυνάμωση της αμυντικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας θα έπρεπε να αποτελεί κορυφαία παράμετρο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής. Τόσο στα πλαίσια αποτροπής όσο και για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ικανότητας της ελληνικής κυπριακής πλευράς στις κατά καιρούς συνομιλίες. Στα πλαίσια αυτά εξαγγέλθηκε τη δεκαετία του 1990 το δόγμα του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Κύπρου – Ελλάδας, το οποίο δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό εγκαταλείφθηκε και απονευρώθηκε. 

Η σημερινή κατάσταση σε ό,τι αφορά τις τουρκικές συμπεριφορές, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση της διαπραγματευτικής διαδικασίας στο Κραν Μοντάνα, επιβάλλει μια εκ βάθρων επανατοποθέτηση στα ζητήματα άμυνας και εθνικής ασφάλειας.

Η τουρκική συμπεριφορά στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό, για τέσσερις και πλέον δεκαετίες, με την κλιμακούμενη αδιαλλαξία αλλά και η άρνηση της Τουρκίας, όσον αφορά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς την Κυπριακή Δημοκρατία, όπως αυτές καθορίστηκαν από την Ε.Ε. είναι εξόχως αποκαλυπτική των προθέσεων. Η Τουρκία αισθάνεται ότι μπορεί να επιτυγχάνει συνεχώς νίκες χωρίς κανένα απολύτως κόστος.

Κορύφωση της τουρκικής προκλητικότητας αποτελεί η ακύρωση διενέργειας γεωτρήσεων στο θαλάσσιο τεμάχιο 3 της κυπριακής ΑΟΖ από την ιταλική ΕΝΙ, με την αποστολή τουρκικών πολεμικών πλοίων, η εξαγγελία Ερντογάν για διενέργεια γεωτρήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ και οι συνεχιζόμενες απειλές για παρεμπόδιση του συνολικού ενεργειακού προγράμματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με παράλληλες προκλήσεις της Τουρκίας στο Αιγαίο και την απαγωγή και αιχμαλωσία δύο Ελλήνων στρατιωτικών στον Έβρο. Η επίσπευση των εκλογών στην Τουρκία είναι φανερό ότι ενισχύει την πιθανότητα κλιμάκωσης των προκλήσεων και δημιουργίας από την Τουρκία λεγόμενου θερμού επεισοδίου.

Είναι πρόδηλο ότι χρειάζεται επειγόντως μια  συνολική επανεκτίμηση όλων των δεδομένων. Οι καιροί και η πολιτική συγκυρία απαιτούν αποφάσεις και πολιτικές αξιόπιστες που να εμπνεύσουν ξανά τη χαμένη αυτοπεποίθηση. Οφείλουμε, Κύπρος και Ελλάδα να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο. Να μιλήσουμε ξανά και κυρίως να εννοούμε μια πολιτική εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής, αμυντικής επάρκειας, ικανότητας και κάλυψης του Ενιαίου Αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου. Με στόχο τη δημιουργία αισθήματος ασφάλειας, την ενίσχυση της διαπραγματευτικής ικανότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ανακοπή των τουρκικών επεκτατικών βλέψεων σε βάρος της κυριαρχίας, της εδαφικής ακεραιότητας και της ανεξαρτησίας της Κύπρου.

Υπάρχει όμως ένας επιπρόσθετος λόγος για την ισχυροποίηση της αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας – Κύπρου με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο. Είναι φανερό ότι στην περιοχή μας διανοίγεται ένα τεχνολογικό, οικονομικό και στρατιωτικό χάσμα μεταξύ του τουρκικού πόλου και της Ελλάδας και της Κύπρου. Αυτή η κατάσταση αποτελεί μια προειδοποίηση για την ανάγκη των από μέρους μας κινήσεων, πρωτοβουλιών και πρακτικών μέτρων για την ενδυνάμωση τόσο του κυπριακού κράτους απέναντι στην κατοχική δύναμη όσο και για τη φυσική παρουσία της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο που θα εξασφαλίζει την αναγκαία εξισορρόπηση.

Ως εκ τούτου, η ανάγκη λήψης από μέρους μας εξισορροπητικών μέτρων για μια ορατή παρουσία της Ελλάδας είναι όρος και προϋπόθεση, για να μη συνθλιβούμε υπό το βάρος της καταθλιπτικής τουρκικής παρουσίας. Αυτή η αλήθεια δεν ισχύει μόνο όσο το Κυπριακό παραμένει άλυτο και όσο συνεχίζεται η τουρκική κατοχή. Θα ισχύει και μετά τη λύση του Κυπριακού, αν θέλουμε η Κύπρος να επιβιώσει ως κρατική οντότητα και ο Ελληνισμός να έχει διαχρονική παρουσία στην περιοχή. Όσοι δεν αντιλαμβάνονται αυτές τις απλές αλήθειες, που στηρίζονται στα γεωστρατηγικά και γεωπολιτικά δεδομένα που διαμορφώνονται στην περιοχή μας, βρίσκονται σε επικίνδυνη άγνοια και σε ασύγγνωστη πλάνη.

Η στρατηγική της αποτροπής, από την ελάχιστη αξία που θα είχε αν μετείχε μόνο η Κύπρος με τις περιορισμένες δυνάμεις της, αποκτά μέγιστη αξία με τη συμμετοχή της Ελλάδας, η οποία έχει μικρότερες μεν δυνάμεις από την Τουρκία, αλλά πολύ υπολογίσιμες. Είναι γι’ αυτό που η διακήρυξη του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού χώρου θα έπρεπε να εξακολουθεί να αποτελεί  κορυφαία επιλογή στρατηγικής του Ελληνισμού και θα έπρεπε να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού.

Καθήκον μας η οριστική αποδέσμευση μας από ψυχώσεις και σύνδρομα εθνικής μειονεξίας. Η εθνική αυτοπεποίθηση μακριά και από σωβινισμούς και από  ηττοπαθείς αντιλήψεις μέσα από μια διαδικασία δυναμικής αφύπνισης. Η απόρριψη παγίδευσής μας σε ένα μόνιμο ιστορικό περιθώριο, με ρεαλιστική εκτίμηση των δεδομένων και με δημιουργική αξιοποίηση των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων.

Ασφαλώς, στον μεταδιπολικό κόσμο η πολιτική των σύνθετων πολιτικών και διπλωματικών σχεδιασμών είναι επιβεβλημένη. Πιο επιβεβλημένη όμως είναι η ανάπτυξη της πολιτικής της μεγαλύτερης ισχύος στην ευρύτατη και πολυδιάστατή της έννοια.

Η δε στρατηγική της αποτροπής όρος, κυριολεκτικά, επιβίωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ελληνισμού.

*Τέως Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *